Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΑ - Α΄

Ἡ γνωριμία μας μὲ τὸ Τσεγκέλκιοϊ τοῦ Βοσπόρου ἀρχίζει τὸ 196 μ.Χ. τότε ποὺ ὁ Σεπτίμιος Σεβῆρος κυριεύει τὴν Κωνσταντινούπολη, θανατώνει τοὺς προκρίτους, καταστρέφει τὰ τείχη καὶ τὴν παραχωρεῖ στοὺς Περινθίους. Τότε ὁ Διονύσιος ὁ Βυζάντιος στὸ περίφημο του σύγγραμμα «Ἀνάπλους τοῦ Βοσπόρου» δίδει τὴν πρώτη ὀνομασία στὸ Τσεγκέλκιοϊ χαρακτηρίζοντάς το Πρῶτος Δίσκος.

«Κάμψαντι δὲ πρὸς τὸν νότον τὸ ἀκρωτήριον Κανδυλλὶ ἄρχεται ὁ τῶν Φυλακῶν Κόλπος ὁ σχηματίζων τὸν Πρῶτον ἡ μείζονα τῶν καλουμένων ὑπὸ τοῦ Διονυσίου Δίσκων, λιμνοειδῶν δηλονότι καὶ κυκλοτερῶν ἐκτάσεων τοῦ σκολιοῦ ἄλλως καὶ στενοῦ Βοσπόρου περὶ ὧν διαπορίσας ὁ Γύλλιος παρήχθη προαγαγεῖν ἀπιθάνως τὸ Πρόχθους ἀπὸ τὸ Πρῶτος Δίσκος». Στὴν ἀφήγηση αὐτὴ τοῦ Σκαρλάτου Βυζάντιου διαισθανόμαστε τὸ βάθεμα στὴν ἱστορία. Βλέπουμε ποὺ ἐπικαλεῖται τὸν πολυπράγμονα Γύλλιο, ὁ ὁποῖος ἀνάλωσε τὴ ζωή του μὲ τὴν ἀναζήτηση καὶ τὴν μετάφραση ἑλληνικῶν χειρογράφων καὶ τὸ 1540 χαρτογράφησε τὸ Βόσπορο. Μὲ τὴ σειρά του ὁ Γύλλιος ἀνατρέχει στὸν ἱστορικὸ Διονύσιο καὶ στὸ ἔργο του «Ἀνάπλους» ποὺ γράφτηκε πρὶν τὴν καταστροφὴ τῆς Πόλης τὸ 196 μ.Χ. καὶ τὸ Πρῶτος Δίσκος ἐκ παραφθορᾶς τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς Πρόχθος. Ὅπως καὶ νὰ ἔχουν ὅμως τὰ γεγονότα, ἡ ἱστορικὴ παρουσία τοῦ Τσεγκέλκιοϊ ἀνάγεται στὸν Β´ μ.Χ. αἰῶνα καὶ ἡ ὀνομασία ποὺ τοῦ δίδεται μᾶς προβληματίζει νὰ σκεφθοῦμε ἂν καὶ κατὰ πόσο ζοῦσαν στὸν «κυκλοτερῶν ἐκτάσεων» τοῦτο τόπο ψαράδες, βοσκοί ἢ ἔμποροι;

Πράγματι, ἂν ἐποπτεύσει κανεὶς μὲ κάποια παρατηρητικότητα τὶς διακυμάνσεις ποὺ σχηματίζει ὁ Βόσπορος, θὰ διαπιστώσει ὅτι στὸ σημεῖο γιὰ τὸ ὀποῖο γίνεται λόγος ὑπάρχει βαθὺς κόλπος σὲ σχῆμα ἡμικυκλίου. Ἀμέσως μετὰ προεξέχει ἕνα ἀκρωτήρι καὶ ἀκολουθεῖ δεύτερη καὶ βαθύτερη ἡμικυκλοειδὴς ἐσοχὴ ποὺ συνεχίζει μέχρι τὸ Μπεϊλέρ-μπέϊ. Ἐπομένως τὸ Πρῶτος Δίσκος γιὰ τὸ Τσεγκέλκιοϊ καὶ ὁ Δεύτερος Δίσκος γιὰ τὸ Μπεϊλερ-μπέϊ εἶναι τοπογραφικὲς ὀνομασίες ποὺ διατηρήθηκαν γι ἀρκετοὺς αἰῶνες καὶ τὶς ὀποῖες ὁ Πατριάρχης Κωνστάντιος ἀπὸ Συναίου ἀποπειράθηκε ν᾽ ἀντιγράφῃ πιθανὸν ἀπὸ τὰ συγγράμματα τοῦ Γύλλιου. Ἐξάλλου ὁ πρῶτος μεγάλος κόλπος τῆς Ἀσιατικῆς ἀκτῆς, εἶναι ὁ κόλπος τῶν Φυλακῶν (Κούλελι) ποὺ ἀρχίζει νὰ διαγράφεται ἀπὸ τὸ ἀκρωτήρι τῆς Δαμάλεως (Σκούταρι) καὶ κλείνει στὸ Κικώνειο ἀκρωτήρι (Κανδυλλί). Ἐπειδὴ στὸ μυχὸ αὐτοῦ τοῦ κόλπου βρίσκεται τὸ Τσεγκέλκιοϊ φαίνεται ὅτι τοῦ ταίριαζε ἡ ὀνομασία ποὺ τὸ παριστάνει σὰν δίσκο.

Τὸ ἔργο τοῦ Διονυσίου
«Ἀνάπλους» δὲ σῴζεται σήμερα. Γι αὐτὸν ὅμως «Διονύσιος Βυζάντιος, ἐποποιός, περιήγησιν τοῦ ἐν Βοσπόρῳ Ἀνάπλου» συναντᾶμε ἐκτεταμένη καταγραφὴ στὸ λεξικὸ Σουῑδα ἢ ἀλλιὼς Σοῦδα ποὺ γράφτηκε στὸν 10ο μ.Χ. αἰῶνα.

Ἡ προσπάθεια ποὺ καταβάλλεται συστηματικὰ ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς στοὺς μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης χρόνους σχετικὰ μὲ τὴν παραποίηση τῆς ἱστορίας ἀποδεικνύεται σ᾽ ὄλες τὶς περιπτώσεις, «κάματος ἄνευ ἀξίας». Στὴν περίπτωση τῆς ὀνομασίας Πρῶτος Δίσκος καὶ τῆς σύνδεσης της μὲ «ἀγῶνες δισκοβολίας» καθὼς καὶ ἡ μεταφραστική τους ἱκανότητα νὰ προσδώσουν στὸν τόπο τ᾽ ὄνομα «Talimhane» ἀποτελοῦν ἁπλᾶ εὐφυολογήματα. Πῶς ἀλλιῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ παραβάλει τὶς ἀρχαῖες αὐτὲς πραγματικότητες μὲ τὶς πρόσφατες φτηνὲς δικαιολογίες τῶν Ὀθωμανῶν; Εἶναι ποτὲ δυνατὸν στρατιωτικὰ γυμνάσια ποὺ συνοδεύονταν ἀπὸ ἐκπαιδευτικὲς βολὲς τοῦ πυροβολικοῦ σώματος τὸν 19ο αἰῶνα, ν᾽ ἀποτελοῦν ἀντίβαρο στὶς ἱστορικὰ τεκμηριωμένες ὀνομασίες τοῦ Ἑλληνικοῦ Βοσπόρου;

Ὑπάρχουν μερικοὶ τόποι ποὺ πρωτοπηγαίνει κανεὶς μὲ μία παράξενη ἀγωνία, μ᾽ ἕνα ἄγχος περιέργειας. Πλησιάζοντας πρὸς αὐτοὺς τρέμει μήπως ἡ πραγματικότητα διαψεύσει τὴ σχηματισμένη ἀπὸ τὸ θρύλο προϊδέαση.

Ἦταν ἐδῶ ἡ περίφημη
Μονὴ τῶν Μετανοούντων; Τὴν ἀπάντηση τὴ δίνουν οἱ χρονογράφοι τοῦ 6ου αἰῶνα ποὺ σημαδεύουν μὲ τὴν πένα τους στὰ συγγράμματα τους τὸ χωριὸ ποὺ σήμερα τὸ γνωρίζουν ὅλοι μὲ τ᾽ ὄνομα Τσεγκέλκιοϊ.

Προτοῦ πᾶμε στὰ τεκμηριωμένα στοιχεῖα ποὺ ἅπτονται στὴν ἱστορία τοῦ χωριοῦ, σταματᾶμε σὲ κάποιες ἀμφισβητήσεις ποὺ ἡ διαλεύκανση τους ἀνάγεται στοὺς Βυζαντινολόγους. Ἂν λάβουμε ὡς δεδομένο ὅτι «... μετὰ τὸ Σκούταρι ἦταν τὸ Τσεγκέλκιοϊ, ἡ Σταύρωση καὶ ἡ Μονὴ τῶν Ἀκοιμήτων», πρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι μέσα στὰ ὅρια τοῦ Τσεγκέλκιοϊ πρέπει νὰ βρισκότανε ἡ Μονὴ τοῦ Σταυροῦ, ἡ Σταύρωσις. Καὶ τοῦτο γιατὶ ἡ μονὴ τῶν Ἀκοιμήτων τὴν ὁποία ἵδρυσε ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος στὸ 420 μ.Χ., ὅταν ἦλθε ἀπὸ τὴν ἔρημο τῆς Χαλκίδας καὶ τὴν συνέχισε ὁ Μάρκελλος ὁ Ἀπαμιεὺς καὶ ἀργότερα τὸ 475 μ.Χ. ὁ Μακεδόνιος, γιὰ νὰ μεταφερθῇ στὴ συνέχεια στὸ Γόμο τοῦ Εὔξεινου Πόντου, τοποθετεῖται στὸ Τσιμπουκλί, στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους Δάματρυς. Ἐπομένως θὰ πρέπει νὰ διαλευκανθῇ ἂν οἱ ὀνομασίες ἀφοροῦν τὴν ἴδια Μονὴ καὶ ἂν ὄχι, νὰ ἐρευνηθῇ ἡ σαφὴς θέση τῆς Μονῆς τοῦ Σταυροῦ, ποὺ κατὰ τὰ φαινόμενα εἶναι ἀπὸ τὰ πρῶτα θρησκευτικὰ ἱδρύματα ποὺ ἐμφανίζονται μετὰ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο τὸν πρῶτο αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου τὸ 354 μ.Χ.
 
Σχεδιάγραμμα τοῦ Ναοῦ τοῦ Σταυροῦ στὰ ὅρια τοῦ Μπέϊλερ-μπέϊ ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὸν Lehmann - Hartleben τὸ 1918
Ἡ πρόσφατη ἀνεύρεση ὑπολειμμάτων τοῦ ναοῦ στὴν περιοχὴ τοῦ Μπεϊλέρ-μπέϊ καὶ ἡ ἱστορικῆς ἀξίας ἐμφάνιση τῶν εὑρημάτων ἀποτελοῦν βασικὰ στοιχεῖα ἀξιολόγησης τῆς ἀρχαιότητας τοῦ Ναοῦ. Ἀπὸ τὶς φωτογραφήσεις ποὺ ἔγιναν σημειώνονται τμήματα τοῦ πλαγίου τείχους μὲ χαρακτηριστικὲς καμάρες καθὼς καὶ προεκτάσεις τοῦ κεντρικοῦ τοιχώματός, ποὺ ὁδήγησαν τὸν Lehmann - Hartleben τὸ 1918 νὰ σχεδιάσῃ κατὰ προσέγγιση τὸν ναὸ τῆς Μονῆς τοῦ Σταυροῦ. Σὲ διαφορετικὴ ἐποχὴ ὁ F. Dirimtekin ποὺ ἐπιχειρεῖ ἀπὸ τὰ εὑρήματα νὰ ὑπολογίσῃ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ δομὴ τοῦ Ναοῦ, βλέπουμε ὅτι συμπίπτει σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ σημεῖα μὲ τὰ σχέδια τοῦ προηγούμενου ἐρευνητή. Ὅλη ἡ οἰκοδομὴ εἶναι κτισμένη ἀπὸ τοῦβλα, ἐνῷ οἱ ἁψῖδες ἔχουν ἀκτινωτὴ διάταξη λεπτότερων σὲ σχῆμα τούβλων ἀλλὰ καί σὲ μέγεθος ποὺ δηλώνει ἀρχιτεκτονικὴ πρωτοβυζαντινῆς ἐποχῆς.

Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονός ποὺ ὁδήγησε τὸν Ἀρμένιο ἱστορικὸ τοῦ 17ου αἰῶνα νὰ γράφῃ στὸ βιβλίο του «ὁ ναὸς τῆς Μονῆς τοῦ Σταυροῦ εἶναι σ᾽ ἐρειπωμένη κατάσταση. Ἔχει ἀπομείνει μόνο ὁ θόλος του καὶ μερικὰ ὑπόλοιπα τοίχων. Τὸν ζώνουν ἀπὸ παντοὺ ἀέριδες». Μὲ τὸ ἴδιο ὅμως πνεῦμα κινεῖται καὶ ὁ Timoni ποὺ στὸ περιηγητικό του σύγγραμμα ἀναφέρεται στὴ Μονὴ τοῦ Σταυροῦ καὶ τὴν κατατάσσει ἀκριβῶς στὸ σημεῖο ποὺ γίνεται ἡ ἐξιστόρηση της ἀπὸ προηγούμενους τους ἐρευνητές. Τὸ σημεῖο αὐτὸ ἦταν ἀκριβῶς πίσω ἀπὸ τὴν σημερινὴ ἀποβάθρα τῶν πλοίων ἐκεῖ ποὺ περνᾶ ὁ κεντρικὸς δρόμος. Σήμερα δὲν ὑπάρχει ἴχνος ἀπ᾽ τὰ εὑρήματά ποὺ πιθανότατα ἔμειναν κάτω ἀπὸ τὴν ἄσφαλτο τοῦ αὐτοκινητόδρομου ποὺ κατασκευάσθηκε τὸ 1958, ἐνῷ μερικὰ τεμάχια ὅπως τὸ ἰωνικοῦ ρυθμοῦ κιονόκρανο μεταφέρθηκαν σε ἀποθῆκες ἀρχαιολογικοῦ ὑλικοῦ στὴν Κωνσταντινούπολη.
 
Θέα τοῦ Τσεγκέλκιοϊ καὶ τοῦ Κόλπου τῶν Φυλακῶν, ἀπὸ τὸ Μεσάχωρο (Ὀρτάκιοϊ) σὲ γκραβούρα τοῦ 1850. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Νικ. Παλαιόπουλου)
Timoni προχωρώντας κάπως περισσότερο διαπιστώνει τὴν ὕπαρξη δύο κιόνων, ἐνῷ σὲ καταμέτρηση, τοῦ μήκους τοῦ ναοῦ γράφει ὅτι καλύπτει 22 βήματα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὄλες οἱ διαπιστώσεις τοῦ Timoni ἔχουν ἄμεση συσχέτιση μὲ τὰ ἀρχαῖα εὑρήματα τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς Σταύρωσης, ὅπου σ᾽ ἐσωτερικὸ τμῆμα τῶν πλίνθων ὁ ἐρευνητὴς διέκρινε καὶ κατέγραψε τὴν ἐπιγραφὴ ΤΑ ΔΙΑ ΠΑΥΛΟΥ, ποὺ κατὰ τὸν συγγραφέα εἰκάζουν ὅτι ἐδῶ πρέπει νὰ τοποθετηθῇ τὸ ὀρφανοτροφεῖο τοῦ Ὁσίου Παύλου τὸ « ἐν τῇ Ἐλαίᾳ ».

Ἀσφαλῶς ἡ μελετητικὴ αὐτὴ προσπάθεια δὲν ἀποσκοπεῖ νὰ χρεώσῃ τὴν Μονὴ τοῦ Σταυροῦ στὸ Τσεγκέλκιοϊ οὔτε νὰ ἐνισχύσει τὴν ἀρχαιότητα τοῦ χωριοῦ μὲ τὴ σύναξη σ᾽ αὐτὸ ἑνὸς ἀκόμη πρωτοβυζαντινοῦ θρησκευτικοῦ ἱδρύματος. Ἔχουμε ὅμως τὴν ὑποχρέωση νὰ ἐξάγουμε κάποια συμπεράσματα ἀπὸ τοὺς ὑπεύθυνους μελετητὲς ὅτι τὴν ἐποχὴ τῆς ἵδρυσης τῆς Μονῆς δηλαδὴ περὶ τὸν 4ο αἰῶνα δὲν ὑπῆρχε ἰδιαίτερη συνοικία μεταξὺ Κοζίνιζας (Κουσκουντζούκι) καὶ Πρώτου Δίσκου (Τσεγκέλκιοϊ) ὅπως προκύπτει ἀπ᾽ τὶς πληροφορίες τοῦ ἱστορικοῦ Διόν. Βυζάντιου καὶ ἀργότερα τοῦ χρονογράφου Ἀγαθία. Τὸ ὅτι μετὰ τὴν Ἅλωση καὶ τὴ διέλευση ἀρκετῶν δεκαετιῶν ἀπ᾽ αὐτὴν ὁ τόπος φέρεται ὡς ἠσυχαστήριο τῶν σουλτάνων καὶ ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ Evliya Celebi ὅτι «οἱ Σουλτάνοι ἀπολάμβαναν τὴν ἠρεμία τους στοὺς κήπους τοῦ Σταυροῦ ὅπου ἔκτισαν μικρὰ πολυτελὴ καταλύματα» συμπεραίνει κανεὶς ὅτι τ᾽ ὄνομα Μπέϊλερ-μπέϊ εἶναι δημιούργημα τοῦ 17ου  αἰῶνα, ὅταν δηλαδὴ ἄρχισε ἡ κατασκευὴ τοῦ μεγαλοπρεπέστατου ἀνακτόρου τῶν σουλτάνων ποὺ ἐπιβλητικὰ στέκει πάνω στὰ γαλανὰ νερὰ τοῦ Βοσπὸρου.
 
Ὁ Αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός, ποὺ ἐκπλήρωσε τὶς ἐπιθυμίες τῆς συζύγου του γιὰ ἐγκατάσταση τῆς Μονῆς Μετανοούντων στὸ Τσεγκέλκιοϊ.
 
Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὁ τόπος ποὺ βρέθηκαν τὰ ἐρείπια τοῦ ναοῦ. Σὲ χιλιομετρικὴ ἀπόσταση εἶναι πολὺ κοντὰ στὸ Τσεγκέλκιοϊ (1.300 μ.) καὶ σὲ διπλάσια σχεδὸν ἀπόσταση ἀπὸ ὅτι στὸ Κουσκουντζούκι (2100 μ.). Οἱ χρονογράφοι ἐξάλλου Μάλαλας καὶ Ἀγαθίας μᾶς δίνουν τὸ στίγμα αὐτὸ τῶν Μονῶν Σταυροῦ καὶ Μετανοούντων καὶ πλέον καθίσταται σαφὴς ἡ θέση καὶ ἡ ἄμεση γειτονία τους.

Μετὰ τὴν εὑρηματολογία καὶ τὰ διάφορα στοιχεῖα ποὺ προέκυψαν κὶ ἔχουν πλέον ξεκαθαρίσει οἱ διαστάσεις ἀπόψεων περὶ τῆς ταυτότητας καὶ τῆς ἀκριβὴς θέσης, ὅπου δραστηριοποιήθηκε κάποτε ἡ Μονὴ τοῦ Σταυροῦ ἢ Σταύρωσις «διότι ἐνταῦθα ἢν ἡ ἐκκλησία καὶ διότι ἐδῶ ἐπάγη ὁ εἰς ἐκ τῶν τριῶν Σταυρῶν οὖς ἔπηξε κατὰ παράδοσιν ὁ πρῶτος τοῦ Βυζαντίου Ἐπίσκοπος Ἀπόστολος Ἀνδρέας»., ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται στὴν Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ποὺ ἐκπονήθηκε ἀπ᾽ τοὺς ἱστορικοὺς Σωζώμενο (439-459), Εὐάγριο (535) καὶ Θεοδώρητο Κύρου (393-466), ἐναπόκειται, πλέον στοὺς Βυζαντινολόγους νὰ ποῦν ἂν εἶναι τὸ Τσεγκέλκιοϊ αὐτὸ ποὺ κατέχει τὸ προνόμιο νὰ φιλοξένησε στὰ χώματα του τὸ Μοναστήρι ποὺ εἶχε τὸ πρῶτο ἔμβλημα μὲ Σταυρό.

Ἀφήνουμε ὅμως τις εἰκασίες γιὰ νὰ βρεθοῦμε ἀντιμέτωποι μὲ τὴν πραγματικότητα. Τὸ χωριὸ ἐμφανίζεται τρεῖς αἰῶνες μετὰ τὴν περιγραφή του ἀπὸ τὸν Διονύσιο τὸν Βυζάντιο, στὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας τὴν ἐποχὴ πλέον τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ (527-565) μ᾽ ἕνα ἰδιότυπο τρόπο μοναστικῆς ζωῆς.

Ἐνέπνεε φαίνεται τὸ τοπίο ποὺ ἦταν γεμάτο ὑποβολὴ καὶ κατάνυξη, ὅπου ἐγκαταλείπεται κανεὶς ἀνεπηρέαστος στὴ γοητεία του. Μία λοιπὸν ἀπὸ τὶς ἐκπληκτικὲς ἱστορικὲς πληροφορίες εἶναι ἡ ἀνέγερση μιᾶς Μονῆς γιὰ τὴν ὁποία διαπιστώνουμε ὅτι διαφέρει ἀπὸ τὶς Βυζαντινὲς φυλακές, τὶς «εἰρκτές» ἢ τὰ «δεσμωτήρια» ὅπως τὰ ὀνόμαζαν τότε, ποὺ φιλοξενοῦσε τὶς γυναῖκες ποὺ ζητοῦσαν μετάνοια ἀπὸ τ᾽ ἀμαρτήματα ποὺ εἶχαν διαπράξει στὴ ζωή τους.

Πρὶν τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς ὑπῆρχε στὸ Τσεγκέλκιοϊ τὸ βασιλικὸ ἀνάκτορο, τὸ ὀποῖο ὁ Ἰουστινιανὸς καὶ ἡ Θεοδώρα τὸ μετέτρεπαν σὲ μοναστήρι μὲ τ᾽ ὄνομα Μετάνοια, καὶ τὸ χωριὸ ὀνομάσθηκε Τὰ Μετανοίας.

Ἡ βασίλισσα Θεοδώρα ἦταν αὐτὴ ποὺ ἔδωσε τὸ φωτεινὸ παράδειγμα, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸ ὅτι ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὶς πιὸ φιλάνθρωπες αὐτοκράτειρες τοῦ Βυζαντίου. Δὲν χρησιμοποίησε τὴν ἐπιρροή της μόνο γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης ἀλλὰ πῆρε καὶ ἀρκετὰ μέτρα γιὰ νὰ βοηθήσῃ τὶς δυστυχισμένες ὑπάρξεις τοῦ γυναικείου φύλου ποὺ εἶχαν πέσει θύματα σὲ μαστροποὺς καὶ προαγωγούς. Μαθαίνουμε ὅτι λύτρωσε πολλὲς τέτοιες γυναῖκες ἀπ᾽ τοὺς ἐκμεταλλευτές τους πληρώνοντας ἡ ἴδια μὲ δικά της χρήματα τὸ τίμημα ποὺ εἶχε καθορισθεῖ γιὰ τὴν ἀγορά τους.

Ἀλλὰ καὶ ἀρκετοὶ μοναχοὶ θεωροῦσαν καθῆκον τους ν᾽ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἠθικὴ ἀποκατάσταση τῶν παραστρατημένων γυναικῶν. Κατὰ τὶς μαρτυρίες τοῦ ἱστορικοῦ Προκοπίου ὑπῆρχε πλῆθος γυναικῶν στὸ Βυζάντιο ποὺ ἀσκοῦσαν τὴν ἀνηθικότητα «ὄχι με τὴ δική τους ἐλεύθερη θέληση ἀλλὰ ἀπ᾽ τὴ βία τῆς ἀσελγείας». Γιὰ νὰ καθαρίσουν τὴν Πόλη ὁ Ἰουστινιανὸς καὶ ἡ Θεοδώρα κατήργησαν τοὺς κακόφημους οἴκους καὶ ἐξέδωκαν εἰδικὴ Νεαρά ποὺ ἀπαγόρευε τὴ μαστροπία καὶ τὴν ἐκμετάλλευση τῶν πτωχῶν κοριτσιῶν. Τόσο ὁ νόμος ὄσο καὶ ὁ χρονογράφος Μαλάλας μαρτυροῦνε τοὺς ἀσυνείδητους προαγωγοὺς ποὺ γυρνούσαν πόλεις καὶ χωριὰ καὶ ἀγόραζαν κορίτσια ἀπὸ φτωχὲς οἰκογένειες δίνοντας λίγα χρήματα γιὰ νὰ τὰ ὁδηγήσουν σὲ τρισάθλιες τρῶγλες, ὅπου ἀσκοῦσαν πλέον τὸ ἐπάγγελμα τῆς πόρνης.

Τοῦτο τὸ γεγονὸς ἀναλύοντας ὁ σύγχρονος Βυζαντινολόγος προσθέτει: «Κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους πολλὲς ἦταν οἱ ἀφορμὲς εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ ἠθικοῦ βίου ἐκτροπὴν ἄγουσαι, τοιαῦτα δὲ πλὴν φυσικῆς πρὸς τὰ φαῦλα διαθέσεως καὶ ἡ αἰχμαλωσία καὶ ἡ δουλεία ὑφ᾽ ὧν τὰ μεγάλα τοῦ κράτους κέντρα πολλὰς εἶχον ἑταιριζόμενας».

Ἡ Θεοδώρα ἐξέφρασε τὴ φροντίδα της μὲ τὸν συγκεκριμένο τρόπο διαλέγοντας τὸ ἐγκαταλελειμμένο κὶ ἐρειπωμένο παλάτι τοῦ Τσεγκέλκιοϊ, στὸ ὀποῖο συγκεντρώθηκαν 500 ἄτυχες ὑπάρξεις τὶς ὀποῖες μὲ αὐτοκρατορικὴ διαταγὴ ἐξασφαλίζονταν ἄφθονα ἀγαθά.

Εἶναι πάντως εὐτύχημα ὅτι τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀρχίζει νὰ διαδίδεται ἡ χρονογραφία ὡς τέχνη ἀφήγησης. Μὲ αὐτὴν ἱστοροῦνται τὰ γεγονότα ὅπως ἐξελίσσονται, ἐκτίθενται οἱ λεπτομέρειες ποὺ κολακεύουν τὴν ἀδυναμία καὶ τὴν περιέργεια τοῦ λαοῦ. Παράδειγμα ὁ Ἰωάννης Μαλάλας ὁ ἀληθινὸς χρονογράφος, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τὴν γλῶσσα ποὺ μιλιόταν στὸν 6ο  μ.Χ. αἰῶνα καὶ μᾶς δίνει τὸ στίγμα τοῦ Τσεγκέλκιοϊ μὲ τὴ Μονὴ τῶν Μετανοούντων.
Ἡ βασιλικὴ ἀπόφαση στὸ νὰ ἐπανέλθουν οἱ ἔγκλειστες αὐτὲς γυναῖκες στὸν ἐνάρετο βίο ἔδωσε ἀφορμὴ στὸν Προκόπιο νὰ γράψῃ «καὶ πολλὲς μὲν χρημάτων προσόδοις οἱ βασιλεῖς οὗτοι τοῦτο τὸ μοναστήριον δεδώρηνται πολλὰς δὲ οἰκίας κάλλει τε καὶ πολυτέλεια διαφερόντως ἐξαίσιας ταῖς γυναιξῖ παρὰ ψυχὴν ἐσομένην ᾠκοδομήσαντο, ὡς μηδενὶ ἀναγκασθεῖσα πρὸς τὰ τῆς σωφροσύνης ἐπιτηδεύματα τρόπῳ ὀπωσσοὶ ἀποκνήσωσιν». Ὁ σοφὸς αὐτοκράτορας ἐπομένως ἐφρόντισε νὰ ἐξασφαλίσῃ στὶς γυναῖκες αὐτὲς κάποια ψυχαγωγία καὶ εὐμάρεια γιὰ νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ μὴν ἐπιστρέφουν στὸν ἀκόλαστο βίο.

Ἡ μοιχεία θεωρεῖτο βαρὺ ἔγκλημα, ἀφοῦ ἡ τιμωρία της προβλεπόταν ὄχι μόνον ἀπ᾽ τοὺς ἀνθρώπινους ἀλλὰ κὶ ἀπ᾽ τοὺς θείους νόμους. Τὸ «οὐ μοιχεύεις» ἐξάλλου τῆς Παλαιὰς Διαθήκης ἐπαναλήφθηκε πολλὲς φορὲς στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ στὶς γραφὲς τῶν Πατέρων τῆς ἐκκλησίας. Ἐπομένως τ᾽ ἀσκητάρια καὶ τὰ κελιὰ ἦταν γιὰ τοὺς κριματιστές, ποὺ τόσα βάσανα εἶχαν συσσωρεύσει στὸν ἑαυτὸ τους, ἀσφαλῆ καταφύγια γιὰ μετάνοια. «Τὸ τῆς μοιχείας ἄγος οὐδὲν ἐλαττοῦται τῆς ἀνδροφωνίας, διότι ὁ μὲν μιαιφόνος ἑνός τινος τὸν βίον ἀπώλεσεν ὁ δὲ μιαρὸς τῆς μοιχείας δράστης πλείστων ὅσων ἀνδρός, παίδων, συγγενῶν, ὅλους βίους μιᾷ πληγῇ τῇ τῶν γάμων κατασπαράξει πάντας ἀνέτρεψεν», παρὰ ταῦτα τὰ κρούσματα τῆς μοιχείας ἦταν ἀρκετά, τόσα, ὥστε ν᾽ ἀποτελοῦν τὸν κύριο ὄγκο τῶν φυλακισμένων γιὰ τοὺς ὁποίους προβλεπόταν ὡς ποινὴ νὰ δέρνονται, νὰ κουρεύονται καὶ νὰ τοὺς κόβεται ἡ μύτη. Παράλληλα ἡ ἐκκλησία μὲ τὸ ἄρθρο 86 τῆς «ἐν Τρούλλῳ» Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποφάσιζε «τοὺς ἐπὶ ὀλίσθῳ ψυχὴν πόρνας ἐπισυνάγοντας καὶ ἐκτρέφοντας εἰ μὲν κληρικοὶ εἶεν ἀφορίζεσθαι καὶ καθαιρεῖσθαι, εἰ δὲ λαϊκοὶ ἀφορίζεσθαι».

Στὴ Μονὴ τῶν Μετανοούντων ὅμως τὰ πράγματα δὲν ἦταν τόσο σοβαρά, ὄσο στὶς φυλακὲς καὶ ἡ ἀντιμετώπιση δὲν ἦταν τόσο βίαιη ὄσο στὰ δεσμωτήρια. Ἐπικρατοῦσε μοναστικὴ τάξη καὶ ζωή, γιὰ τὶς γυναῖκες ποὺ παραστράτησαν καὶ ἀναζητοῦσαν μεταμέλεια. Ἃς ποῦμέ πως ἦταν κάποια μορφὴ ἐξορίας μὲ ἐπικείμενη τὴν ἐπιστροφή τους κάποτε στὰ ἐγκόσμια. Τὸ σημαντικὸ στοιχεῖο σ᾽ αὐτὴν τὴν περίπτωση εἶναι ὅτι οὔτε στὴ σημερινή μας ἐποχὴ δὲ συναντᾶται εὔκολα τέτοιο ὑπέροχο φαινόμενο ὁμαδικῆς ἀγάπης πρὸς τὸν συνάνθρωπο ὅπως τὸ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν συμπαράσταση τῆς Βυζαντινῆς ἐπίσημης ἀρχῆς ἀπέναντι στὶς φυλακισμένες. Μὲ σκοπὸ νὰ δώσῃ ἔμφαση στὴ Βασιλικὴ αὐτὴ μέριμνα ὁ ἱστορικὸς Ἀγαθίας λέει «... εἰς δὲ τὰς γυναίκας ἀκόσμους ὡς πολλά... τὰ στρατιωτικὰ ἐσκεδάνυντο χρήματα» δηλαδὴ ἀντὶ νὰ ξοδευτοῦν χρήματα γιὰ τὴν ἄμυνα τοῦ κράτους χορηγοῦσαν τὰ κονδύλια γιὰ κοινωνικὴ πρόνοια.
Οἱ Βυζαντινοὶ Πρόχθοι. Τὰ σημερινὰ σύνορα τοῦ Τσεγκέλκιοϊ μὲ τὸ γειτονικὸ Βανίκιοϊ. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη).
Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς περίφημης αὐτῆς Μονῆς στὸ Τσεγκέλκιοϊ ἡ ἀνηψιὰ τῆς Θεοδώρας, ἡ Σοφία, σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστίνου Β´ (565- 578) προσδοκῶντας ν᾽ ἀποκτήσῃ τὴν δόξα τῆς θείας της, ἔδειξε μεγάλο ἐνδιαφέρον σὲ οἰκοδομικὴ δραστηριότητα. Ἔκτισε λωβοκομεῖα (ἕνα ἀπ᾽ αὐτὰ βρισκόταν στὸ παρακείμενο χωριὸ Κουσκουντζούκι) ἀνάκτορα καὶ ναούς, ἐνῷ παράλληλα ἐπισκεύασε διάφορα προγενέστερων χρόνων κτίσματα. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἱστορικοῦ Κωδινοῦ «Σοφία σύζυγος Ἰουστίνου ἥτις πάσχουσα ἐκ λεπρᾶς δι᾽ ὅ καὶ Λωβὴ ἐκαλεῖτο ἵδρυσε λεπροκομεῖο παρὰ τὸ ἀνάκτορο της», μᾶς δίδει τὰ περιθώρια νὰ θεωρήσουμε ὅτι τὸ «παρά» ἀναφέρεται στ᾽ ἀνάκτορα τοῦ Τσεγκέλκιοϊ τὰ ἐπικαλούμενα Σοφιανά, γιατὶ ἡ ἀπόσταση τοῦ λεπροκομείου αὐτοῦ δὲν εἶναι μεγάλη ἀπ᾽ τὸ ἀνάκτορο τοῦ Τσεγκέλκιοϊ καὶ φυσικὰ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρχουν αὐτὰ στὸν ἴδιο χῶρο μὲ ἵδρυμα μολυσματικῶν νόσων καὶ ἰδιαίτερα τῆς λέπρας. Ὅμως ὑπάρχει ἄλλη μία ἐκδοχὴ ποὺ φέρει τὴ Σοφία τὴ Λωβὴ νὰ κρατεῖται σὲ περιορισμὸ στὰ Σοφιανὰ Ἀνάκτορα, ὅταν ἀπέτυχε στὰ σχέδια της νὰ νυμφευθῇ τὸν αὐτοκράτορα Τιβέριο Β´ (578 - 582) παίζοντας ἐπικίνδυνα παιχνίδια μὲ τὸν θρόνο, «... ὅτε ὁ Τιβέριος ἀνῆλθε στὸν θρόνον μετὰ τὸν Θάνατον Ἰουστίνου Β᾽, ἡ Σοφία ἐνόμισεν ὅτι θὰ συζευχθεῖ αὐτόν. Ψευθεῖσα ὅμως τῶν ἐλπίδων, συνώμοσε κατ᾽ αὐτὸν ἀλλὰ συλληφθεῖσα ἐνεκλείσθη εἰς τὰ ἀνάκτορα αὐτῆς». Πάλι ἀπὸ πηγὲς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν Κωδινὸ ποὺ ἔζησε στὰ τελευταία χρόνια τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας ὡς κουροπλάτης «... θύραθεν τοῦ στενοὺ λεγομένη ἐκκλησία Χρυσοκέραμος παρὰ Ἰουστίνου καὶ Σοφίας τῶν εὐλαβεστάτων βασιλέων ἐκτίσθη» βγαίνει τὸ συμπέρασμα ὅτι ἴσως ὁ σημερινὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἀνεγέρθηκε στὸ σημεῖο, ὅπου προϋπῆρχε ναὸς τῶν ἀνακτόρων τὸν 6ο μ.Χ. αἰῶνα, ὅταν μεσουρανοῦσε ἡ αὐτοκράτειρα Σοφία.

Ὁ ἱστορικὸς Προκόπιος, ποὺ τοποθετεῖ τὴ Μονὴν Μετανοίας στὸ Τσεγκέλκιοϊ ἀναφέρει πως ἡ περιφέρεια αὐτὴ εἶχε τὸν εὐκτήριο της οἶκο, ὅπου οἱ συνερχόμενες καὶ μεταμελούμενες θὰ ἐδέοντο τοῦ ὑψίστου πρὸς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν «τούτου δὲ δὴ ἐν πολλῷ ἀποθὲν τοῦ νέῳ (Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ ἐν Πρόχθοις) τέμενος ἅγιον τῇ Θεοτόκῳ ἀνεώσαντο τρόπω τῷ αὐτῷ καταπεπονηκὸς πολλῷ πρότερον οὐ δὴ τὸ σεμνὸν μακρὸν ἂν εἴη καὶ διερευνήσασθαι καὶ λόγῳ σεμνῆναι ἐκδέχεται δὲ ἡ πάλαι τῆς ἱστορίας προσδοκομένη μοῖρα». Ἡ περιγραφὴ γίνεται σὲ ἐποχὴ ποὺ ὁ ναὸς εἶχε ἀνάγκη ἐπισκευῆς ἀπὸ τὴν καταστροφὴ ποὺ εἶχε ὑποστεῖ, πιθανὸν ἀπὸ σεισμὸ καὶ δείχνει τὴ διάθεση ἀνοικοδόμησης ἐκ μέρους τῶν πιστῶν χωριανῶν καὶ τῶν μοναχῶν, γιὰ ν᾽ ἀποκτήσουν ξανὰ τὸν εὐκτήριο οἶκο τους.
 

Τὸ Τσεγκέλκιοϊ σὲ δελτάριο τοῦ 1906. Διακρίνεται τὸ Ναυσιμάχειο ἀκρωτήρικαὶ ἡ συνοικία Πρόχθοι. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Νικ. Παλαιόπουλου)

Σὲ μεταγενέστερους χρόνους ἡ Μονὴ τῆς Μετανοίας, παρότι δὲν ἐμφανίζεται στὸ προσκήνιο, στὶς ἀρχὲς τοῦ Θ´ αἰῶνα κάνει ἔντονα τὴν ἐμφάνιση της καὶ πιστοποιεῖ τὴν λειτουργία της. Ἀπὸ ἱστορικὰ δεδομένα διαπιστώνουμε ὅτι στὴ δικαιοδοσία τῆς Μονῆς Μετανοίας ὑπάγονταν δύο μονές ποὺ εἶχαν νεοϊδρυθεῖ.
α) Ἡ Νέα Μετάνοια, στὴν ὁποία ὁ αὐτοκράτορας Φωκᾶς (802-811) περιόρισε τὴ μητέρα του καὶ
β)  Ἡ Μονὴ τοῦ Θεοφίλου, που πῆρε τ᾽ ὄνομά της ἀπ᾽ αὐτὸν τὸ 830 μ.Χ.

Ἡ προσάρτηση τῶν μοναστηρίων αὐτῶν στὴ μονὴ τοῦ Τσεγκέλκιοϊ μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ συμπεράνουμε ὅτι γι᾽ ἀρκετοὺς αἰῶνες ἄκμασε καὶ ἐπιτέλεσε σοβαρὸ καὶ ὑπεύθυνο ἔργο ἐξυπηρετώντας παράλληλα καὶ τὰ κοινωνικὰ προβλήματα τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς.

«... Μεταξὺ Κούλελι καὶ Τσεγκέλκιοϊ δέον νὰ ἀναζητήσωμεν τὴν δέσιν τῆς Μονῆς Θεοτόκου τῶν Μετανοίας ἐπιλεγομένης
», λέει ὁ λεξικογράφος Σ. Ἰ. Βουτυρᾶς ποὺ συνεχίζει τὴν παροχὴ πληροφοριῶν τοῦ γράφοντας «... ἥτις ἀπὸ ἀρχαιοτέρου παλατιοῦ ἐνταῦθα κειμένου μετεποιήθη ὑπὸ Ἰουστινιανοῦ καὶ Θεοδώρας εἰς μοναστήριον ὅπου ἀπεσύροντο οἱ ἀποτασσόμενοι τοῦ προτέρῳ βίῳ φαυλόβιοι γυναῖκες».

Τὸ περίεργο μὲ τὸν Σ. Βουτυρᾶ εἶναι ὅτι καταλήγει σὲ συμπέρασμα «τῆς μονῆς ταύτης λείψανον φαίνεται ὃν τὸ παρὰ τὸ Τσεγκέλκιοϊ ἐν τινι ἀμπέλῳ τιμώμενον ἁγίασμα», ποὺ σημαίνει ὅτι στὰ τέλη τοῦ ΙΘ´ αἰῶνα διέκρινε ἀπομεινάρια τῆς περίφημης οἰκοδομῆς.
 

Γενικὴ ἄποψη τοῦ χωριοῦ ἀπ᾽ τὰ ὑψώματα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνοταντινίδη)

Οἱ ὀνομασίες τύπου «Τὰ Μετανοίας» ἦταν κάτι ποὺ συνήθιζαν οἱ Βυζαντινοὶ νὰ τὶς ἀποδίδουν στὰ προάστεια τους. Πολλὰ μέρη τῆς Κωνσταντινούπολης πῆραν τὴν ὀνομασία τους ἀπὸ Συγκλητικοὺς ἄρχοντες (π.χ. Τὰ Ὀλυβρίου, Τὰ Σεβήρου, Τὰ Ἀντιόχου), ἀπὸ τὴν ὕπαρξη στὴν περιοχὴ κάποιου ἀνακτόρου (Τὰ Βουκολέοντος, Τὰ Ὀρμισθίου, Τὰ Σοφιανά) ἀπὸ τὰ μεταλλεύματα τοῦ ὑπεδάφους (Χρυσούπολις, Ἀργυρώνιο), καὶ φυσικὰ ἀπὸ τὴν ἵδρυση καὶ τὴν ἀκμὴ σημαντικῶν μοναστηρίων ὅπως αὐτὸ τοῦ Τσεγκέλκιοϊ.

Μέχρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐπιλέξουν τὴν δική τους ὀνομασία γιὰ τὸ χωριὸ καὶ τὴν τοποθεσία του, ἐπικράτησε ν᾽ ἀποκαλεῖται Τὰ Μετανοίας, ἀφοῦ οἱ πηγὲς τῆς ἱστορίας μὲ τοῦτο τ᾽ ὄνομα μᾶς τὸ παρουσιάζουν μιᾶς καὶ ἐκεῖ ζοῦσε ὁ μυστικισμὸς ποὺ δέθηκε μὲ τὴ μνήμη τῶν μετανοούντων. Καὶ σήμερα ἀκόμη, ὅπως σχεδιάζεται πάνω στὸ γαλάζιο νερό, εἶναι μία θαυμαστὴ μοναξιά, μία μοναξιὰ καλοσύνης, ἕνα μήνυμα ἀπὸ κάποιους καιροὺς παρθενικούς.

Ἡ ὀνομασία ὅμως αὐτὴ παρὰ τὴν μακρόχρονη (5 αἰῶνες) παραμονὴ καὶ ἀκμὴ τῆς μονῆς δὲν διατηρήθηκε ἀναλογικὰ ὅσο ἔπρεπε. Ἡ ἀμέσως μετὰ τὴν Θεοδώρα, αὐτοκράτειρα Σοφία, προφανῶς μὲ σκοπὸ νὰ ξεπεράσῃ τὴν δημοτικότητα τῆς θείας της ἐπέλεξε συγκεκριμένους στόχους γιὰ ν᾽ ἀναδειχθῇ. Καὶ ἐπέλεξε ἕναν ἀπὸ τοὺς στόχους της τὸ Τσεγκέλκιοϊ, γιατὶ ὁρισμένα ἀπ᾽ τὰ Βοσπορίτικα προάστεια λόγῳ γεωγραφικῆς θέσης ἀποτελοῦσαν ἐστίες μὲ ξεχωριστὴ θρησκευτικὴ καὶ πολιτιστικὴ ἀνάπτυξη. Ἡ ἵδρυση στὸ Τσεγκέλκιοϊ, ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Σοφία τὴ Λωβή, ἑνὸς ἀπὸ τὰ πολλά της παλάτια δείχνει τὴν προτίμηση της σὲ τοῦτο τὸ παραπόλιο τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ. Ἡ ὀνομασία του μὲ τ᾽ ὄνομα τῆς Σοφίας σὰν Σοφιανὰ προσδίδει σ᾽ αὐτὸ ἱστορικὴ ἀξία ποὺ τ᾽ ἀπαγκιστρώνει ἀπ᾽ ἕνα ἁπλὸ ψαροχώρι μὲ λιγοστοὺς κατοίκους καὶ τὸ φέρει στὴν ἐπικαιρότητα ὡς τόπο αὐτοκρατορικοῦ καταλύματος.

Ἀπὸ τὶς περιγραφὲς τοῦ Σχολαστικοῦ Μαριανοῦ προκύπτει ὅτι τὸ 612 μ.Χ. συνέβη νὰ γεννηθῇ σὲ τοῦτο τὸ ἀνάκτορο ὁ Ἡράκλειος ὁ Νέος, γιὸς τοῦ αὐτοκράτορα Ἡρακλείου (610-641). Ἡ ἐπὶ πλέον ὅμως ἀναφορά του στοὺς ναοὺς τῶν Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὴν περιοχὴ τοῦ σημερινοὺ Κούλελι καὶ τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας ἢ Θεοτόκου, ποὺ ἦταν ὁ τιμώμενος ναὸς τῆς Μονῆς τῶν Μετανοούντων, ἐνισχύει ὅλες τὶς ἀπόψεις περὶ τῆς ἐγκαταστάσεως στὸ Τσεγκέλκιοϊ αὐτῶν τῶν Χριστιανικῶν ἱδρυμάτων καθὼς καὶ τῶν αὐτοκρατορικῶν ἐγκαταστάσεων.

Σὲ ἐπίγραμμα ποὺ συναντᾶται στὴν Anthologia Palatina ἀναγράφεται ὅτι «ἀπὸ τὸν κόλπο ποὺ ἡ Ἀσία βλέπει τὴν Εὐρώπη, ὅπου τὰ κύματα δημιουργοῦν θορύβους, ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστῖνο Β᾽ τὸ χρυσὸ αὐτὸ παλάτι, γιὰ ν᾽ ἀπαλυνθῇ ἡ λύπη τῆς Σοφίας, ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὸν χαμὸ τοῦ διαδόχου τοῦ θρόνου, τοῦ γιοῦ της». Ἄλλη μία ἐκδοχὴ προστίθεται στὴν ἱστορία τῆς οἰκοδόμησης τοῦ τόσο πανώριου καὶ πολυτελοῦς κτίσματος γιὰ τὸ ὀποῖο ἀναφέρεται καὶ ὁ Σχολαστικὸς Ἀγαθίας.

Στὶς περιγραφὲς ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Σχολαστικὸς Ἀγαθίας μὲ τὸν χαρακτηριστικὸ ἐκφραστικὸ τοῦ τρόπο τὸν 6ο αἰῶνα ξεχωρίζουμε τὸ παρακάτω κείμενο.
«Ὁππόθι τεμνομένης χθονὸς ἄνδικα πόντον ἀνοίγει
πλαγκτὸς ἀλικλύστων πορθμὸς ἐπ᾽ ἠιόνων
χρυσέα συλλέκτρῳ ταδ᾽ ἀνάκτορα θῆκεν ἀνάσσῃ
τῇ πολυκυδίστῃ, θεῖος ἄναξ Σοφίῃ
Ἄξιον, ὢ Ῥώμῃ μεγαλοκρατὲς ἀντία σεῖο
κάλλος ἀπ᾽ Εὐρώπης δέρχεται εἰς Ἀσίην».

Ὁ Ἀγαθίας ἀναφέρεται στὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ σὲ τόπο ποὺ χωρίζεται μὲ κυματώδη καὶ ταραγμένη θάλασσα, περιγράφει τὸν πορθμὸ ποὺ χωρίζει τὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν Ἀσία, καὶ σημειώνει παράλιο χῶρο, ὅπου ὁ αὐτοκράτορας ἔκτισε χρυσᾶ παλάτια πρὸς τιμὴν τῆς συζύγου του Σοφίας. Φυσικὰ ἡ περιγραφὴ αὐτὴ εἶναι ἀπροσδιόριστος ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀκριβῆ τόπο καὶ τὴν συγκεκριμένη τοποθεσία. Εἶναι ὅμως ἐφικτὴ ἡ προσέγγιση γιὰ τὸ Τσεγκέλκιοϊ ποὺ εἶχε τὴν ὀνομασία Σοφιανὰ καὶ φυσικὰ ἡ πληροφόρηση μας βασίζεται σὲ ὅσα γράφει ὁ Κεδρινὸς ὅτι δηλαδὴ ἡ Σοφία ἡ αὐτοκράτειρα ἔδειξε οἰκοδομικὴ δραστηριότητα στὸ «ἠιών» στὸν τόπο δηλαδή ποὺ ἔχει βαθὺ κόλπο.

Καὶ νεότερος ὅμως Βυζαντινολόγος ἐρευνητὴς ἀναφέρει ὅτι «ἡ τοποθεσία αὐτὴ εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τοὺς πατριογράφους τοῦ μεσαίωνα. Ὑπῆρχε ἐκεῖ ναὸς ποὺ εἶχε οἰκοδομηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰουστῖνο Β´ καὶ τὴ σύζυγο του Σοφία. Ἔδωσε τ᾽ ὄνομά της στὴν περιοχή, διότι ἡ στέγη τοῦ ἀνακτόρου καὶ τοῦ ναοῦ ἦταν καλυμμένη μὲ σκεπὴ χάλκινη καὶ ἐπιχρυσωμένη».
 

Ὁ χρυσοπράσινος κίονας τῶν Σοφιανῶν ἀνακτόρων. Ἱστορικὸ ἀπολίθωμα ποὺ βρέθηκε σὲ πρόσφατες ἀνασκαφὲς στὸ Τσεγκέλκιοϊ.

Τὸ 1974 στην συνοικία Χαβούζ-μπασὶ σὲ ἀπόσταση δηλαδὴ 400 μ. ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ ναοῦ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια ἐκσκαφῆς θεμελίων γιὰ τὴν ἀνέγερση πολυκατοικίας βρέθηκε ἕνας κίονας πράσινου χρώματος, ποὺ ἡ μορφή του ἔδωσε στοὺς ἐρευνητὲς ἀρχαιολόγους τὴν εὐκαιρία ν᾽ ἀποφανθοῦν ὅτι ἀνήκει σὲ κίονα παλατιοῦ ἕνα δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ποὺ ἐμπεριεῖχε τὸ Σοφιανὸ ἀνάκτορο. Ὁ κίονας ἔχει μῆκος 4,46 μ. σὲ σχῆμα κυκλικὸ φαρδύτερο στὴν βάση του καὶ κάπως λεπτότερος στὴν κορυφή του (0,68 - 0,57μ.)·

Ἡ Τουρκικὴ ἐπικράτηση πρὶν ἕξι περίπου αἰῶνες καὶ οἱ συχνὲς καταστρεπτικὲς εἰσβολὲς τῶν Ἀράβων καὶ τῶν Ῥώσων πρὶν ἀπὸ ἕνδεκα αἰῶνες, ποὺ εἶχαν κατακτητικὸ χαρακτῆρα, συνέτειναν στὸ νὰ μὴν σωθοῦν παρὰ ἐλάχιστα καλλιτεχνικὰ καὶ ἱστορικὰ μνημεία. Μποροῦμε ἐπομένως νὰ συμπεράνουμε, γιατὶ δὲν ἔχουμε ὅλη τὴν εἰκόνα τῆς ἱστορικῆς ἐξέλιξης καὶ ὅλη τὴν πληροφορικὴ κληρονομιὰ ποὺ θὰ μᾶς βοηθοῦσε νὰ ἐξιχνιάσουμε τὰ συμβάντα.
Στὸ τέλος τῆς περιόδου τοῦ 625 μ.Χ. οἱ Πέρσες εἶχαν ἀπομακρύνει τὸν αὐτοκράτορα Ἠράκλειο ἀπὸ τὰ ἐδάφη τους, παρὰ τὸν αἰφνιδιασμὸ ποὺ ἐπεχείρησαν οἱ Βυζαντινοὶ καὶ κατάφεραν νὰ ἐξοντώσουν τμῆμα τῆς στρατιᾶς τοῦ Σαρμπαράζ. Ἔτσι δημιουργήθηκε στοὺς Πέρσες ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ κίνδυνος ἦταν πάντοτε μεγάλος καὶ ἄμεσος.

Ἀποφάσισαν νὰ λάβουν τὰ μέτρα τους. Ἂν καὶ δὲν εἶναι χρονικὰ διακριβωμένο, ἀποφάσισαν νὰ συμπράξουν μὲ τοὺς Ἀβάρους γιὰ κοινὴ ἐπίθεση κατὰ τοῦ Βυζαντίου. Ὁ Θεοφάνης γράφει ὅτι συμφωνήθηκε νὰ βαδίσουν οἱ Ἀβάροι κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐνισχυόμενοι ἀπὸ Περσικὴ στρατιά. Τὸ Πασχάλιο Χρονικὸ ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἔξαρχος τῶν Περσῶν ἀνέμενε τὴν ἄφιξη τῶν Ἀβάρων, ἐνῷ ὁ Πατριάρχης Νικηφόρος λέει ὅτι «συμφώνησαν ὁμοῦ νὰ καταλάβουν τὴν Πόλιν». Γεγονὸς πάντως εἶναι ὅτι οἱ Πέρσες δὲν εἶχαν καμιὰ δυσχέρεια νὰ συνεννοηθοῦν μὲ τὸν Χαγάνο τῶν Ἀβάρων, ποὺ πάντα ἦταν πρόθυμος γιὰ ἐπίθεση καὶ πάντα ἕτοιμος νὰ λεηλατήσει τοὺς τόπους ποὺ κατεῖχε τὸ Βυζάντιο.

Ὁ Σαρμπαρὰζ ἔφθασε στὴ Χαλκηδόνα πολλὲς ἡμέρες πρὶν ἔλθει ὁ Χαγάνος τῶν Ἀβάρων δηλαδὴ τὸ πρῶτο δεκαπενθήμερο τοῦ Ἰουνίου τοῦ 636 μ.Χ. Ἡ συμμαχία ὅμως αὐτὴ καὶ ὁ ἀντιπερισπασμὸς τῶν Ἀβάρων, δὲ θα ἦταν ἀρκετὸς γιὰ νὰ καταλυθῇ τὸ Βυζαντινὸ κράτος ἢ νὰ ἐπιβληθῇ εἰρήνη μὲ τοὺς ὅρους ποὺ ἐπεδίωκαν οἱ ἐχθρικοὶ σύμμαχοι. Γιὰ νὰ ἐπιτευχθοῦν οἱ σκοποῖ αὐτοὶ χρειαζόταν μεγαλύτερη πολεμικὴ προσπάθεια ἀπὸ μέρους τῶν Περσῶν γιὰ αὐτὸ τὸ λόγο διατάχθηκε γενικὴ στρατολογία.

Τοῦτο τὸ σημεῖο εἶναι ποὺ ἐνδιαφέρει τὴ μελέτη τῆς ἱστορίας τοῦ Τσεγκέλκιοϊ. Στὴν ὑποχρεωτικὴ στρατολογία ποὺ ἀναφέρεται ὁ Θεοφάνης «ξένους πολίτας καὶ οἰκέτας ἐκ παντὸς γένους ἐκλογὴν ποιούμενος» συγκέντρωσαν τοὺς κατοίκους τῶν Βοσπορίτικων χωριῶν, γιατὶ «οἱ Πέρσαι κατεῖχον πρὸς τὴν Χαλκηδόνα καὶ τὴ Χρυσουπόλει ἅπασαν τὴν Ἀσιατικὴν ὄχθην τοῦ Βοσπόρου μέχρι τοῦ Κικωνίου ὅπερ κατὰ τὰς εἰδήσεις τῶν συγγραφέων ἔκειτο ἐπὶ τοῦ ὄρους τοῦ δεσπόζοντος τῶν χωρίων Βανίκιοϊ καὶ Τσεγκέλκιοϊ ἐξ οὗ διὰ κανονιοβολισμῶν ἀγγελοῦσι τὰς πυρκαγιᾶς». Ὑπονοείται ὅτι στρατολογήθηκαν πολίτες μὴ ὑποκείμενοι σὲ στρατολογία (Βυζάντιοι) δηλαδὴ κάτοικοι περιφερειῶν ποὺ εἶχαν κατακτηθεῖ ἀπὸ τοὺς Πέρσες. Καὶ βέβαια «περὶ τῆς τύχης τῆς πρωτευούσης ὁ Ἡράκλειος δὲν ἀνησυχεῖ, διότι ὁ ἐν Χαλκηδόνι Περσικὸς στρατὸς τοῦ Sharbaraz οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιχειρήσῃ κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διότι πρὸς διάβασιν εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν διετίθει τὰ ἀναγκαῖα πορθμεῖα...».

Τὰ Βοσπορίτικα χωριὰ ὅμως εἶχαν ὑποστεῖ τὴ ζημιά. Ἤδη τὸ Τσεγκέλκιοϊ εἶχε ἀπογυμνωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνδρικὴ παρουσία καὶ εἶχε δεχθεῖ τὴν ἐχθρικὴ ὀργὴ τῶν κατακτητῶν χωρὶς νὰ διευκρινίζεται τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς ποὺ ὑπέστη.
Μετὰ ἀπ᾽ τὰ συμβάντα αὐτὰ στὸν 7ο μ.Χ. αἰῶνα παρουσιάζεται χρονικὸ κενὸ δύο αἰώνων. Δὲν ἔχουμε πληροφορίες γιὰ τὴν πάλαι ποτὲ ἔντονη δραστηριότητα τῆς Μονῆς τῆς Μετανοίας. Μπαίνουμε σὲ μία περίοδο ὕφεσης, ἀνυπαρξίας καὶ ἐγκατάλειψης τῆς Μονῆς. Καὶ εἶναι λογικὸ τὸ κενὸ αὐτό, γιατὶ ἀρχίζει νὰ ἐμφανίζεται ὁ ἀπὸ Βορρᾶν κίνδυνος δηλαδὴ οἱ συχνὲς ἐπισκέψεις τῶν Ῥώσων στὸν Βόσπορο ποὺ περιγράφονται εὔγλωττα ἀπὸ διαφόρους ἱστορικούς.

«Ταχέως ὅμως ἱδρύθη καὶ δευτέρα ἕδρα τοῦ κράτους ἐν Κιέβῳ ὑπό τινῶν ἀποστατῶν κατὰ τοῦ πρώτου ἐμπέδου ἡγεμόνος τῆς Ῥωσίας. Οἱ δύο ἀποστᾶται Ἀσκόλδος καὶ Δίρος ἐπεχείρησαν ὡς πρώτην πρᾶξιν αὐτῶν τὸ 865 μ.Χ. ληστρικὴν ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Καταρτίσαντες δὲ διακοσίους ναῦς καὶ πλεύσαντες διὰ τοῦ ποταμοῦ Βρυσθένους καὶ τοῦ Εὐξείνου Πόντου, ἔφθασαν μέχρι τῶν ὀχθῶν τοῦ Βοσπόρου καὶ ἤρξαντο δεινῶς λεηλατοῦντες αὐτάς...»
 

Τὸ Τσεγκέλκιοϊ καὶ οἱ ἀκροβραχιές του, ὅπως φαίνονται
ἀπὸ τὰ ὑψώματα τοῦ Μπεϊλέρ-μπέϊ τὸ 1890

Κατὰ τὸν Ῥῶσο ἱστορικὸ τὸ 906 μ.Χ. «... ὁ Ὄλεγος διὰ δισχιλίων λέμβων ὧν ἑκάστη ἔφερε ἀνὰ τεσσαράκοντα μαχητὰς ἐξηκολούθη λεηλατῶν τὰ προάστεια τοῦ Βοσπόρου πυρπολῶν τὰς κώμας, τοὺς ναοὺς καὶ τὰς ἐπαύλεις τῶν μεγιστάνων...», μᾶς παρέχεται ἡ εἰκόνα τῆς ἐπιδρομῆς ποὺ ἐπιχειρῆσαν οἱ Ῥώσοι καί, μὴ μπορῶντας ν᾽ ἀποκομίσουν τ᾽ ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα τοῦ βασικοῦ τους σκοποῦ, ποὺ ἦταν ἡ κατάληψη τῆς Κωνσταντινούπολης, ἐπιδόθηκαν στὴ λεηλασία τῶν παράκτιων χωριῶν τοῦ Βοσπόρου καταστρέφοντας ναοὺς καὶ ἐπαύλεις. Ποῦ ὅμως μᾶς ὁδηγεῖ τούτη ἡ ἀφήγηση; Μᾶς ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀκμὴ τὴν ὁποία γνωρίζε τότε ὁ Βόσπορος, μᾶς γνωστοποιεῖ γιὰ τὴν ὕπαρξη ναῶν καὶ μᾶς ἐπισημαίνει τὴν διαμονὴ τῶν κατοίκων σὲ ἐπαύλεις. Ἀκολούθησε ὅμως καὶ τρίτη εἰσβολὴ τῶν Ῥώσων ποὺ κατὰ τὸν Henry Glavany  «... ἡ δὲ μᾶλλον ἀξιομνημόνευτος ἐκ τῶν εἰσβολῶν τούτων ὑπῆρξεν ἡ γενομένη κατὰ τὴν ἄνοιξη τοῦ 941 μ.Χ. Οἱ Ῥώσσοι ἦλθαν μετὰ δέκα χιλιάδων μονοξύλων ἤτοι ἐλαφρῶν λέμβων ὁμοίων ἐκείναις ἐφ ὧν Κοζάκοι τινὲς ἔτι καὶ νῦν κατ᾽ ἔτος ἔρχονται εἰς τὸν Βόσπορον. Ἡ μυριὰς αὕτη τῶν μονοξύλων, ἢν δύναται τὶς νὰ παρομοιάσῃ μᾶλλον πρὸς σμῆνος ἐνύδρων πτηνῶν ἢ πρὸς στόλον ὅπως ἐννοοῦμεν τὴν σήμερον ἐφόρμησεν παρὰ τὰς Συμπληγάδας ὑπὸ τὸν ἀρχηγὸν αὐτῶν ΙΓΓΕΡΟΝ (Igor). Οἱ βάρβαροι οὗτοι ἐλεηλάτησαν, ἐπυρπόλησαν τὰς δύο τοῦ Βοσπόρου ἀκτὰς καὶ ἔπραξαν ὡς λέγεται πᾶν εἶδος σκληροτήτων».

«Ὅταν ἀπὸ τὴν μελέτη τῆς ἱστορίας ἀναλογίζομαι», λέει κάποιος ἱστορικός, «καὶ ρίχνω τὸν νοῦ μου πρὸς τὰ ὁπίσω ἀνερευνῶ ὅσα ἔγιναν καὶ ἀναζητῶ διόδους καὶ ἴχνη γιὰ νὰ βρῷ ἀποτυπωμένη τὴν παρακάτω εἰκόνα τῆς παγκοσμίου ἱστορίας».

«Ἐξ ἑνὸς κατέρχεται ἀπὸ βορρᾶ ἀκατάσχετος, ὑπερβόρειός τις χείμαρρος βαρβαρικὸς καὶ βαρβαρόθυμος, βαρυβόας, βροντώδης καὶ βραδύγδουπος, ὅστις ροχθῶν καὶ κρότων ἐν τῇ μακροτάτῃ πορείᾳ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ὑγροσκοτίων παραλίων τῆς Βαλτικῆς θαλάσσης καταφέρεται πρὸς τὰς φαεινὰς καὶ μυροβόλους Ἑλληνικὰς χώρας πρὸς τὸ Χριστιανικὸν Βασίλειον. Ἐνταῦθα δὲ ὁ πανκακοῦργος αὐτὸς χείμαρρος τοῦ ὀλέθρου, τοῦ πολέμου, τοῦ ἐμπρησμοῦ, τῆς λῃστείας, τῆς ἀρπαγῆς ἐπὶ μεγίστης ἐκτάσεως ἀπὸ τοῦ Ἴστρου μέχρι τοῦ Βοσπόρου καὶ ἔτι πέραν ὑπὲρ τοῦτο μέχρι τῆς Βιθυνίας ὀφιοειδῶς στρεφόμενος ὡς πελώριος δράκων δαιμονιωδῶς κοχλάζων καὶ παφλάζων...».

Οἱ ἐπιδρομὲς ὅμως δὲ σταμάτησαν. Ἐπακολούθησαν ἄλλες δύο μὲ τὴν πλέον βάρβαρη αὐτὴ τῶν στρατηγῶν Σβιατοσλάβου καὶ Ἰαροσλάβου ποὺ ἀποκρούσθηκαν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Τσιμισκή. Σὲ δύο περίπου αἰῶνες (865 - 1043) ἕξι φορὲς οἱ Ῥώσοι ἀπέτυχαν μὲν νὰ κυριεύσουν τὴν Κωνσταντινούπολη ἔπληξαν ὅμως καίρια καὶ κατέστρεψαν τὰ παράλια χωριὰ τοῦ Βοσπόρου, ποὺ ἦταν ἀπροστάτευτα καὶ χωρὶς ἀμυντικὴ ἱκανότητα νὰ ἀνταπεξέλθουν τοὺς ἐξωγενεῖς κινδύνους. Γιὰ τοῦτο τὸ χρονικὸ διάστημα δὲν ἔχουμε πληροφορίες γύρῳ ἀπὸ τὴ ζωὴ στὸ Τσεγκέλκιοϊ, παρατηροῦμε ὅμως παρακμὴ στὴ μοναστική ζωή, καὶ ἴσως ἐγκατάλειψη τοῦ τόπου ἀπὸ τοὺς κατοίκους του. Καὶ εἶναι φυσικό, ὅταν ζεῖς μὲ τὴν ἀπειλὴ ὅτι κάθε τριάντα χρόνια θὰ ἀντιμετωπίζεις χωρὶς καμιὰ πρόκληση τὶς ἀδυσώπητες ἐπιδρομὲς τῶν Ῥώσων, ν᾽ ἀπογοητεύεσαι καὶ νὰ μήν σου μένει κουράγιο νὰ δημιουργῇς.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ...