Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΑΓΙΑΣΜΑΤΑ Β΄

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ...

Ἀπὸ τ᾽ ἁγιάσματα ποὺ κάποτε τιμήθηκαν μὲ κάθε μεγαλοπρέπεια χωρὶς πλέον τὸν ναΐσκο του ἀλλὰ ὡς ἀναβλύζουσα μόνο πηγὴ μικρὴ καὶ σκεπασμένη σὲ σχῆμα φούρνου μέσα σὲ κρύπτη, σῴζεται αὐτὸ τῆς Ἀναλήψεως τὸ ὀποῖο μέχρι πρὸ τινὸς ἦταν ἀκουστὸ γιὰ τὰ θαυματουργά του ἀποτελέσματα.
 

Παρέα Τσεγκελκιωτῶν στὸ Ἁγίασμα τῆς Ἀνάληψης. Διακρίνονται: Ἑλένη καὶ Ναζοῦλα Πατρικιάδου, Λουκᾶς καὶ Βαρβάρα Κουλετσῆ, Δήμητρα Κωνοταντινίδου, Στέλιος Βασιλειάδης, Σωκράτης καὶ Βασίλης Κυρόπουλος, Τοτὸς καὶ Οὐρανία Ζάκου καὶ ὁ Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἀναστασίας Κωνσταντινίδη).

 
Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Ῥωμηοὶ εἴμαστε ἕνας κόσμος ποὺ ζήσαμε μὲ τοὺς θρύλους, τὶς μαντικὲς καὶ τὰ μυστικὰ ὁράματα ποὺ λίκνιζαν ἄλλωστε τὸ γένος σ᾽ ὅλη τὴ μακρινὴ διαδρομή του ἀπὸ τοὺς αἰῶνες τῆς ἀκμῆς ὡς τὰ χρόνια τῆς πιὸ μαύρης δυστυχίας. Κανένας λαὸς ὅσο ὁ Ἑλληνικὸς δὲν ὕφανε τόσο συχνὰ τὴν ὕπαρξή του μὲ τὸ θρύλο καὶ τὴν παράδοση, σὲ κανένα λαὸ τὰ προμαντέματα καὶ οἱ προφητικοὶ οἰωνοὶ δὲν ἄσκησαν τόσο ἀποφασιστικὴ ἐπιρροὴ ὄσο στὸ ἔθνος τὸ δικό μας. Ἴσως στὶς δύσκολες στιγμὲς ἔτσι νὰ γίνεται. Οἱ οἰωνοὶ καὶ τὰ προμαντέματα, ἡ πίστη στὰ θαύματα νὰ γίνονται στήριγμα στὴν ψυχὴ τοῦ γένους. Ἄλλωστε πῶς νὰ ἐξηγήσῃ κανεὶς τὴν πορεία αὐτὴ τῶν χωριανῶν ποὺ περνοῦσαν ἑπτὰ κορφοβούνια, κάθε χρόνο τὴν μέρα τῆς Ἀναλήψεως γιὰ νὰ βροῦν ἀνέπαφη, ὅπως ἦταν ἑκατοντάδες χρόνια, τώρα τὴν ἴδια πηγὴ στὸ ἴδιο τοπίο, καὶ νὰ τὴν τιμήσουν μὲ τὸν παραδοσιακὸ τρόπο γιορτασμοῦ. Οἱ Τούρκοι πιστεύοντας στὴ δύναμη τοῦ θαύματος δίνουν σ᾽ αὐτὸ τὸ ἁγίασμα τὴ δική τους ὀνομασία τ᾽ ἀποκαλοῦν «Τσομπὰν ἁγιάσμασι» δηλαδὴ «κρήνη τοῦ ποιμένος» καὶ ἴσως εἶναι τὸ μοναδικὸ ἁγίασμα ἀνάμεσα ἀκόμη καὶ στὰ πιὸ ξακουστὰ ποὺ οἱ Τούρκοι τὸ μετωνομάζουν στὴ γλῶσσα τους.

«Ὠσαύτως - λέει ὁ Μαν. Γεδεὼν - ἀπὸ φιλικῆς ἀνακοινώσεως ἔμαθον ὅτι Τσομπὰν ἁγιάσμασι καλεῖται τὸ τιμώμενον ἐπ᾽ ὀνόματι τῆς Ἀναλήψεως κείμενον εἰς ἀπόστασιν μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας ἀπὸ τοῦ εἰς τὸν Βόσπορον Βιθυνικοῦ χωριοῦ Τσεγκέλκιοϊ» καί, ἐνῷ ὑπάρχουν ἄλλα δύο ἁγιάσματα Ἀναλήψεως στὴν Κων/πολη, τὸ αὐθεντικὸ παραμένει αὐτὸ τοῦ Τσεγκέλκιοϊ, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴ Τσάμλιτζα στὸ βουνὸ Μπουλγουρλοῦ σὲ περιοχὴ ποὺ σήμερα καλεῖται Τσιναρλὶ - ντερέ.
 

Ὁ Νῖκος καὶ ὁ Ὄθων Παπαδόπουλος, ὁ Γιάννης ὁ Γαρύφαλος καὶ ὁ Μακρίδης σὲ φιλικὴ συντροφιὰ στὴν Ἀνάληψη.


Αὐτὸ τὸν ὁρεινὸ δρόμο διασκέλιζαν οἱ προσκυνητὲς κάθε χρόνο τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως, διαβαίνοντας τὶς δασωμένες περιοχὲς τοῦ χωριοῦ. Πεζοὶ οἱ περισσότεροι, καὶ λιγοστοὶ μὲ γαϊδουράκια. Ὁλόκληρες συντροφιὲς ἔφθαναν ἐκεῖ, ὅπου οἱ δρυάδες ἔβγαιναν μουσκεμένες ἀπ᾽ τὶς ἀπόκρυφες πηγές, καὶ παρέμεναν μέχρι τὸ σούρουπο, ἀφοῦ εἶχαν μαζί τους ὅτι χρειάζονταν, γιὰ νὰ περάσουν μία ξεχωριστὴ μέρα. Τὴν ἔμφαση για τὴν πανήγυρη αὐτὴ τὴν περιγράφει ὁ Μαν. Γεδεὼν τὸ 1835 ὡς ἑξῆς: «Ἡ πανήγυρις αὕτη πρὶν τῶν ἡμετέρων χρόνων ἧτο λίαν ὀνομαστὴ διὰ τὸ συρρέον ἀπὸ παρακειμένων χωριῶν πλῆθος. Ἴσως τοῦτο γίνεται καὶ σήμερον».

Δυστυχῶς δὲν γίνεται σήμερα ἀλλὰ τουλάχιστον μέχρι τὸ 1954 ἀνελλιπῶς γιορταζόταν μὲ κάθε λαμπρότητα ἡ θρησκευτικὴ αὐτὴ ἡμέρα καὶ ἡ νεολαία διασκέδαζε μὲ τὸν δικό της τρόπο κάτω ἀπ᾽ τοὺς ἤχους τῆς «ἀκορντεόν» καὶ μεσ᾽ τὰ πλαίσια τῆς συγκρατημένης ἐλευθερίας. «Λουλούδια ἄγρια, λευκάκανθοι, μέντες, φλισκούνι, μέλισσα κυκλάμινα, σαλκίμια, ἴριδες, χαμομήλι, ρίκια, ρίγανη καὶ φτερή. Αὐτὸν τὸν ὠκεανὸ πρασινάδας καὶ λουλουδιῶν περνούσαμε γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ ἁγίασμα τῆς Ἀναλήψεως ἔξω ἀπ᾽ τὸ χωριό» γράφει ὁ Ν. Παλαιόπουλος στὶς σημειώσεις του καὶ ἀναπολεῖ τὸ παρελθόν.

Τὸ μοναδικὸ ἁγίασμα ποὺ διασώθηκε ἀνέπαφο μέχρι σήμερα εἶναι τὸ ξακουστὸ καὶ Βυζαντινῆς προέλευσης Ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα, ποὺ ἔχει συραγγοειδὲς σχῆμα καὶ προχωρεῖ σὲ μεγάλο βάθος ἀδιερεύνητης ἔκτασης. Ἡ παράδοση ποὺ θέλει νὰ τὸ ἐμφανίσει ὡς τροφοδότη τοῦ ὑδραγωγείου τῆς Μονῆς τῶν Μετανοούντων ἐνισχύεται ἀπ᾽ τὴν σὲ μῆκος ἔκτασή του καὶ τὴν ἀφθονία, χειμῶνα, καλοκαίρι, τοῦ κρυστάλλινου νεροῦ του. Μέχρι τὸ 1950 ὑπῆρχαν σὲ μικρὴ ἀπ᾽ τὸ ἁγίασμα ἀπόσταση ἴχνη ὑδραγωγείου, ποὺ οἱ ντόπιοι τ᾽ ἀποκαλοῦσαν « χαζνὲ » καὶ βρισκόταν δίπλα στὸ νεκροταφεῖο, ὅπου συγκεντρώνονταν τὰ νερὰ τῆς Πηγῆς τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονα. Σήμερα ἡ κατάσταση ἀρχίζει νὰ ξεκαθαρίζῃ περισσότερο.
 

Ἀνάβαση στοὺς λόφους, ὅπου τὸ Ἁγίασμα τῆς Ἀνάληψης μὲ
γαϊδουράκια καὶ δισάκια γεμάτα μὲ τ᾽ ἀπαραίτητα ἐδέσματα.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Νικ. Παλαιόπουλου 1946).

 
Κατὰ μῆκος τοῦ δρόμου δεξιὰ ἀπὸ τὸν Ναὸ τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, βρέθηκε ἀρχαίας ἐποχῆς «καμάρα» τμῆμα δηλαδὴ ὑπόγειου ὑδραγωγείου. Δὲ χρειάστηκε γιὰ τὴν ἀποκάλυψη του νὰ προστρέξῃ κανεὶς στὴ βοήθεια τῆς ἀρχαιολογικῆς σκαπάνης. Δὲν ἀπαιτήθηκε εἰδικὴ μελέτη ἀπὸ εἰδήμονες, γιὰ νὰ καθορισθῆ ἡ θέση τοῦ ἀπίστευτου αὐτοῦ εὑρήματος. Ἡ φύση ἀπὸ μόνη της ἀποκάλυψε αὐτὸ τὸ θαυμάσιο ἀρχαϊκὸ λείψανο μὲ τὸν πλέον ἀπίθανο τρόπο. Οἱ ρίζες μιᾶς γέρικης συκιᾶς στὴν ὁδὸ Τανρὶ - βερντὶ δίπλα ἀπ᾽ τὸ πατρικὸ σπίτι τοῦ Στ. Βουτυρἁ ἦταν αὐτὲς ποὺ συμπιεσμένες προφανῶς μέσα στὴ γῆ γι᾽ ἀρκετὲς δεκαετίες ἄσκησαν τὴ σχετική πίεση ποὺ συνέτεινε νὰ σπρώξουν ἕνα τμῆμα τοῦ παλιοῦ ὑδραγωγείου πρὸς τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς.

Ἔτσι τώρα τὸ πέτρινο αὐτὸ λείψανο εἶναι καλὰ ὀρατό, ἀλλὰ χωρὶς καμιὰ εἰδικὴ μέριμνα ἀπὸ τὶς ἀρχὲς στέκει ἀφημένο στὴν τύχη του μέχρι ποὺ νὰ φθάσῃ σ᾽ αὐτὸ τὸ χέρι ἢ τὸ μηχάνημα τοῦ οἰκοδόμου καὶ νὰ τὸ ἐξαφανίσῃ. Καὶ φανταζόμαστε πὼς δὲ θὰ εἶναι τὸ μοναδικὸ τμῆμα τοῦ ἀρχαίου ὑδραγωγείου ποὺ ἡ κατεύθυνση του εἶναι πρὸς τὸν ναὸ τοῦ Ἁγ. Γεωργίου. Θὰ βρεθοῦν κὶ ἄλλα τμήματα, γιὰ ν᾽ ἀποδειχθῇ περίτρανα ὅτι τὸ μαρμάρινο γλυπτὸ ποὺ παριστάνει τὴν κεφαλὴ λεονταριοῦ μὲ τὴν πλούσια σὲ κυμάνσεις χαίτη του καὶ ποὺ βρίσκεται ἐντοιχισμένο στὸ προαύλιο τοῦ ναοῦ ἦταν ὁ τελικὸς ἀποδέκτης τοῦ νεροῦ ποὺ ἔφερνε ἡ σύραγγα τοῦ ὑδραγωγείου ἀπ᾽ τὸν Ἁγ. Παντελεήμονα στὴ Μονὴ τῶν Μετανοούντων.
 

Τὸ μαρμάρινο κεφάλι τοῦ λιονταριοῦ, ἀπ᾽ ὅπου ἔτρεχε τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, ποὺ ἐρχόταν ἀπ᾽ τὸ ὑδραγωγεῖο τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονα τὸν 6ο μ.Χ. αἰῶνα. (Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

 
Τὸ ἀρκετὰ μεγάλο σὲ μέγεθος εὖρος τοῦ στόματος τοῦ λεονταριοῦ μᾶς δίνει τὴν αἴσθηση ὅτι ἀποτελοῦσε τὸ τμῆμα τοῦ κρουνοῦ, τῆς ἐξόδου δηλαδὴ τοῦ νεροῦ στὸν πανάρχαιο αὐτὸ χῶρο, ὅπου σήμερα εἶναι κτισμένος ὁ Ἅγιος Γεώργιος.

Τὸ Ἁγίασμα κάποτε βρισκόταν σὲ ὑπαίθριο χῶρο μεταξὺ ἀμπέλων καὶ χωραφιῶν, ὅπως λέει ὁ Μαν. Γεδεών, ποὺ τὸ ἐπισκέφθηκε τὸ 1875 καὶ τὸ χαρακτήρισε «λείψανον ὑδραγωγείου». Τὸ 1880 μὲ τὴν φροντίδα τοῦ ἀρχιμανδρίτη Διονυσίου διαμορφώθηκε σὲ μικρὸ «εὐκτήριο οἶκο». Αὐτὸς ὁ προοδευτικὸς καὶ ἐργατικὸς ὑπηρέτης τῆς Χριστιανοσύνης, καλλώπισε τοὺς γύρω ἀπέραντους ἰδιόκτητους κοινοτικοὺς χώρους, ἔφτιαξε τὰ « σέτια » τοῦ κήπου, δηλαδὴ ἰσοπέδωσε τὶς διάφορες ὑψομετρικὲς ἀνωμαλίες καὶ δημιούργησε χώρους καθιστικοὺς καὶ καλλιεργήσιμους. Στὴν εἴσοδο τοῦ ἁγιάσματος ὑπάρχει μαρμάρινη πλάκα μὲ ἡμερομηνία 1 Ἰουλίου 1880 ποὺ γράφει μεταξὺ ἄλλων «... ναΐσκου ἐγείρας, ζήλῳ ἐκόσμισε δέρμῳ τὴν ἱεράν σου πηγήν».
 

Μαρμάρινη πλάκα ποὺ δηλώνει τὶς ἐργασίες ἀνοικοδόμησης τοῦ ναΐσκου τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα. (Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

 
Ὁ τάφος τοῦ Διονυσίου, ποὺ πέθανε τὸ 1885, βρίσκεται στὴν εἴσοδο τοῦ ἁγιάσματος καὶ ἡ κοινοτικὴ ἀρχὴ γιὰ τὶς ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερε στὴν ἐνορία τὸν ἐτίμησε μὲ τὸν τίτλο τοῦ Μεγάλου Εὐεργέτη.

Τὸ 1909 ὁ ναΐσκος ἀνοικοδομήθηκε καὶ πῆρε τὴ σημερινή του μορφή. Τὴ δαπάνη ἀνέλαβαν ἐξολοκλήρου οἱ ἀδελφοὶ Χατζόπουλοι, ἐνῷ ταυτόχρονα ἡ ἐφοροεπιτροπὴ προέβηκε σὲ ἐνέργειες τέτοιες, ποὺ να κάνῃ γνωστὸ τὸ ἁγίασμα στὸ εὐρὺ κοινό. Διοργάνωσε ἐκδήλωση στὴν ὁποία συμμετεῖχαν προσωπικότητες, δημοσιογράφοι, οἰκονομικοὶ παράγοντες τῆς Πόλης, καὶ ἔτσι μετὰ τὶς ὡραῖες τους ἐμπειρίες γιὰ τὸν χῶρο καὶ τὴν ἐντύπωση ποὺ τοὺς προκάλεσε ἡ ἐμφάνιση τοῦ Βυζαντινοῦ ἁγιάσματος συνέτειναν νὰ γίνῃ γνωστὸ στὸ εὐρὺ κοινὸ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἐξοχικοῦ αὐτοῦ τόπου καὶ ὁ χαρακτῆρας τῆς ἰαματικῆς πηγῆς.

Τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονα ἀλλὰ καὶ σ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ χρόνου τ᾽ ἁγίασμα ἀποτελεῖ πόλο ἔλξης τῶν προσκυνητῶν. Ὁ ἀθλοφόρος καὶ ἰαματικὸς Παντελεήμονας συγκεντρώνει τοὺς «παθόντες» καὶ «πάσχοντες» ἀπ᾽ ὅλα τὰ μέρη τῆς Κων/πολης, ἔτσι ποὺ ὡς σλόγκαν ἀναφέρεται συχνὰ τὸ «κουτσοί, στραβοὶ στὸν Ἅη Παντελεήμονα».

Ἦταν πράγματι στοὺς καλοὺς καιροὺς συγκινητικὸ τὸ θέαμα νὰ βλέπῃ κανεὶς ν᾽ ἀνηφορίζουν τὸν δρόμο πρὸς «τὴν πηγὴ τῆς ἴασης καὶ τῆς ἐλπίδας» ἄνθρωποι μὲ πατερίτσες, μὲ καροτσάκια ἀναπηρικά, χωλοὶ καὶ κάθε εἴδους ἀνάπηροι μὲ γεμάτα στὰ στήθια τους τὴν πίστη νὰ βροῦν ἴαση καὶ νὰ περιχυθοῦν ἀπ᾽ τὸ ἰαματικὸ λοῦσμα τοῦ ἀγιάσματος ποὺ στὴν προμετωπίδα του ἔγραφε «ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ» ρητὸ ποὺ διαβάζεται καὶ ἀντίστροφα.

 Φυσικὰ ἡ ἐπίσκεψη καὶ τὸ προσκύνημα στὸ ἁγίασμα συνοδευόταν ἀπὸ μία ἄνετη παραμονὴ ὅλη τὴ μέρα στὸ γραφικὸ καζινάκι τοῦ κήπου, ὅπου οἱ ἐπισκέπτες ἔφεραν μαζί τους τ᾽ ἀπαιτούμενα φαγητά, γιὰ νὰ περάσουν τὴν ἡμέρα τους στὴν ἐξοχή. Τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς (27 Ἰουλίου) γινότανε μεγάλο γλέντι μὲ μουσικὰ ὄργανα καὶ λατέρνες μὲ χοροὺς καὶ τραγούδια καὶ φαγοπότια ποὺ κρατοῦσε τρία μερόνυκτα, κάτω ἀπ᾽ τοὺς πλάτανους, τὶς ἀγριοκαστανιὲς καὶ τὰ βαθύσκια δένδρα, ποὺ περιέκλειαν ὅλο τὸ χῶρο, ἀπ᾽ ὅπου κανεὶς ἀγνάντευε τὸν δαντελωτὸ Βόσπορο ποὺ ἔμοιαζε σὰν μία τεράστια λίμνη.
 

Τὸ τέμπλο τοῦ ναΐσκου τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα.
 (Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

 
Τὴν παραμονὴ τῆς γιορτῆς σ᾽ ἀντίθεση μὲ τὸ γλέντι τῆς ἑπομένης μέρας, βαλλόταν ὁλονύκτια παράκληση, ποὺ τὴν ὀνόμαζαν «ἀγρυπνία», ἐνῷ τὸ πρωΐ τελούνταν πανηγυρικὴ θεία λειτουργία στὸν Ἁγ. Γεώργιο καὶ τὸ ἐκκλησίασμα «ἐν λιτανεία » μὲ ἐπικεφαλὴς τὸν Μητροπολίτη Χαλκηδόνας καὶ τὴν ἱερατικὴ ἀκολουθία ὅδευαν πεζοὶ πρὸς τὸ ἁγίασμα ψάλλοντας τὴν δοξολογία.
 
Ἡ πηγὴ τοῦ Ἁγιάσματος ζωγραφισμένη ἀπ᾽ τὸν Νικ. Παλαιόπουλο.
 
Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἐντυπωσιάζει καὶ ποὺ ἔχει ἰδιαίτερη σημασία εἶναι τὰ πέντε κοκκινόψαρα ποὺ κολυμποῦν μόνιμα - ἐδῶ καὶ αἰῶνες - στὸ κρυστάλλινο καὶ γλυφὸ νερὸ τοῦ ἁγιάσματος. Μὲ τὸ κάλεσμα τοῦ κάθε προσερχόμενου «Παντελῆ, Παντελῆ» ἐμφανίζονται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς σήραγγας σὲ κλάσματα δευτερολέπτου καὶ στέκονται μπροστά σου σὰν νὰ σὲ θωροῦν κατάματα.

Ὁ μικρὸς ναὸς ποὺ ἔχει διαστάσεις 5 Χ 10 τ.μ. περικλείεται ἀπὸ γραφικὴ πλακόστρωτη εἴσοδο μὲ «τσαρδάκι» ποὺ τὴ σκεπάζουν ἀναρριχητικὰ φυτά. Τὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ ποὺ εἶναι ξύλινο καὶ πρόσφατα κατασκευασμένο φέρει διάφορες εἰκόνες φιλοτεχνημένες ἀπὸ τοὺς ἁγιογράφους Ε. Γραμμενόπουλο - Ἀγραφιώτη (1888 - 1920) τὸν Εἰρηναῖο Κόβα (1894-1972) τὴν Ὄλγα Πετρίδου (1898-1980) τὸν Δημήτρη Φραγκόπουλο καὶ ἄλλων γνωστῶν καλλιτεχνῶν, ποὺ ἀποτελοῦν δωρήματα καὶ ἀφιερώματα στὸν ἰαματικὸ Ἅγιο. Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ναΐσκου εἶναι ἀπέριττα διακοσμημένο, ὅπως ἁρμόζει σ᾽ ἕνα ἐξοχικὸ ξωκλήσι. Δύο ἀναλόγια ἱεροψαλτῶν, ἕνα ἐπιτροπικὸ παγκάρι καὶ λιγοστὰ στασίδια συνθέτουν τὸν ὅλο ἐσωτερικὸ διάκοσμο, ὅπου δεσπόζει ἡ μαρμάρινη πρόσοψη τῆς σύραγγας μὲ τὸ βαθουλὸ νεροχύτη καὶ τ᾽ ἀργυρᾶ «τάσια», γιὰ νὰ πίνουν τ᾽ ἁγίασμα οἱ προσκυνητές.
 

 Ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονα μὲ τὰ διάφορα δωρήματα.

 
Στὴ δεξιὰ πλευρὰ τοῦ ναΐσκου ὑπάρχει ἕνας μικρὸς χῶρος τὸν ὀποῖο χρησιμοποιοῦν οἱ προσερχόμενοι ὡς «λουτῆρα», δηλαδὴ εἶναι ὁ χῶρος ὅπου εἰσέρχονται καὶ περιλούονται οἱ πιστοί, γυμνοὶ συνήθως, μὲ τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, ἐκδηλώνοντας τὰ Χριστιανικά τους αἰσθήματα. Γενικὰ τὸ ἐκκλησάκι ποὺ κτίσθηκε μὲ σκοπὸ νὰ στεγάσῃ τὴν ἀναβλύζουσα πηγὴ εἶναι μικρό, συμπαθητικὸ καὶ ἁπλό.

Ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, τοῦ προστάτη καὶ τοῦ ἰατροῦ Παντελεήμονα, εἶναι στημένη σε περίοπτη θέση. Τὰ χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ εὐλαβικὰ ἀφιερώματα στὴν πλειοψηφία τους ἀπεικονίζουν μικρογραφικὰ μέλη τοῦ σώματος (χέρια, πόδια, κεφάλια, μύτες, μάτια κ.λπ.). Δὲν παραλείπονται ὅμως καὶ ἄλλου εἴδους τάματα ὅπως καντῆλες, καραβάκια, σπίτια καὶ κάθε εἴδους μικροαπομιμήσεις ποὺ σκεπάζουν ὁλότελα τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου. Ἡ πληθώρα αὐτὴ τοῦ μετάλλου ὁδήγησε τοὺς κοινοτικοὺς ἄρχοντες κατὰ διαστήματα - συνήθως ἀνὰ πενταετία - νὰ ἐξαργυρώνουν τὸν ἄργυρο καὶ μὲ τὰ χρήματα ποὺ εἰσέπρατταν νὰ συντηροῦν τὸν Ναὸ καὶ τὸ Ἁγίασμα.
 

Μαρμάρινη λάρνακα παλιᾶς τεχνοτροπίας στὸν περίβολο τοῦ Ναοῦ. (Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

 
Γιὰ τὴν περιποιήση καὶ τὴν τήρηση τῆς καθαριότητας τοῦ Ἁγιάσματος ὑπῆρχαν ἀπὸ παλιὰ μόνιμοι ὑπεύθυνοι κανδηλανάπτες ποὺ ἔμεναν καὶ συνέχιζαν νὰ διαμένουν στὸ παρακείμενο κτῖσμα σὲ μία ὀνειρεμένη γωνιά τοῦ ὅλου συγκροτήματος.

Πέραν ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια, γιὰ τὰ ὁποῖα τὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἡ δραστηριότητα σὲ πολλὲς ἐποχὲς ξεπέρασε τ᾽ ἀναμενόμενο, οἱ Τσεγκελκιῶτες ὅπως καὶ ὅλοι οἱ Κωνσταντινουπολίτες ἔτρεφαν ἰδιαίτερο σεβασμὸ καὶ ἀγάπη στοὺς νεκρούς τους.

Τὸ πρόβλημα τῆς εὕρεσης κατάλληλου χώρου γιὰ νεκροταφεία ἀπασχόλησε τοὺς ὑπεύθυνους ἀπὸ τὰ πολὺ παλιὰ χρόνια. Κάποτε γύρω στὸ 1700 οἱ νεκροὶ θάβονταν κοντὰ στην ἐκκλησία κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὰ σημερινὰ «σέτια» τοῦ Ἁγιάσματος στὸ χῶρο ποὺ τὸν ὀνόμαζαν «καταλώνια». Αὐτὸ προκύπτει ἀπὸ ἕνα χοτζέτι (ἀπόφαση) τοῦ 1750 ποὺ βρίσκεται στ᾽ ἀρχεία τῆς κοινότητας καὶ ποὺ ἀποφαίνεται γιὰ τὴν ἔξωση κάποιου Ἰσμαΐλ Σούμπασι γιὰ παράνομη κατοχὴ χώρου. Ὁ Σούμπασης αὐτὸς (πιθανότατα ὑδραυλικός) μὲ ἀθέμιτο τρόπο μετέστρεψε τὸ νερὸ τοῦ ἁγιάσματος, μπῆκε στὸ νεκροταφεῖο, ξέθαψε τὰ ὀστᾶ τῶν νεκρῶν καὶ προσπάθησε νὰ κατασκευάσῃ δεξαμένη γιὰ νὰ ἐκμεταλλευτῇ τὸ πόσιμο νερό.

Μετὰ ἀπ᾽ τὴν περιοχὴ αὐτή, ποὺ ἄρχισε νὰ κατοικεῖται, τὸ νεκροταφεῖο μεταφέρθηκε στὸν ἀπέναντι λοφίσκο ποὺ εἶναι κοντὰ στὸ σχολεῖο τοῦ χωριοῦ. Ὁ χῶρος ἐντοιχίστηκε ἐξωτερικά, ἐνῷ διαρρυθμίστηκε καὶ τὸ ἐσωτερικό του μὲ διαδρόμους, πρασιὲς καὶ δενδροφυτεύθηκε ἔτσι ποὺ νὰ μὴ φαίνεται ἀντιαισθητικὸ ἀπὸ τοὺς περίοικους. Πολλὲς ἐπιτύμβιες πλάκες, ποὺ διατηρήθηκαν μέχρι τὸ 1960 ἔδιναν χρήσιμα στοιχεῖα γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ χωριοῦ, καὶ τοὺς ἀνθρώπους του. Πολλὲς ταφόπετρες ἦταν κομψοτεχνήματα προσαρμοσμένα ἀνάλογα μὲ τὴν περίπτωση. Ἄγγελοι, παρθένες, νεογνὰ σὲ διάφορες παραστάσεις. Ἀκόμη καὶ φάσεις πολεμικὲς καὶ κάστρα γκρεμισμένα πάντοτε ὅμως πλαισιωμένα ἀπὸ κάποια γραφή, κάποιο ποίημα ἢ ἰαμβικὸ στίχο. Τέτοια μνημεῖα, καὶ κοιμητήρια εἶχε πολλὰ τὸ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας καὶ ἔδιναν τὸ δεῖγμα τῆς κοσμητικῆς τέχνης μὲ τὴν ἀνατολίτικη ἀντίληψη τοῦ τεχνίτη. Πολλὰ ἀπ᾽ αὐτά, μὲ τὴ συρρίκνωση τοῦ χώρου τοῦ προαυλίου τοῦ Ναοῦ χρησιμοποιήθηκαν, ὅπου ὑπῆρχε ἀνάγκη γιὰ μαρμαρικὲς ἐργασίες, ἐνῷ ἀρκετὰ ἀπ᾽ αὐτὰ διαφυλάχθηκαν καὶ μαρτυροῦν τὴν ἱστορία τοῦ χωριοῦ καὶ τῶν κατοίκων του.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ δημοσίευμα τοῦ 1884 ποὺ ἀφορᾶ τὸν θάνατο ἑνὸς ἔγκριτου Τσεγκελκιώτη ποὺ ἀναφέρει «ἐν Τσεγκέλκιοϊ τοῦ Βοσπόρου ἀπεβίωσε τῇ ις´ ὁ ἐκ τῶν χρηστοτέρων καὶ ἀγαθῶν πολιτῶν τῆς Κων/πόλεως γόνος ἀβραμιαίου ὄντως καὶ εὐσεβοῦς οἴκου Ἰωακεὶμ Ἀναστασιάδης. Ἡ κηδεία τοῦ μακαρίτου ἐγένετο τὴν ἐπιοῦσαν περὶ μεσημβρίαν μετὰ πάσης καὶ νενομισμένης νεκρικῆς πομπῆς ἐν πλείστῃ συνοδείᾳ οἰκείων, φίλων καὶ γνωστῶν προεξάρχοντος τοῦ Μητροπολίτου Χαλκηδόνος μετὰ τοῦ ἱεράρχου Εἰρηνουπόλεως. Παρακολουθοῦν δὲ ὡς οἰκεῖος ὁ πρόεδρος Νικαίας Διονύσιος, ὁ Νεοκαισαρείας Κωνσταντῖνος, καὶ ἐκ μέρους τῶν Πατριαρχείων ὁ Μέγας Πρωτοσύγκελος. Ἐπὶ τοῦ φερέτρου τοῦ μακαρίτου ἐτέθησαν 12 στέφανοι ὧν εἳς τῶν Φιλανθρωπικῶν Ἐθνικῶν Καταστημάτων μετὰ προσφωνήσεως λίαν συγκινητικῶς τοῦ προέδρου τῆς ἐφορίας αὐτῶν Λαζάρου Ζαρίφη. Ὁ νεκρὸς ἐτάφῃ μετενεχθεὶς εἰς τὸ ἐν τῇ Ζωοδόχῳ Πηγῇ νεκροταφεῖον».
 
ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΤΑΦΟΙ ΣΤΟΝ ΠΕΡΙΒΟΛΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ
Ἔργα τέχνης τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ καταλύματα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. Πόσα μεγάλα δράματα
δὲν ἔχουν νὰ διηγηθοῦν οἱ χορταριασμένες αὐτὲς πλάκες τῶν σιωπηλῶν κοιμητηρίων, σὲ τούτη τὴ γαληνεμένη γωνιὰ
τοῦ Ναοῦ, ἐδῶ π᾽ ἀνθίζουν οἱ λευκοὶ σταυροὶ ἀνάμεσα στὰ σκουροπράσινα κυπαρίσσια. (Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).
 
Τὸ 1960 ὁ λόφος τοῦ νεκροταφείου ἀπαλλοτριώθηκε καὶ οἰκοδομήθηκε πάνω στὰ ὀστᾶ τῶν Χριστιανῶν Τουρκικὸ Γυμνάσιο με τὴν ἐπωνυμία «Μεχμετσὶκ ὀκουλού» παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ καιρὸ εἶχε ἐγκαταλειφθεῖ ὡς ἐν ἐνεργείᾳ νεκροταφεῖο καὶ ἀπὸ τὸ 1935 εἶχε μεταφερθεῖ σὲ κτῆμα τοῦ χωριοῦ στὰ μετόπισθεν τοῦ Γενὶ Μαχαλᾶ μακρυὰ ἀπὸ κατοικημένες περιοχές. Τὸ σημερινὸ κατάλυμα τῶν νεκρῶν εἶναι φτωχὸ κὶ ἀπέριττο. Μόνο κάποια συστοιχία ἀπὸ ψηλὰ κυπαρίσσια μαρτυροῦν τὴ μελαγχολικὴ γαλήνη ποὺ ἀπλώνεται γύρω. Οἱ ταφόπλακες, ἔχουν γείρει, ἄλλες εἶναι ὁλότερα ξεριζωμένες κὶ ὅπως ἦταν πολλὲς μαζὶ ἀνακατωμένες τὶς ἔπαιρνες γιὰ ἀπολιθώματα κάποιου τέρατος οἰκοδομικοῦ.

Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης