Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

Τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ αὐτοῦ τοῦ τύπου τοῦ Ναοῦ ποὺ τὰ διακρίνουμε καὶ στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου εἶναι:
α) ἡ κάτοψη ποὺ ἔχει ὀρθογώνιο σχῆμα καὶ χωρίζεται μὲ κιονοστοιχίες (6 + 6) παράλληλες πρὸς τὶς μεγάλες πλευρές,
β) τὸ κεντρικὸ κλίτος ποὺ καταλήγει σὲ μισοστρόγγυλη ἐσωτερικὴ ἁψῖδα καὶ καλύπτεται κατὰ κανόνα μὲ τεταρτοσφαίριο, γιὰ ν᾽ ἀποτελέσῃ τὸ «φόντο» στὴν Ἁγία Τράπεζα,
γ) ἡ ξυλίνη στέγη τοῦ ναοῦ μὲ ὑπερυψωμένο τὸ κεντρικὸ κλίτος του γιὰ νὰ φωτίζεται ἀπ᾽ τὰ πλάγια κλίτη,
δ) τὴ μορφὴ τοῦ Ναοῦ ποὺ θυμίζει δρόμο μὲ στοὲς (γι᾽ αὐτὸ οἱ Βυζαντινοὶ ὀνόμαζαν τοὺς δρόμους κλίτη καὶ τὸ κτίριο δρομικό) προσαρμοσμένο στὶς πομπὲς τῆς Χριστιανικῆς λατρείας.

Αὐτὸς ὁ τύπος τῶν ναῶν ἀνάγεται στὴν Α´ περίοδο δηλαδὴ στὴν ἐποχὴ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸ μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τῆς δυναστείας τῶν Μακεδόνων (527 - 867). Ὅπως καὶ ἐξιστορήθηκε τὸ σημερινὸ κτίσμα εἶναι κατασκεύασμα ἐποχῆς ποὺ ὑπολείπεται λίγα χρόνια ἀπὸ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης. Τὰ θεμέλια ὅμως πάνω στὰ ὁποῖα ἀνηγέρθηκε ὁ ναὸς ἀνῆκαν στὸν ναὸ τῆς Μονῆς τῶν Μετανοούντων, κτίσμα ἀκριβῶς τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰουστινιανού, ποὺ ἀποτέλεσε τὴ βάση τοῦ σημερινοῦ οἰκοδομήματος.

Ὑπάρχουν ἐξάλλου ἀκόμα μερικὰ ὑπολείμματα στὸ ἀρκετὰ ἐκτεταμένο χῶρο τοῦ περίγυρου τοῦ ναοῦ ὅπως ἀρχαία μαρμάρινη κολυμβήθρα στολισμένη μὲ σταυροὺς κὶ ἑλληνικὰ σύμβολα, τεμάχια ἀπὸ σπασμένες κολῶνες τοῦ Ναοῦ, καὶ μεγάλες λίθινες πλάκες στηρίγματα προφανῶς θεμελίων, καὶ μικρὰ θωράκια.
Θωράκια μὲ νάγλυφες διακοσμήσεις. (Φωτ/φίες Δημ. Παλαβίδη).
Τὰ περισωθέντα αὐτὰ θωράκια κατὰ μία ἄποψη ἀνήκουν εἰς τοὺς χρόνους ἱδρύσεως τοῦ Ναοῦ. Ἂν παραβάλουμε τὰ ἀνάγλυφα, τοὺς σταυροὺς καὶ τὰ θωράκια μέ ἀνάγλυφες παραστάσεις τὸν ἔφιππο Ἄγιο Γεώργιο θὰ πρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι ἀνήκουν στοὺς λίγο πρὶν τὴν Ἅλωση χρόνους, ὁπότε καὶ προϋπῆρχε ὁ Χρυσοκέραμος Ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Φυσικὰ ἡ σημερινή τους θέση
α) στὸ Ἀνατολικὸ ἐξωτερικὸ τμῆμα καὶ
β) στὸ Δυτικὸ ἐξωτερικὸ τμῆμα τῆς εἰσόδου τοῦ Ναοῦ εἶναι ἐνδεικτική, γιατὶ αὐτὰ προσαρτίστηκαν στὸ Ναὸ ποὺ ὑπέστη ἀργότερα μετατροπὲς καὶ ἀνοικοδομήσεις ἰδιαίτερα τὸ 1830 καὶ ἀργότερα τὸ 1925. Ἡ περίπτωση τὰ θωράκια αὐτὰ να εἶναι παλαιοβυζαντινῆς τεχνοτροπίας ποὺ ἐντειχίσθηκαν βραδύτερον στοὺς Ναοὺς τῶν ὑστερότερων Βυζαντινῶν χρόνων λόγω φθορᾶς τῶν παλαιῶν δὲ φαίνεται νὰ ἔχῃ βάσιμες ἐνδείξεις γιατὶ ἡ τεχνικὴ τῶν εὑρημάτων δὲ μᾶς πείθει γιὰ τὴν ἀρχαιότητα τους. Τὸ πολὺ νὰ θεωρηθοὺν κατασκευάσματα τοῦ 14ου  αἰῶνα. Θὰ ἦταν ὅμως χρήσιμο ἡ ἀνακάλυψη αὐτὴ τῶν λειψάνων τοῦ ἀρχαίου κόσμου νὰ μελετηθῇ ἀπὸ εἰδικούς, ὥστε νὰ γίνῃ ἐφικτὴ ἡ ἱστορική τους τοποθέτηση, νὰ δοθῇ ἡ κατάλληλη ἐκτίμηση, ἔτσι ὥστε νὰ ἐπιτελεσθῇ ὁ προορισμὸς ποὺ ἔχουν στὸ ν᾽ ἀνασυνθέτουν τὸν πολιτισμὸ κάθε περασμένης ἐποχῆς. Τὰ μικρὰ αὐτὰ τεμάχια παρέμειναν, γιατὶ θεωρήθηκαν ἄχρηστα καὶ ἀκατάλληλα, ἐνῷ τὰ ἀκέραια κιονόκρανα καὶ οἱ ἀπείραχτοι ἀπὸ τὸν χρόνο κίονες μεταφέρθηκαν τὸν 16ο αἰῶνα στην Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ χρησιμοποιηθοῦν στὴν κατασκευὴ τοῦ τεμένους Σουλειμανιὲ τὸ 1550. Αὐτὴ ἡ πληροφορία μᾶς παρέχεται ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν μεταφερομένων ὑλικῶν, ἀπὸ ἀρχαίους ναοὺς καὶ Βυζαντινὰ κτίσματα ὅλης τῆς ἐπικρατείας, καὶ γράφει «Ἀπὸ τὸ χωριὸ Τσεγκὲλ καὶ μεσ᾽ ἀπὸ τὸν κῆπο, κίονες πολύτιμοι μὲ ἀσπρόμαυρες γραμμώσεις». Χωρὶς φυσικὰ ν᾽ ἀναφερθῇ μέχρι σήμερα ὅτι καὶ σὲ προγενέστερες ἐποχὲς πιθανὸν νὰ μεταφέρθηκαν καὶ ἄλλα ἀρχαιολογικῆς ἀξίας τεμάχια.

Ὅσα ἀπὸ τὰ πράσινα κεραμίδια τοῦ Χρυσοκεραμιώτη Ἁγίου Γεωργίου ἀπέμειναν, φυλάγονται στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Ναοῦ γιὰ νὰ μαρτυροῦν τὶς ρίζες καὶ τὴν ἱστορία του. (Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

Ὁ πρασινωπὸς κίονας ποὺ βρέθηκε σὲ πρόσφατη ἀνασκαφὴ κοντὰ στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ ἀξιολογήθηκε ὡς verde antico  λείψανο τοῦ παλατιοῦ τῶν Σοφιανῶν ἔδωσε τὴν εὐκαιρία στὸν Timoni νὰ ἐξάγῃ κάποια συμπεράσματα ποὺ ἀγγίζουν τὴν πραγματικότητα. Ὁ ἀρχαιολόγος αὐτὸς ἀποφάνθηκε ὅτι ὁ πράσινος κίονας καὶ τὰ πράσινα κεραμίδια ἀποτελοῦσαν τὸ συγκρότημα ποὺ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση εἶχε τὴν ὀνομασία Χρυσοκέραμος. Σύμφωνα πάλι μὲ τοὺς ἰσχυρισμούς του, ὄλο τὸ πολύτιμο ὑλικὸ μεταφέρθηκε, γιὰ νὰ οἰκοδομηθῇ ἔνας μικρὸς Ὀθωμανικὸς εὐκτήριος οἶκος στὸ Yalı Köşkü (Γιαλὶ κιόσκ) στὸ Σεράϊ-Μπουρνού, ὁ ὁποῖος εἶναι στολισμένος μὲ τὰ πράσινου χρώματος ὑλικὰ τοῦ Χρυσοκεραμιώτη Ἁγίου Γεωργίου καὶ ἀποκαλεῖται Γιεσίλ-κιρεμὶτ τζαμισὶ (τζαμὶ πράσινων κεραμίδων).

Στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ καὶ σὲ εἰδικὴ προθήκη φυλάγονται μέχρι καὶ σήμερα πέντε χρυσοπράσινα κεραμίδια ἀπὸ τὰ χιλιάδες ποὺ κάλυπταν κάποτε τὴν τεράστια στέγη τοῦ ναοῦ. Αὐτὰ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου χρύσιζαν ἀντανακλώντας ἔντονες ἀνταύγειες, ποὺ εἶχαν ὡς ἐπακόλουθο νὰ ὀνομασθῇ τὸ χωριὸ Χρυσοκέραμος.

Τὰ κεραμίδια εἶναι κατασκευασμένα ἀπὸ πηλὸ καὶ βερνικωμένα μὲ χρυσοπράσινο ἐπίχρισμα ἀπὸ πορσελάνη. Γιὰ νὰ διαιωνίσουν τὴν ἱστορία τοῦ ναοῦ τους οἱ χωριανοὶ ἐξέδωσαν φυλλάδιο στὸ ὀποῖο ἀναγράφεται ὅτι «ὁ ἐπ᾽ ὀνόματι Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χρυσοκεραμέως τιμώμενος Ἱερὸς ναὸς τοῦ προαστείου τῆς ἡμετέρας κοινότητος, τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ ἔχει ὡς ἐκ παραδόσεως φέρεται ἀπὸ τῶν χρόνων μᾶλλον πρὸ τῆς Ἁλώσεως ἢ τῶν μετὰ τούτων, ὡς τοῦτο μαρτυρεῖται ἐξ ἐρειπίων καὶ ἄλλων ἀντικειμένων τῇδε κακεῖσαι διεσπαρμένων, ὡς καὶ τινῶν χρυσοπρασίνων κεράμων τοῦ ναοῦ μέχρι τοῦ νῦν σῳζομένων καὶ διατηρουμένων».

Μετὰ τὴν παράθεση τῶν στοιχείων θὰ ἦταν ἀφελὲς νὰ ὑποθέσῃ κανεὶς ὅτι πρὶν τὸν 18ο  αἰῶνα οἱ κάτοικοι τοῦ Τσεγκέλκιοϊ δὲν εἶχαν ναὸ νὰ ἐκκλησιάζονται. Πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση καὶ μετὰ ἀπ᾽ αὐτὴν ὑπῆρχαν ναοὶ σὲ κάθε προάστειο ἄλλοι ἀπὸ τοὺς ὁποίους καταστράφηκαν ἀπὸ τὴν φθορὰ τοῦ χρόνου, ἄλλοι κάηκαν, ἄλλοι ἐτοιμόρροποι καὶ μικροὶ γκρεμίστηκαν γιὰ νὰ κτισθοῦν νέοι. Αὐτὸ συνέβηκε καὶ στὸ Τσεγκέλκιοϊ. Ἡ ἀνοικοδομηθεῖσα ἐκκλησία, ὅπως γράφει ὁ Ἰ. Μηλιόπουλος, «ἔχει πλάκες μαρμάρινες τοῦ ἐδάφους, σκαλοπάτια καὶ ἐπιγραφὲς ποὺ πάρθηκαν ἀπ᾽ τὸ νεκροταφεῖο ποὺ βρίσκεται στὸν πάνω ἀπ᾽ τὸν ναὸ δρόμο καθὼς καὶ ἀπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ Ὑδραγωγείου τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα».

Εἶναι ὅμως καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου μὲ ἔντονα σημάδια τῆς πολυκαιρίας καὶ τῆς φθορᾶς, ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν 15ο αἰῶνα. Παρὰ τὴν μισοκατεστραμμένη της μορφή, διακρίνεται ἡ ἐπιγραφὴ «Ἅγιος Γεώργιος ὁ Χρυσοκεραμιώτης» καὶ παριστάνει τὸν Ἅγιο ἔφιππο νὰ δίνῃ τὴν χαριστικὴ βολὴ στὸν δράκο καὶ τὰ θηρία τῆς ἀποκάλυψης. Εἶναι αὐθεντικὴ εἰκόνα ποὺ ἀνακαινίσθηκε τὸ 1775 καὶ συντηρήθηκε ἀπὸ τὸν προϊστάμενο τοῦ Ναοῦ τὸν ἀρχιμανδρίτη Παρθένιο. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἀρκετὲς ἀπομιμήσεις τῆς εἰκόνας, ποὺ, ἐφ᾽ ὅσον μετέχουν τοῦ πρωτοτύπου, τῆς ὀφείλεται τιμητικὴ προσκύνηση, διότι μέσω αὐτῶν μεταδίδεται ἡ αὐθεντικὴ ποὺ εἶναι ἀπαράμιλλης ἀξίας.

Σύμφωνα μὲ τὰ ἐρευνητικὰ πορίσματα τοῦ Ἰ. Μηλιοπούλου οἱ εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἦταν δύο. Ἡ μία ποὺ βρισκότανε «ἐν τῷ ματρωνικίῳ» δηλαδὴ στὸ τμῆμα, ὅπου συγκεντρώνονταν οἱ γυναῖκες, φέρει Ἀραβικοὺς ἀριθμοὺς ποὺ ἀφοροῦν τὶς χρονολογίες 1580 καὶ 1775, ποὺ ἡ πρώτη δηλώνει τὴ χρονολογία κατασκευῆς καὶ ἡ δεύτερη τῆς ἀνακαίνισης καὶ συντήρησης. Ἡ δεύτερη εἰκόνα ποὺ κάηκε τὸ 1927 βρισκόταν «ἐν τῇ ἀνδρώᾳ» στὸ τμῆμα ἀνδρῶν καὶ ἔφερε τῇ χρονολογία αχμα´ (1641) καὶ αψοθ´ (1779) καὶ τὴν ἐπιγραφὴ «Μαρτίου χρονολογία κε´ ἐν ἡμέραις Παχωμίου Μητροπολίτου Χαλκηδόνος, ἐπιτροπευόντων Ματθαίου μοναχοῦ, Γεωργίου, Θεοδώρου, Συμεὼν καὶ Παναγιώτου».

Εἰκόνες μὲ ἱστορικὴ ἀξία ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ συμπεριληφθοῦν στὸν κατάλογο τῶν σημαντικῶν εὑρημάτων τοῦ Ναοῦ εἶναι ἡ προσωπογραφίες τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας ἔργο τοῦ 15ου αἰῶνα, τῆς Παναγίας τῆς Μυρτιδιώτισσας, ποὺ λέγεται ὅτι ἔχει σχέση μὲ τὴν γέρικη μυρτιὰ τοῦ αὐλόγυρου, τὴν ὁποία φύτεψαν Πόντιοι Χριστιανοί, ποὺ μετοίκησαν στὸ Τσεγκέλκιοϊ περὶ τὰ μέσα τοῦ 16ου  αἰῶνα καὶ τοῦ Ὁσίου Χριστοφόρου μὲ τὴν σκυλόμορφη παράσταση. Ὅπως φημολογεῖται εἶναι ἀπὸ τὶς λίγες αὐθεντικὲς εἰκόνες τοῦ Ὁσίου Χριστοφόρου, ποὺ τὸ πρόσωπό του ἀπεικονίζεται στὴ μορφὴ τοῦ σκύλου. Ὁ Χριστόφορος ἦταν ὄμορφος καὶ τὸν ἐνοχλοῦσε πολὺ ἡ προσήλωση κυρίως τῶν γυναικῶν στὸ Θεϊκό του πρόσωπο. Ζήτησε τότε ἀπ' τὸν θεὸ νὰ τὸν κάνει ἄσχημο, εὐχὴ ποὺ ὅπως φαίνεται ἀπὸ τοὺς θρύλους εἰσακούστηκε.

Ὁ ξυλόγλυπτος Σταυρὸς καὶ τὸ βελούδινο κάλυμμα τῆς Ὡραίας Πύλης. (Φωτ/φίες Δημ. Παλαβίδη).

Στὸν νάρθηκα τῆς παλιᾶς ἐκκλησίας τοῦ 1925 ἀπέναντι στὸ παγκάρι τῶν ἐφοροεπιτρόπων ὑπῆρχε μία εἰκόνα τεσσάρων τετραγωνικῶν μέτρων ποὺ παρίστανε τὴν Δευτέρα Παρουσία. Εἶχε τὸν Παντοκράτορα καὶ τοὺς Ἀγγέλους νὰ παρακολουθοῦν ἀπὸ ὑψηλὰ τὴ διαλογὴ τῶν προβάτων ἀπὸ τὰ ἐρίφια. Δεξιὰ τοῦ Παντοκράτορα ἦταν ὁ Παράδεισος καὶ ἀριστερὰ ἡ κόλαση, τὸ πελώριο δηλαδὴ ἀνοικτὸ στόμα τοῦ δράκοντα ποὺ ἔβγαζε φλόγες. Ἀπεικόνιζε τὸν Ἅγιο Πέτρο μὲ μία ζυγαριὰ ποὺ ζύγιζε τὸν καθένα καὶ τὸν ἔστελνε στὸν προορισμό του.

«Οἱ τὰ φαῦλα πράξαντες» στὴ ζωὴ δηλαδὴ οἱ κολασμένοι, ὄδευαν πρὸς τὸ «πῦρ τὸ ἐξώτερον» ἦταν δὲ ὅλοι ἰσχνοί, κυρτοὶ καὶ κακομοίρηδες ποὺ ἔδιναν τὴν ἐντύπωση ἁμαρτωλοῦ τσορμπατζῆ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὡς θέση τῆς εἰκόνας αὐτῆς ἐπιλέχτηκε τὸ κατάντικρυ τοῦ πραγκαριοῦ, ἔτσι γιὰ παραδειγματισμὸ τῶν φαύλων ποὺ τοὺς προμήνυε τὴν τύχη ποὺ τοὺς περίμενε σὲ περίπτωση ποὺ θὰ παρεξέκλιναν ἀπ᾽ τὰ ἱερά τους καθήκοντα.

Ἡ ἀρχαιότητα καὶ ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ ναοῦ φανερώνεται καὶ ἀπὸ μερικὲς εἰκόνες, οἱ ὀποῖες σὲ φυσικὸ μέγεθος καὶ χρυσὸ πλαίσιο μὲ καλλιτεχνικὴ ξυλογλυπτικὴ ἀνάγονται στον 17ο  καὶ 18ο  αἰῶνα. Ἰδιαίτερα ἡ παράσταση τοῦ ἐσταυρωμένου εἶναι ἀπαράμιλλης ἁγιογραφίας. Οἱ περισσότερες ἀπ᾽ αὐτὲς ἔχουν δυσανάγνωστο ἢ καθόλου τὸ ὄνομα τοῦ συντελεστή τους ἁγιογράφου. Οἱ νεότερης τεχνοτροπίας ὅμως εἰκόνες μᾶς κατονομάζουν τοὺς δημιουργούς τους μεταξὺ τῶν ὁποίων διακρίνονται τὰ ἔργα τῶν Χατζῆ - Ἀναγνώστη (1831 - 1860), Γεωργίου Γραμμανδάνη (1827 - 1907), Ἀνανία Μισαηλίδη (1870 - 1945) καὶ τῶν γιῶν του Εὐθυμίου καὶ Κωνσταντίνου (1960), Χάρη Ξανθοπούλου (1888 - 1955), Κωνσταντίνου Σιταρά (1884 - 1966), Κωνσταντίνου Φραγκοπούλου (1909-1945), Εἰρηνάρχου Κόβα (1894-1972), καὶ τοῦ Γραμμενοπούλου Ἀγραφιώτη (1888-1920).

Ὁ ἄμβωνας, τὸ σύνθρονο καὶ ὁ Ἀρχιερατικὸς Θρόνος τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. (Φωτ/φίες Δημ. Παλαβίδη).

Παλαιὸς ξυλόγλυπτος σταυρὸς περίεργης τεχνοτροπίας ποὺ βρισκόταν πίσω ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ ἀναλόγιο μεταφέρθηκε πρὸ δεκαετίας στὴ Μητρόπολη Χαλκηδόνας καὶ κοσμεῖ τώρα τὴν εἴσοδο τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ. Ἀξιόλογη ὅμως ἱστορικὴ ἀξία φαίνεται ὅτι ἔχει τὸ ξύλινο τέμπλο καὶ ἡ Ὡραία Πύλη ποὺ κατασκευάσθηκε τὸ 1840. Ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς βυζαντινῆς ξυλογλυπτικῆς ποὺ ἀποδίδονται μὲ πίστη καὶ ἁρμονία. Τὴν ἱερὴ Πύλη καλύπτει χρυσοκέντητη παράσταση τοῦ Κυρίου κεντημένη μ᾽ ἐπιμέλεια πάνω σὲ βυσινὶ βελοῦδο. Στὸ πρωτότυπου ἐμπνεύσεως αὐτὸ χειροποίητο ἔργο ὁ Κύριος φαίνεται νὰ βγαίνῃ ἀπ' τὸ Ἅγιο Ποτήριο μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα, ποὺ δίδει τὴν ἐντύπωση ὅτι προσεύχεται καὶ ταυτόχρονα εὐλογεῖ. Γύρω ὑπάρχει ἡ ἐπιγραφὴ σὲ φόντο τὸ σκοῦρο γαλάζιο χρῶμα τ᾽ οὐρανοῦ μὲ τὰ διακεκομμένα γράμματα:
«Λάβετε, φάγετε τοῦτό μου ἐστὶ τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Στὴν παράσταση αὐτὴ εἶναι ἐπίσης ζωγραφισμένοι ἄγγελοι, σεραφεὶμ καὶ ἀστέρες ποὺ παριστάνουν τὸ σύμπαν καὶ τὴν κυριαρχία τοῦ Ὑψίστου σ᾽ αὐτό. Εἶναι τόσο σπάνιο ὡς ἔργο τέχνης καὶ ἡ ἰδιοτυπία του τόση, ποὺ εἶναι μάταιη ἡ κάθε προσπάθεια γιὰ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκ νέου κατασκευή του.

Στὶς δύο πλευρὲς τοῦ φθαρμένου, ἀπὸ τὴν πολυκαιρία, τέμπλου ὑπάρχουν δύο διαφορετικὲς παραστάσεις μὲ ἐνιαῖο ὅμως θέμα. Στὸ ἀριστερὸ κλίτος καὶ στὸ πάνω σημεῖο τοῦ τέμπλου συμβολίζεται ἡ παράσταση τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ σταυρὸς καὶ τὸ δισκοπότηρο. Σύμβολα σύμφυτα μὲ τὴν ἀνθρώπινη γενιὰ ὁδηγοῦν μὲ τὴ δύναμη τῆς θέλησης πρὸς τὴν πίστη καὶ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ. Στὸ δεξιὸ κλίτος ἡ παράσταση τῶν Δέκα ἐντολῶν. Ἡ κάθε ἐντολὴ εἶναι καὶ μία θεωρία ζωῆς, εἶναι ἐποπτικὴ ἐνατένιση τῆς πορείας τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου μὲ ἀξιώματα βίου ἀνάλογα μὲ τὶς διαμορφωμένες ἀντιλήψεις γιὰ τὴν ἱστορικὴ δικαίωση τῆς φυλῆς μας.
Τὸ κάλυμμα τοῦ «ἐνταφιασμοῦ» που καλύπτει τὸν ἐπιτάφειο κάθε Μεγάλη Πέμπτη καὶ Παρασκευὴ εἶναι χρυσοκέντητο μεγάλης ἀξίας. Ὅπως καὶ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα κειμήλια καὶ τοῦτο φυλάγεται μὲ κάθε προσοχὴ ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους τοῦ Ναοῦ.

Ὁ ἄμβωνας εἶναι πολὺ καλαίσθητα κατασκευασμένος ἀπὸ γλυπτὸ ξύλο καλυμμένο μὲ ἐπένδυση φύλλων χρυσοῦ, καὶ φέρει παραστάσεις μὲ τοὺς τέσσερις εὐαγγελιστὲς τοὺς Λουκᾶ, Μάρκο, Ματθαῖο καὶ Ἰωάννη σὲ ἀπεικόνιση τεχνοτροπίας τοῦ 1700. Τὸ ἴδιο ἐξαιρετικὸς εἶναι ὁ Ἀρχιερατικὸς Θρόνος στον ὀποῖο δεσπόζει τὸ χρυσὸ καὶ γαλάζιο χρῶμα καὶ διακρίνεται ἀπὸ τὴ λεπτότητα στὴν ἐργασία κατασκευῆς του. Οἱ Βυζαντινὲς ρίζες, κληρονομιὰ ποὺ κυλάει στὸ αἷμα τοῦ καλλιτέχνη χωρὶς νὰ τὸν σταματήσουν σὲ μίμηση ἢ ἐξακολούθηση παλαιῶν προτύπων, χωρὶς νὰ τοῦ ἐμποδίσουν τὴν ἄνετη ἐξέλιξη καὶ τὸν συγκρατημένο συγχρονισμό, δίνουν τὴν ἀτμόσφαιρα τὴ Νέο Βυζαντινὴ στὸν ἄμβωνα καὶ τὸν Ἱερατικὸ θρόνο, δίνουν τὴν ἀγέρωχα ἀνεπηρέαστη ἀπὸ νοθεῖες καὶ ξένες ἐπιρροὲς τεχνικὴ του. Θαυμάζει κανεὶς τὴ λεπτὴ ἐργασία, τὶς τέλειες λεπτομέρειες, τὴν ἁρμονικὴ τοποθέτηση τῶν ὁμόκεντρων σκαλιστῶν σχεδιασμῶν.

Τὰ μανουάλια, οἱ πολυέλαιοι, τὰ κηροπήγια, τὰ ἱερὰ σκεύη τῆς Ἁγίας Τράπεζας εἴναι μεταγενέστερης τεχνικῆς (1910), ἐνῷ θὰ πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι τὸ 1933 ὁ ναὸς ἠλεκτροφωτίσθηκε γιὰ πρώτη φορά.

Τὰ στασίδια τοῦ Ναοῦ ποὺ ἐνοικιάζονταν στοὺς μόνιμα διαμένοντες στὸ χωριό, Ῥωμηούς, λόγῳ φθορᾶς, εἶχαν ἀντικατασταθεῖ τὸ 1930, ἐνῷ τὰ σημερινὰ εἶναι φτιαγμένα μετὰ τοὺς βανδαλισμοὺς ποὺ ὑπέστη ὁ ναὸς τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1956.

Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ κινεῖ τὴν περιέργεια καὶ δὲ συμβαδίζει μὲ τὴν ἁρμονικὴ κατὰ τ᾽ ἄλλα διακόσμηση τοῦ Ναοῦ εἶναι ὁ ἐντοιχισμένος μαρμάρινος δικέφαλος ἀετός. Ἡ γλυπτὴ αὐτὴ παράσταση σίγουρα τοποθετήθηκε στὸ ἀριστερὸ κλίτος τοῦ Ναοῦ χωρὶς ὅμως χρονολογικὰ νὰ συμβαδίζῃ μὲ τὸ ὅλο κτἱσμα. Εἶναι ὁ πιὸ περίεργος δικέφαλος ἀετὸς ἀπ᾽ ὅσους ἔτυχε κανεὶς νὰ δῇ ἢ νὰ συναντήσῃ στὴν ἱστορική του διαδρομὴ ἀνάμεσα στὶς μεταλλαγὲς ποὺ ὑπέστη ὅσον ἀφορᾶ τὴ μορφὴ καὶ τὸ σχῆμα του. Αὐτὸς πάνω ἀπ᾽ τὰ δύο του κεφάλια, καὶ στὰ δύο του πόδια φέρει τέσσερις σταυροὺς καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχει κάποιον ἄλλο ὅμοιό του. Ἀσφαλῶς καὶ εἶναι ξένος πρὸς τὸν Ναό, ἀσφαλῶς καὶ μεταφέρθηκε σ᾽ αὐτὸν ἀπὸ κάποιες ἀρχαιολογικὲς ἀνασκαφὲς παλαιότερης ἐποχῆς ἢ ἀνευρέθηκε μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπολειμμάτων τοῦ παλαιοῦ Μοναστηριοῦ τῶν Μετανοούντων. Μήπως ὅμως εἶναι τεμάχιο ποὺ μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν παρακείμενη Μονὴ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Μπέϊλέρ-μπεϊ Μήπως εἶναι ἕνα ἀπ᾽ τὰ πρῶτα γλυπτὰ μὲ ἔμβλημα τὸν Σταυρό; Ἡ μελέτη ἀπὸ εἰδικοὺς ἴσως ἀποδείξει κάποια στοιχεῖα ποὺ θὰ δικαιώνουν γιὰ πολλοστὴ φορὰ τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὴν ἑλληνικότητα τοῦ Τσεγκέλκιοϊ στὰ βάθη τῶν αἰώνων.

Ὁ λαξευτὸς Δικέφαλος Ἀετὸς μὲ τοὺς τέσσερεις Σταυρούς. (Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

Τὸ καμπαναριὸ τοῦ Ναοῦ εἶναι ἐνσωματωμένο στὸ ὅλο κτῖσμα τοῦ ναοῦ. Ὅπως εἴναι γνωστὸ μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 1453 μέχρι καὶ τὸ 1839 ἀπαγορευόταν ἡ κωδωνοκρουσία γιὰ τοὺς Ναοὺς τῆς Πόλης. Τὸ 1839 στις 3 Σεπτεμβρίου μὲ τὸ διάταγμα Gülhane Hatt-ı Humayun καὶ μὲ τὸ εἰδικὸ φιρμάνι Tanzimat-ı Hayriye δόθηκε ἡ ἄδεια νὰ κτυποῦν οἱ καμπάνες τῶν Ναῶν. Μέχρι τότε ὅμως οἱ Ναοὶ ποὺ κτίζονταν δὲν εἶχαν καμπαναριὰ καὶ καμπάνες, ἐπομένως δὲν ὑπῆρχαν οἱ χύτες καὶ οἱ τεχνίτες γιὰ τὴν κατασκευὴ καμπάνας. Ἦταν λοιπὸν φυσικὸ νὰ παραγγελθοῦν αὐτὲς στὴ Ῥωσία, τὴν ἐποχὴ τῶν Τσάρων Νικολάου τοῦ Α´ (1825 - 1855) καὶ Ἀλεξάνδρου Β´ (1855 - 1861) οἱ ὁποῖοι εἶχαν φιλοχριστιανικὰ αἰσθήματα. Τούτη τὴν ἐποχὴ στάλθηκαν στοὺς Ναοὺς τῆς Πόλης δεκάδες καμπάνες Ῥωσικῆς κατασκευῆς. Ἡ καμπάνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου εἶναι δωρεὰ τοῦ Τσάρου Ἀλεξάνδρου μὲ ἀποτυπωμένα πάνω της τ᾽ ὄνομά του καὶ τὴν χρονολογία κατασκευῆς της, 1857.

ΤΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Χτύποι μυστικοί, χτύποι θλιμμένοι, χτύποι θαυματουργοὶ ἀργοκυλοῦν μέσα στὸν ἤσυχο αἰθέρα ἀπ᾽ τὴν καμπάνα, ποὺ συντρόφευε τοὺς χωριανοὺς μὲ τοὺς ἤχους της 150 συνεχόμενα χρόνια. (Φωτ/φία Ν. Μεταξᾶ).

Ξεχωριστὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ χωριὸ εἶχε ἡ ἡμέρα τοῦ Ἁγιασμοῦ τῶν Ὑδάτων. Μικροὶ καὶ μεγάλοι ξένοι καὶ ντόπιοι αἰσθάνονταν κάτι τὸ διαφορετικὸ τούτη τὴ μέρα. Μετὰ τὸ τέλος τῆς λειτουργίας ἡ ἱερατικὴ πομπὴ μὲ μπροστάρηδες τὰ ξεφτέρια, τὰ λάβαρα καὶ μὲ ψαλμωδίες κατευθυνόταν ἀπὸ τὸν ναὸ στὴν παραλία κοντὰ στην ἀποβάθρα. «Ὁ ἁγιασμὸς πανταχοῦ ἐν τοῖς ναοῖς» λέει ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἐρευνητὴς Μ. Γεδεὼν καὶ ὑπογραμμίζει: «Τσεγκέλκιοϊ: ἐν τῷ κέντρῳ τῆς ἀγορᾶς ὄρθρου βαθέως μεθ᾽ ὃ μεταβαίνουσιν εἰς τὸν αἰγιαλῶν».

Στὴ γιορτὴ αὐτὴ τῆς Χριστιανοσύνης τὸ χωριὸ ἄλλαζε ὄψη. Ἀκόμη καὶ οἱ Τούρκοι κάτοικοι συμμετεῖχαν μὲ τὴν ἔντονη παρουσία τους, εἴτε ἀπὸ περιέργεια εἴτε ἀπὸ προσήλωση σὲ κάτι τὸ θρησκευτικό. Σημασία ὅμως εἶχε πως ἡ παλλαϊκὴ αὐτὴ γιορτὴ ἔδενε τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἔνιωθαν πιὸ κοντὰ ὁ ἕνας στὸν ἄλλο.

Θρησκευτικὴ πομπὴ στὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανίων. Ὁ Σταυρὸς ὁδηγεῖται ν᾽ ἁγιάσῃ τὰ ὕδατα.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἀπ. Νικολαΐδη 1954).

Ὅταν ἡ πομπὴ μὲ τὰ χρυσοκέντητα ἄμφια τῶν ἱερέων καὶ πολλὲς φορὲς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Μητροπολίτη Χαλκηδόνας, μὲ τὰ πολύχρωμα ντύματα τῶν ξεφτεριοφόρων, μὲ τὰ ὀμοιόμορφα ράσα τῶν ψαλτάδων ἔφθανε στὸν χῶρο τοῦ ἁγιασμοῦ ἄρχιζε καὶ ἡ σχετικὴ ἀγωνία. Πρώτη ἐνέργεια ἦταν νὰ ἐπιβιβασθοῦν οἱ ἱερεῖς στην εἰδικὰ στολισμένη μὲ δάφνες καὶ φοινικόφυλλα βάρκα τους. Μὲ τὴ συνοδεία καὶ ἄλλων πλεούμενων ποὺ τὴν συνόδευαν ἀπομακρυνόταν περίπου 15 μέτρα ἀπὸ τὴν παραλία, ὅπου ἐπικρατοῦσε τὸ ἀδιαχώρητο ἀπὸ τὸν συγκεντρωμένο κόσμο.

Τσεγκελκιῶτες νέοι ἔτοιμοι γιὰ κατάδυση στὰ παγωμένα νερὰ τοῦ Βοσπόρου. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἀπ. Νικολαΐδη 1954).

Μόλις ἡ βάρκα τῶν ἱερέων ἔφθανε στο καθορισμένο σημεῖο ἄρχιζε τὸ «ἐν Ἰορδάνῃ Βαπτιζομένου σου Κύριε» καὶ στὴ συνέχεια ὁ ἱερέας ἔριχνε τὸν ἀσημένιο γύρῳ-γύρῳ καὶ μὲ φελὸ στὸ ἐσωτερικό του Σταυρό, ποὺ ἦταν φτιαγμένος εἰδικὰ γιὰ αὐτὴ τὴν ἡμέρα, στὰ παγωμένα νερὰ τοῦ Βόσπορου. Παράλληλα ἀφήνονταν ἐλεύθερα νὰ πετάξουν τρία περιστέρια, ἐνῷ λιγερόκορμοι νέοι τοῦ χωρίου ἔπεφταν ἀπὸ τὴν προκυμαία στὸ νερό. Ὁ Σταυρὸς μὲ τὸ σχετικό του βάρος βυθιζόταν στὰ νερά. Οἱ κολυμβητὲς ἔπρεπε νὰ καταδυθοῦν ἀρκετὲς φορὲς καὶ σὲ ἀρκετὸ βάθος, γιὰ νὰ τὸν ἀνασύρουν. Ἐκεῖ συναγωνίζονταν οἱ πιὸ ἱκανοί, ἐνῷ οἱ ὑπόλοιποι συμμετεῖχαν στὴ διαδικασία «γιὰ τὸ καλό». Οἱ παλαιότεροι καὶ γεροντότεροι χωριανοὶ διηγοῦνται γιὰ τὸν Βασίλη τὸν Μποῦρο τὸ τεραστίων διαστάσεων παλικάρι τοῦ χωριοῦ ποὺ μονοπωλοῦσε στὴν ἀνάσυρση τοῦ Σταυροῦ, μέχρι ποὺ πῆγε φαντάρος καί, ὅπως λένε, δὲ βρέθηκε ἡ κατάλληλη ἀρβύλα γιὰ τὰ πόδια του καὶ τοῦ ἔγινε εἰδικὴ παραγγελία.

Στὰ πρόσφατα χρόνια ἐμφανίστηκαν ἀρκετοὶ μόνιμοι νικητὲς ἀνάσυρσης τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Θωμᾶς, ὁ Θάνος, ὁ Ἰσάκος, περίμεναν τούτη τὴ μέρα γιὰ νὰ δείξουν τὶς ἰκανότητες τους.

Ἡ κατάδυση τοῦ Σταυροῦ εἶναι Βυζαντινὸ ἔθιμο ποὺ τὸ σεβάστηκαν οἱ Τούρκοι σουλτάνοι.

Ὁ Βόσπορος ὅμως δὲν εἶναι μία ἤσυχη λίμνη. Τ᾽ ἀπρόβλεπτα κὶ ἀπρόσμενα του ρεύματα ἔγιναν αἰτία, πολλὲς φορές, νὰ παρασύρουν τὸν Σταυρὸ καὶ νὰ γίνεται πραγματικὴ μάχη μεταξὺ αὐτῶν ποὺ βουτούσαν καὶ ξαναβουτούσαν, ἐνῷ στὴν προκυμαία ἐπικρατοῦσε ἀγωνία. Ὑπῆρξε χρονιά (1952) πού, παρὰ τὶς ἀπεγνωσμένες προσπάθειες, ὁ Σταυρὸς δὲν ἀνασύρθηκε. Μετὰ μερικὲς μέρες ὅμως βρέθηκε μπλεγμένος στὰ ψαρόδιχτα τοῦ κανδυλανάπτη, ποὺ ἦταν καὶ ψαράς. Τὸ γεγονὸς ἐκτιμήθηκε ἰδιαίτερα καὶ τὸ Τσεγκέλκιοϊ ἀπέκτησε φήμη, μ᾽ ἀποτέλεσμα νὰ συρρέῃ κάθε χρόνο καὶ περισσότερος κόσμος.

Ὁ Σταυρὸς ἀνασύρεται, τὰ ὕδατα ἁγιάσθηκαν, οἱ Ῥωμηοὶ τίμησαν γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ πατροπαράδοτο ἔθιμο.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἀπ. Νικολαΐδη 1954).

Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἑορτῆς ὁ Σταυρὸς περιφερόταν ἀπὸ τὸ χωριανὸ ποὺ τὸν ἀνέσυρε καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ εἶχαν πέσει στὸ νερὸ σ᾽ ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ. Ἀφοῦ προηγεῖτο τὸ φίλημα τοῦ Σταυροῦ ἀπὸ τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας οἱ νέοι ἔπαιρναν καὶ τὸ πατροπαράδοτο φιλοδώρημα, ποὺ ὅπως μᾶς ἀναφέρουν οἱ κώδικες, ποὺ βρέθηκαν στ᾽ ἀρχεία τῆς κοινότητας ἦταν «τοῖς Βουτηχτάδες εἰς τὴν θάλασσαν διὰ τὸν σταυρὸν τῶν Θεοφανίων γρόσια 2,80» γιὰ τὸ ἔτος 1850 καὶ «τοῖς κολυμβηταῖς τῶν Θεοφανίων ὅπου ἔπιασαν τὸν τίμιον σταυρὸν γρόσια 3,60» γιὰ τὸ ἔτος 1853. Ἡ τελευταία γιορτὴ ἔγινε τὸ 1955 καὶ ἀπὸ τότε περιορίσθηκε νὰ γίνεται ἐντὸς τοῦ Ναοῦ ἀπὸ τὴ σχετικὴ ἀπαγόρευση τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν γιὰ δημόσιες θρησκευτικὲς τελετές. Τούτη ὅμως ἡ ἀπαγόρευση ἄρθηκε τὸ 1991 καὶ ἐπαναλήφθηκε ἡ δημόσια γιορτὴ τῶν Θεοφανίων στὸν ἴδιο χῶρο μὲ τὴν ἴδια λαμπρότητα ἀλλὰ μὲ πολὺ περιορισμένη συμμετοχὴ προσκυνητῶν.

Ὅπως κάθε ὀρθόδοξος Χριστιανικὸς ναὸς γινόταν κέντρο κοινωνικῆς ζωῆς, ἔτσι καὶ ὁ Ἁγ. Γεώργιος τοῦ Τσεγκέλκιοϊ χρησίμευε ὡς χῶρος σύναξης τῆς κοινότητας ποὺ ταυτιζόταν ὁριακὰ ἀλλὰ καὶ λειτουργικὰ μὲ τὴν ἐνορία. Καὶ αὐτὸ γιατὶ στὴν Ὀρθοδοξία ἡ διάσταση ἀνάμεσα στὴ θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ σφαῖρα εἶναι ἀδιανόητη, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ ζωὴ ἀντιμετωπίζεται ὡς μία ἐνιαία ὁλότητα. Ἔτσι ἡ ἐνορία τοῦ Τσεγκέλκιοϊ ἀποτελοῦσε τὸ κέντρο ζωῆς τῆς Ῥωμηωσύνης τοῦ χωριοῦ.

Ἀνάμεσα στὶς γιορτινὲς μέρες ὁ Ἱερὸς Ναὸς εἶχε τὴν τιμητική του τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα στὴ «Δεύτερη Ἀνάσταση». Τὸ ἀπόγευμα εἶχε καθιερωθεῖ νὰ διεξάγεται λειτουργία καὶ νὰ λαμπρύνεται μὲ τὴν παρουσία πολλῶν ἱερέων ποὺ ὁ καθένας ἀναλάμβανε ν᾽ ἀναγνώσῃ τὸ «οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ...» σὲ δώδεκα γλῶσσες. Ὁ κοινοτικὸς ἱερέας συνήθως ἦταν αὐτὸς ποὺ διάβαζε τὸ εὐαγγέλιο στὴν Τουρκικὴ γλῶσσα, ἴσως γιὰ νὰ κερδίσῃ τὴ συμπάθεια καὶ τὶς ἐντυπώσεις καὶ νὰ γίνῃ ἀρεστὸς ἀπὸ τοὺς Τούρκους χωριανούς, ἐνῷ ξεχωριστὴ ὀμορφιὰ εἶχε ἡ Ἀραβικὴ ἐκφώνηση ἀπὸ Ἄραβα μαθητὴ κατὰ κανόνα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης καὶ τοῦ Σέρβικου ἀναγνώσματος ἀπὸ τὸν γνώστη τῆς γλώσσας Μέγα Οἰκονόμο τῶν Πατριαρχείων Γεώργιο Ἀναστασιάδη ποὺ παραθέριζε γιὰ πολλὰ χρόνια στὸ χωριό.

Τοῦ Ἁγίου Φανουρίου ἐπίσης οἱ πίτες εἶχαν τὸν πρῶτο λόγο. Δὲν ἦταν νοητὸ νὰ μὴ φέρῃ στὸ Ναὸ τὴν πίτα της ἡ κάθε νοικοκυρά. Φροντίζε ἐπιμελημένα ἀποβραδὶς νὰ φουσκώσῃ τὴ ζύμη της, νὰ στολίσῃ τὴν πίτα μὲ ἄχνη ζάχαρης καὶ νὰ τὴν προσκομίσῃ στὸ Ναό. Δὲν παραλείφθηκε νὰ γιορτάζεται μὲ εὐλάβεια ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Φανουρίου μέχρι καὶ τὰ τελευταία καλὰ χρόνια στὸ χωριό.
  Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης