ΑΓΙΑΣΜΑΤΑ Α΄
Ἡ μαγευτικὴ
κατάφυτη κοιλάδα τοῦ Τσεγκέλκιοϊ μὲ τὰ γύρω ἀρωματισμένα βουνὰ καὶ τὰ πηγαία
νερά, ἀπὸ τοὺς εἰδωλολατρικοὺς χρόνους στὴν ἀρχὴ καὶ ἀπὸ τοὺς Χριστιανικοὺς
στὴ συνέχεια εἶχε ἑλκύσει τὸ θρησκευτικὸ αἴσθημα τοῦ ἀνθρώπου «πρὸς ὕμνον
καὶ εὐχαριστίαν».
-
Κάθε πηγὴ
ποὺ ἀνακαλυπτόταν, ἦταν προορισμένη στὴ προστασία κάποιου Ἁγίου. Μέχρι τὸ
1950 σῴζονταν ἑπτὰ ἁγιάσματα ἐπώνυμα καὶ ἄλλα τέσσερα ἄγνωστα ὅσον ἀφορᾶ τ᾽
ὄνομα καὶ ἀχαρακτήριστα ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἱστορική τους σημασία. Παρουσιάζουν
διάφορη κατασκευαστικὴ δομή. Ἄλλα εἶναι κινστερνοειδή, ἄλλα συραγγοειδή,
ἄλλα φρεατοειδὴ καὶ ἄλλα ἦταν ἢ συνεχίζουν νὰ εἶναι ἐνσωματωμένα σὲ ναΐσκο.
-
Πῶς
ἐξηγεῖται ὅμως ἡ πληθώρα τῶν ἁγιασμάτων μὲ τὴν παράλληλη ἐντόπιση ἀρχαίων
μοναστηριῶν στὸ Τσεγκέλκιοϊ; «Μακρὰν τῆς τύρβης τοῦ κόσμου καὶ ἐν χώρῳ
ἐρημικῷ, ἔνθα ἡ ψυχὴ ἀπολυομένη τῶν κοσμικῶν φροντίδων εὐκολώτερον πρὸς τὸν
οὐρανὸν ἠδύνατο νὰ στραφῇ, καὶ πλησίον φαρύγγων καὶ ἐπὶ κορυφῆς λόφων, χωρὶς
ὅμως νὰ εἶναι καὶ πολὺ πόρρωθεν ὕποπτος ἱδρύετο συνήθως, ἡ μονή», λέει ὁ
ἐξαίρετος Βυζαντινολόγος Φ. Κουκουλές, ποὺ ἀνασκαλεύει παλιὲς
ἱστορικὲς πηγὲς καὶ συμπληρώνει τὴν δικαιολογία γιὰ τὴν ἵδρυση τῶν
μοναστηριῶν μὲ τὴν ἀναγκαῖα ὕπαρξη ἄφθονου νεροῦ καὶ καθαροῦ περιβάλλοντος
στὸν τόπο ποὺ θὰ ἐπιλεγόταν γιὰ ἐγκατάσταση, «ἐν λόφῳ ἀοικήτῳ, χαρίεντι,
δ᾽ ἄλλως, τὰ πρὸς ἀέρα καὶ εὐύδρῳ καὶ εὐκραεῖ, φάραγξί τισι, καὶ αὐτομάτοις
κοιλότησι τῶν πέριξ διαστελλομένῳ»
-
Ἀπὸ τὴν
παραπάνω περιγραφὴ συνάγεται ὅτι οἱ ἀμέτρητες καὶ ἀστείρευτες μέχρι σήμερα
πηγὲς πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες τιμῶνται ἀκόμη ὡς ἁγιάσματα καθὼς καὶ ὁ ὑγιεινὸς
ἀέρας ἦταν τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ ποὺ διέκριναν τὸ Τσεγκέλκιοϊ ἀπὸ τὴν
ἀρχαιότητα, ὥστε νὰ καταστῇ αὐτὸ τόπος οἰκοδομῆς μοναστηριῶν, ναῶν καὶ
ἀρχαίων βωμῶν.
-
«Ὅτι
εἶναι τὰ ἐξωκλήσια εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι τ᾽ ἁγιάσματα στὴν Πόλη», λέει ὁ
Νικ. Δάμτσας καὶ δικαιολογεῖ τὴ πεποίθηση του αὐτὴ ὡς ἑξῆς: «Αὐτὰ
εἶναι σεβαστὰ καὶ ἀπὸ τὸν Μουσουλμανικὸ πληθυσμό, διότι ἡ μουσουλμανικὴ
θρησκεία γεννηθεῖσα εἰς τὴν Ἀραβικὴν ἔρημον, Θεῖον δῶρον θεωρεῖ τὸ ἐκ τῆς
γῆς ἀναβλύζων ὕδωρ. Πολλὰ εἶναι τ᾽ ἀγιάσματα στὴν Πόλη, ἀρχαιότερα καὶ
ὀνομαστότερα τῶν ὁποίων, γνωστὰ εἰς ὁλόκληρον τὸν Ὀρθόδοξον κόσμον εἶναι τὸ
Ἁγίασμα τῆς Ζωοδόχου πηγῆς τοῦ Βαλουκλῆ. Πλεῖστα ἄλλα ὀλιγώτερον γνωστὰ
ἐξωχικὰ ἁγιάσματα ὅπως τοῦ Ἀγ. Παντελεήμονα Τσεγκέλκιοϊ, τῆς Παναγίας Γκιὸκ
σογιοῦ καὶ ἄλλα...».
-
Εὔυδρος
λοιπὸν ὁ Βόσπορος, καὶ εὐυδρότερο τὸ Τσεγκέλκιοϊ μὲ σχετικὰ ὑγρὸ κλίμα καὶ
πολλὲς βροχές. Φυσικὸ ἐπακόλουθο τῶν κλιματολογικῶν συνθηκῶν ἡ ὕπαρξη πολλῶν
πηγῶν καθαροῦ, πόσιμου καὶ εὔγευστου νεροῦ, ἔτσι ποὺ νὰ φημίζεται τὸ χωριὸ
γιὰ τ᾽ ἁγιάσματά του. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ γεγονός που ἀναφέρουν οἱ
Τούρκοι κάτοικοι τοῦ χωριοῦ. «Εὐτυχῶς - λένε - οἱ Ἕλληνες δὲν
πρόλαβαν νὰ δώσουν κάποιο ὄνομα Ἁγίου τους, σε ὅλες τὶς πηγὲς ποὺ
ἀνακάλυπταν. Ἀλίμονο, γιατὶ σήμερα σὲ τόπο ποὺ πλημμυρίζει ἀπὸ ὕδατα, ἐμεὶς
οἱ ἀλλόθρησκοι, θὰ ὑποφέραμε ἀπὸ λειψυδρία».
 |
|
Ἡ εἴσοδος τοῦ
Ἁγιάσματος, ὅπως τὴ ζωγράφισε
τὸ 1948 ὁ Νικ. Παλαιόπουλος.
|
|

|
|
Μὲ
τὸν Νικ. Παλαιόπουλο.
|
-
-
Πρὶν
ἀρχίσουμε τὴν περιγραφὴ μὲ ὅσα στοιχεῖα διαθέτουμε γιὰ τὰ γνωστὰ τὰ
τελευταία 60 χρόνια ἁγιάσματα, θὰ ὑπομνήσουμε μερικὰ ἄγνωστα στὸ πλατὺ κοινὸ
ἱερὰ προσκυνήματα τὰ ὁποῖα ὁ Μανουὴλ Γεδεὼν στὶς ἀλλεπάλληλες
ἐπισκέψεις του στὸ Τσεγκέλκιοϊ τὰ ἐντόπισε καὶ τὰ παραθέτει ὡς ἑξῆς:
-
Ἁγίασμα
Ἁγίας Μαρίνας
«τιμώμενο
στὶς
17
Ἰουλίου εἰς Κούλελι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Τσεγκέλκιοϊ,
παλαιόν,
ὡραῖον ὑδραγωγεῖον».
Πράγματι σήμερα σῴζεται ἡ σύραγγα ποὺ ἔχει 10 μ. περίπου μῆκος, καὶ ὕψος ὄσο
νὰ περάσῃ σκυφτὸς ἄνθρωπος μετρίου ἀναστήματος καὶ ποὺ ἦταν ὀρατὴ ἀπὸ τὸν
κεντρικὸ αὐτοκινητόδρομο. Ἂν θὰ ἐπιχειροῦσε κανεὶς νὰ μπεῖ στὴ σύραγγα -
πρᾶγμα πολὺ εὔκολο - δὲ θὰ δυσκολευόταν νὰ διαπιστώσῃ τὴν ὑγρασία ποὺ
ἐπικρατεῖ καὶ τὶς σταλαγματιὲς ποὺ ἐκρέουν ἀπὸ τὰ τοιχώματα στὸ σημεῖο ὅπου
τελειώνει ἡ σύραγγα. Λέγεται πὼς μέχρι τὸ 1915 σῳζόταν μικρὸς ναΐσκος τοῦ
Ἁγιάσματος ὁ ὁποῖος κατεδαφίστηκε, ὅταν ξεκίνησε ἡ διαδικασία τῆς διάνοιξης
τοῦ παραλιακοῦ δρόμου. Φυσικὰ ἡ ὑπάρχουσα σήμερα σύραγγα εἶναι τὸ τμῆμα ποὺ
ἔχει ἀπομείνει, ἐγκαταλελειμμένο ἀπὸ τὸ 1945 καὶ μετά. Τὸ μῆκος της ἦταν 25
μ. καὶ βρισκόταν στὰ δεξιὰ τοῦ κεντρικοῦ δρόμου στὸ ὕψος τοῦ Γαμπροπάζαρου.
-
«Ἕτερον»,
λέει ὁ Μ. Γεδεών, «ἑορτάζον τῇ 26ῃ Ὀκτωβρίου τὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἐπὶ
τῆς ὁδοῦ ἀγούσης πρὸς τὴν τοποθεσίαν Χαβούζ-μπασὶ ἀφανισθὲν πρό τινῶν ἐτῶν
καὶ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων εἰς τίνα τοποδεσίαν μεταξὺ Τσεγκέλκιοϊ καὶ Βανίκιοϊ
τῆς Ἀνατολικῆς ἀκτῆς τοῦ Βοσπόρου». Ὅσον ἀφορᾶ τὸ Ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου
Δημητρίου ὁ Ἰ. Μηλιόπουλός σὲ ἀνακοίνωση του στο ΣΚΔ´ συνέδριο τῆς
Μεσαιωνικῆς Ἑταιρείας καὶ μὲ θέμα «ἐξακρίβωσις ἀρχαίων τοποθεσιῶν»
εἶχε ἀναφέρει ὅτι «προχωρῶν τὶς πρὸς Χαβούζ-μπασὶ εὑρίσκει τὸ τῶν Ἁγίων
Ἀναργύρων ἁγίασμα καὶ ὀλίγον ἐκεῖθεν ἔν τινι κήπου τὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου».
Πράγματι τὸ Ἁγίασμα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων βρίσκεται στὰ ὅρια πλέον τοῦ Μπέϊλερ
- μπέϊ στὸν κῆπο τοῦ Τούρκου Abidin bey. Τὸ ἁγίασμα δεχόταν τοὺς
πιστοὺς τὴν 1η Ἰουλίου καὶ εἶναι ἄγνωστο πρὸς τὰ ποὺ κατευθύνονταν τὰ πηγαία
του νερὰ ποὺ στὴ διαδρομή τους πότιζαν κήπους καὶ ἐξυπηρετοῦσαν τις ἀνάγκες
τῶν περιοίκων.
 |
|
Ἡ γοῦρνα καὶ τὸ βάθος τῆς
σήραγγας σὲ φωτογραφία τοῦ κ. Δημ. Παλαβίδη |
-
Ἀντίθετα τὸ
ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου βρίσκεται στὸ Τσεγκέλκιοϊ ὅπου τὸ 1925 σὲ
ἀνασκαφὲς ποὺ ἔγιναν ἀνακαλύφθηκαν ἀκίδες τοῦ Ἱεροῦ ποὺ προφανῶς ἀνῆκαν σὲ
εὐκτήριο μικρὸ οἶκο τοῦ ἁγιάσματος, ποὺ βρίσκεται σὲ χῶρο ὑπαίθριο τελείως
κατεστραμμένο πίσω ἀπὸ 4 καταστήματα τῆς κεντρικῆς ὁδοῦ. Τὰ δύο αὐτὰ
ἁγιάσματα δὲν ἔτυχε τὰ τελευταία χρόνια ν᾽ ἀνασκαλευθοῦν στὴ μνήμη τῶν
παλιῶν χωριανῶν παρὰ τὸ γεγονὸς τῆς καταγραφῆς τους ἀπὸ τὸν πλέον ἔγκυρο σὲ
ταυτοποίηση καὶ πιστοποιήση, ἐρευνητὴ Μ. Γεδεὼν καὶ παρὰ τὶς προσπάθειες τοῦ
Ἰ. Μηλιόπουλου νὰ διενεργήσῃ ἀνασκαφὲς στὴν περιοχή. Στὴ διάρκεια τῶν
ἐργασιῶν ἀνακαλύφθηκαν εὑρήματα ὅπως μία χαραγμένη πλάκα μὲ τὰ γράμμα ΝΜ
+ Δ ποὺ ἀποδόθηκαν ὡς Ναὸς Μυροβλήτου Ἁγίου Δημητρίου.
-
Ἀπὸ τὰ παλιὰ
ἁγιάσματα ποὺ δὲν ὑπάρχουν πλέον εἶναι ἀκουστὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου
Ἀλεξανδρείας ποὺ βρίσκεται σὲ περιοχὴ ἐρημικὴ πίσω ἀπὸ τὴ στρατιωτικὴ Σχολὴ
τοῦ Κούλελι. «Εἴς τινα γήλοφον ὅπου καὶ ναΐσκος ὑπάρχει τοῦ Ἁγίου εἰς
Κούλελιν τῆς Ἀνατολικῆς παραλίας τοῦ Βοσπόρου δεξαμενή, παρ᾽ αὐτὴν ἀψὶς καὶ
ἄλλοτε συνέρρεον πλήθη...».
-
Μὲ αὐτὸν τὸν
τρόπο μᾶς γνωστοποιεῖ ὁ ἐρευνητὴς τὴν πηγὴ ποὺ ἀνῆκε σὲ ἀρχαία ἐκκλησία καὶ
τὸ πιθανότερο εἶναι ν᾽ ἀποτελοῦσε τὸ ὑδραγωγεῖο τοῦ ἀρχαίου Βυζαντινοῦ ναοῦ
τῶν Ταξιαρχῶν, πού, ὅπως εἶναι γνωστό, ἦταν κατάντικρυ τοῦ ὁμωνύμου Ναοῦ τοῦ
Μεγάλου Ῥεύματος, ἀπ᾽ ὅπου καὶ τὸ Τσεγκέλκιοϊ πῆρε τὴν προσωρινή του
ὀνομασία «τὰ εἰς Ἀγγέλου». Αὐτὸ συνάγεται ἀπὸ τὴν ἀνεύρεση πολλῶν
ἀρχαίων τάφων Βυζαντινῆς καὶ Ῥωμαϊκῆς ἐποχῆς, ἀπὸ λείψανα κιόνων καὶ
μαρμάρινων πλακῶν μὲ χαραγμένους πάνω τοὺς Σταυρούς.
-
Ἡ ἀνεύρεση
ἐρειπίων μεγάλου Ναοῦ στὴν ἀρχὴ ἐνίσχυσε τὶς ἀπόψεις μερικῶν ἐρευνητῶν νὰ
ὑποθέσουν ὅτι ἐδῶ ἦταν τὸ σημεῖο ὅπου βρισκόταν ἡ Μονὴ τῶν Μετανοούντων.
Τοῦτο ὅμως δὲν εὐδοκίμησε καθὼς ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἰστορικοῦ Προκοπίου γιὰ τὸ
ἀρχαῖο χωριὸ Φιάλη, ποὺ συγγενεύει μὲ τὸ Δίσκος τοῦ ἱστορικοῦ
Διονυσίου, τὴν κατατάσσει στὰ ὅρια ποὺ ἤδη περιγράφηκε καὶ ποὺ εἶναι τὸ
σημεῖο ὅπου βρίσκεται σήμερα ὁ
Ναὸς τοῦ Ἁγ. Γεωργίου.
-
Μερικὰ ἀπὸ
τὰ ἀπομεινάρια τῆς ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς μεταφέρθηκαν ἀργότερα στὸ Τσεγκέλκιοϊ.
 |
|
Συρροὴ πλήθους
προσκυνητῶν στὸν ὑπαίθριο χῶρο τοῦ Ἁγιάσματος
τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου. |
-
-
Μέχρι καὶ τὰ
τέλη τοῦ 1790 στὶς 2 Μαΐου οἱ Χριστιανοὶ τῶν γύρω περιχώρων προσερχόταν στὴν
πηγὴ καὶ τιμοῦσαν τὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Μετὰ τὴν ἐπέκταση τῶν
οἰκοδομῶν τοῦ Στρατιωτικοῦ Συγκροτήματος καὶ τὴν πυρπόληση ποὺ ἔγινε στὶς
ἐγκαταστάσεις τὸ 1850, τὸ ἁγίασμα ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὡς κτῖσμα καὶ ὡς
πηγή.
-
Στὴν
κατηγορία ἁγιασμάτων μὲ μορφὴ πηγαδιοῦ πιθανότατα ἀνήκει τὸ ἁγίασμα τῶν
Τριῶν Ἱεραρχῶν ποὺ βρισκόταν σὲ κῆπο Ἕλληνα ἰδιοκτήτη τοῦ Γιάννη
Μπέλλου στὴ συνοικία Μπακιρτζίδικα. Τουρκικὲς πηγὲς τὸ καταγράφουν στὸ
Lelkeci Nuri sok. Νo
27 στην αὐλὴ τοῦ Ὀσμὰν ἐφέντι, ποὺ εἶχε ἀγοράσει τὸν κῆπο ἀπὸ τὸν
Ἕλληνα Μπέλλο. Στὸ ἁγίασμα αὐτὸ καθαγιάζονταν καὶ τιμώνταν οἱ μνῆμες τῶν
ἁγίων Ἰωάννη, Γρηγορίου καὶ Βασιλείου. Ὁ Μανουὴλ Γεδεὼν στὸ «ἑορτολόγιο» του
τὸ ἀναφέρει ὡς ἑξῆς: «... πανήγυρις ἁγιάσματος ἐν Τσεγκέλκιοϊ εἰς ἢν
ἄλλοτε συνέρεε πολὺ πλῆθος προσκυνητῶν πολὺ συχνά, νῦν δὲ τίνες τῶν εὐλαβῶν
προσέρχονται καὶ μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην. Τὸ ἁγίασμα κεῖται ὀλίγον
κατωτέρῳ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς κειμένου ἔξω τοῦ κήπου ἐπὶ τῆς ὁδοῦ». Ἀπὸ
τούτη τὴν περιγραφὴ τοῦ Μ. Γεδεὼν προκύπτει καὶ ἡ ὕπαρξη ἄλλου ἁγιάσματος
τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, γιὰ τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν ὑπάρχουν πληροφορίες.
Συνεχίζοντας ὁ ἐρευνητὴς τὴν ἀπεικόνιση τοῦ ἁγιάσματος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν
γράφει:
-
«...
Κατεβαίνει τις διὰ πέντε βαθμίδων (σκαλοπάτια) ἁπάντων ἑκατέρωθεν ἁψῖδας
δύο, στενωτέραν μὲν τὴν ἀριστερόθεν εὐρυτέραν δὲ τὴν δεξιόθεν, ὑπὸ τῇ
δεξιόθεν τὸ λιμνάζον ὕδωρ, ἡ δ᾽ ἀριστερόθεν παρέχει ἡμῖν σήραγγα ὑπόγειον
διήκουσαν πρὸς τὸν νότον εἰς ἀπόστασιν ἱκανῶν μέτρων»,
ἦταν δηλαδὴ παλιὸ καὶ ἄρτιο κατασκευασμένο ὑπόγειο ἁγίασμα μὲ ξακουστὴ φήμη
στο Κωνσταντινουπολίτικο κοινό. Ἰδιαίτερα στὴ πανήγυρι του στις 30
Ἰανουαρίου, συγκέντρωνε πολλοὺς προσκυνητές.
-
Ὅπως
προκύπτει καὶ ἀπὸ τὸ συνέδριο τοῦ 1892 ποὺ ἀφοροῦσε τὰ «ἐντὸς πηγαδιῶν
ἁγιάσματα» τὸ Ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου βρισκόταν στὴν
Τουρκικῆς ἰδιοκτησίας ἔπαυλη τοῦ "Alibey Çiftliği". Τὸ νερὸ ἐρχόταν
ἀπὸ ὑπόγεια σήραγγα καὶ εἶχε σχηματισθεῖ ἐκτενὴς λιθόκτιστη λάκα, ἀπ᾽ ὅπου
διοχετευότανε στοὺς πέριξ κήπους τῆς περιοχῆς Bahçelievler, ποὺ ἦταν
στὰ ὑψώματα τοῦ χωριοῦ. Δὲν ἦταν γνωστὸ στὸ εὐρὺ κοινὸ παρὰ μόνο στοὺς
χωριανούς, οἱ ὁποῖοι μέχρι τὸ 1930 τὸ ἐπισκέπτονταν τὴν ἡμέρα γιορτῆς του
μὲ τὴν ἀνοχὴ πάντοτε τῶν Τούρκων ἰδιοκτητῶν του.
-
Τὸ περίεργο
γεγονός ποὺ πρέπει νὰ καταγράφῃ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἔπαυλη τοῦ Reisi Ahmet
Rıza bey (1859 - 1930), τοῦ γιου τοῦ Ali bey εἶναι ἡ ἀνεύρεση ἀπὸ
τὸν ἀρχαιολόγο Suat Kesili μιᾶς μαρμάρινης πλάκας με ἐπίγραμμα
λατινικό ποὺ καταγράφθηκε ὡς ἑξῆς:
-
1.
SPECTABILI + D[OMI] N [U]
+
LUCHINIUS
-
2. DE
+
FACIO + PROTESTAS
...
-
3. HEC
+ MENIA + COMPLERI + FECIT
-
4. ANNO
+ D [OMI] NI + MCCCCXXXXVII
-
Ἡ ἐπιγραφὴ
αὐτὴ καὶ ἡ μαρμάρινη πλάκα ἦταν ἐπικολλημένη σὲ τοῖχο τῆς ἔπαυλης ποὺ
βρίσκεται στὴν ὁδὸ ποὺ συνδέει τὸ Τσεγκέλκιοϊ μὲ τὸ
Ümraniye
δηλαδὴ στὴν περιοχὴ
Μπαχτσελὶ
-
ἐβλέρ.
Πέραν
ἀπὸ τὴν ἐπιγραφὴ ὑπάρχουν ἀνάγλυφα καὶ τέσσερα εἴδη ἐμβλημάτων Γενοβέζικης
προέλευσης.
-
Τὸ μεσαῖο
ἀπὸ τὰ τρία ἐμβλήματα τῆς πάνω σειρᾶς, ποὺ ἔχει καὶ ζωγραφισμένο σταυρό,
παριστάνει τὴν πόλη τῆς Γένουας. Τὸ δεξιὸ ἔμβλημα εἶναι σῆμα τῆς οἰκογενείας
De Fazio, ἐνῷ τὸ κάτω ποὺ παριστάνει ἕνα λεοντάρι καὶ ἀρκετὰ
καλλιτεχνικὰ σκαλίσματα φαίνεται ὅτι ἀνήκει σὰν ἔμβλημα στὴν οἰκογένεια
De Merude.
-
Ἡ ἐπιγραφὴ
σίγουρα ἀνάγεται στὴν περιοχὴ τοῦ Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ μάλιστα
τὴν ἐποχὴ τῆς ἡγεμονίας τοῦ Luchimio de Fazio, ποὺ ἦταν κυβερνήτης
τοῦ Γαλατᾶ τὸ 1447 καὶ περιγράφει τὴν ἐπισκευὴ καὶ τὴν ἀνοικοδόμηση τῶν
καταστραμμένων τμημάτων τοῦ προστατευτικοῦ τείχους τοῦ Γαλατᾶ.
-
Σύμφωνα μὲ
πληροφορίες ἡ ἐπιγραφὴ ἦταν ἀναρτημένη στὴν Ἀσβεστόπορτα
(Kireçkapısı) μία ἀπὸ τὶς πύλες ποὺ ἔμπαινε κανεὶς στὸν Γαλατᾶ καὶ φυσικὰ
μεταφέρθηκε στὸ Τσεγκέλκιοϊ ἀπὸ ἐπιδόξους συλλέκτες ἀρχαιολογικοῦ ὑλικοῦ,
ὅταν κατεδαφίζονταν τὰ τείχη καὶ ἐξαφανιζότανε τὰ ἱστορικὰ κειμήλια τοῦ
Γαλατᾶ. Τὸ σημείωμα αὐτὸ παρότι δὲν ἔχει τὴν παραμικρὴ ἱστορικὴ ἀξία γιὰ τὸ
Τσεγκέλκιοϊ καταγράφεται ὡς δηλωτικὸ τοῦ χώρου τῆς ἔπαυλης ὅπου ὑπῆρχε τὸ
Ἁγίασμα τῶν Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης μέχρι τὸ 1928.
 |
|
Ὁ παπά -
Νικόλας, ὁ Εὐάγγελος Κίσσας, ὁ Χρῆστος ὁ κανδηλανάπτης καὶ ὁ
Νικ. Παλαιόπουλος
ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν κρύπτη ποὺ πηγάζει
τὸ ἁγίασμα τῆς Ἀνάληψης.
|
-
-
Τὸ Ἁγίασμα
τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ποὺ δὲν ὑπάρχει πλέον, βρισκόταν μὲς τὸ κτῆμα
τοῦ Χαραλαμπίδη στὰ Μπακιρτζίδικα ὅπου μέχρι τὸ 1950
κατοικεῖτο ἀπὸ τὸν Γιάνκο τὸν Μποσνάκη. Μερικὰ βήματα ἀπ᾽ τ᾽
ἁγίασμα ὑπῆρχαν στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα δυσδιάκριτα ἐρείπια, παλαιοῦ
κτιρίου. Λίθοι, πλίνθοι καὶ τρίμματα ἀσβέστου ἦταν ἀρκετὰ καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ
ἐπιβεβαιωθῇ ὅτι τ᾽ ἁγίασμα διέθετε μικρὸ παρεκκλήσι, τὸ ὀποῖο πιθανότατα
εἶχε οἰκοδομηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἕλληνα ἰδιοκτήτη. Οἱ Τουρκικὲς πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι
καταστράφηκε τὴν ἐποχὴ τοῦ Α´ Παγκοσμίου Πολέμου.
-
Τὸ ἀκουστὸ
ἁγίασμα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς ποὺ βρισκόταν στὰ πίσω μέρη τοῦ
Χαβοὺζ - μπασὶ καὶ πρὸς τὰ ὑψώματα τοῦ δρόμου ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ
Μπουρχανιὲ χάθηκε ὡς κτῖσμα ἀλλὰ ἐκρέει ἀπὸ κάποια βρύση ποὺ
κατασκευάσθηκε πρόσφατα. Εἶναι κοντὰ στὴ συνοικία Küplüce Mahallesi
μέσα σὲ κῆπο ποὺ φέρει τ᾽ ὄνομα Ayazma bahçesi, ἰδιοκτῆτες τοῦ ὁποίου
ἦταν Ῥωμηοί. Τὸ θαυματουργὸ νερὸ ἀναβλύζει παρθενικὸ ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῶν γύρω
ὑψωμάτων μὲ τὴ μυστικὴ καὶ ἀνεξήγητη παντοδυναμία του στὴν ὁποία κανεὶς δὲν
μπόρεσε ν᾽ ἀντισταθῇ. Οἱ λιγοστοὶ Ῥωμηοὶ τῆς περιοχῆς ποὺ φρόντιζαν τὸ
ἁγίασμα, φιλοξενοῦσαν στὰ τέλη Ἰουλίου πλῆθος προσκυνητῶν, ποὺ ξαπόσταιναν
κάτω ἀπὸ τὸν τεράστιο πλάτανο ποὺ σκίαζε τὴν πηγή, ἡ ὁποία βρισκόταν μέσα
στὴ γῆ, ὅπου κατέβαινε κανείς μὲ τρία σκαλοπάτια.
 |
|
Ὁ Ζην.
Κυριακίδης, ὁ Ἀπ. Νικολαΐδης, ὁ Γ. Σιταρᾶς μὲ τὶς οἰκογένειες καὶ τοὺς φίλους
τους στὸν ὑπαίθριο χῶρο τῆς Ἀνάληψης.
|
-
-
Ἀναφέροντας
τὰ παραπάνω ἁγιάσματα ἐπισημάνθηκε ἡ ὕπαρξη παρεκκλησιῶν καθὼς καὶ μικρῶν
προσκυνηταρίων. Τοῦτο τὸ γεγονὸς μᾶς θυμίζει τὸ ἐρώτημα ποὺ τέθηκε γιὰ
συζήτηση τὸ 1892 στὸ Συνέδριο τῆς Ἑταρείας Μεσαιωνικῶν ἐρευνῶν: «Ὅπου
Ἁγίασμα ἐν Κωνσταντινουπόλει κὶ ἀλλαχοῦ σῴζεται σήμερον, ὑπῆρχεν ἐκεῖ ναὸς
ἐπὶ Βυζαντινῶν;» Ὁ Μαν. Γεδεὼν σημειώνει στὶς μελέτες του ὅτι: «Προσέχω
πολὺ τ᾽ ἁγιάσματα ἅτινα ὑπενθυμίζουσιν ἡμῖν τὴν ὕπαρξιν Βυζαντινῶν ναῶν ὅπου
δὲ οὐδὲν ἴχνος παλαιοῦ τούτου ναοῦ ὑπάρχει, θ᾽ ἀναγκασθῷ μὲν νὰ δεχθῶμεν
ὕπαρξην ἀρχαίας πηγῆς ἐπιβλεπομένης ὑπὸ νηρηίδων ἥτις εἰς χρόνους
χριστιανικοὺς ἀπὸ θεότητος εἰδωλολατρικῆς ἀγνώστου, ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς ἀφῆκεν
τὸν πάτρωνα ἅγιον». Καὶ τὸ συμπέρασμα στὸ ὁποῖο κατέληξε τὸ Συνέδριο
ἦταν πὼς ὑπῆρξε ἢ ὑπάρχει εὐκτήριος οἶκος μικρὸς ἢ μεγάλος ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει
ἁγίασμα. Ἐπομένως ὅσα περὶ παρεκκλησίων ἀναφέρθηκαν γιὰ τ᾽ ἁγιάσματα τοῦ
Τσεγκέλκιοϊ εἶναι βάσιμα καὶ ἀληθινά, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ τὰ περισσότερα
δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα ἰκανὰ γιὰ τεκμηρίωση.
 |