Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΑ - Β΄

Ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ Κ. Ἀμάντος στὴν ἱστορία του, ἡ ἀνάρρηση στὸ θρόνο τοῦ Μιχαὴλ Ζ´ Δοῦκα (1071 — 1078) δὲν ἔμελλε ν᾽ ἀνακουφίσῃ τὴν Μικρὰ Ἀσία. Καμιὰ σοβαρὴ ἐπιχείρηση δὲν ἔγινε ἐνάντια στοὺς ξένους ἐπιδρομεῖς οἱ ὁποῖοι πλησίασαν τὸν Βόσπορο. Ὅλα τὰ προάστεια γύρῳ ἀπὸ τὴν Χαλκηδόνα καὶ τὴν Χρυσούπολη καταστράφηκαν «καὶ τὸ πᾶν ἔρημον καὶ ἀοίκητον καὶ ἄβατον ἤν».
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ πληροφορίες ποὺ μᾶς παρέχονται ἀπὸ τὸ σύγγραμμα τῆς «Μεσαιωνικῆς Βιβλιοθήκης» καὶ μᾶς πιστοποιοῦν ὅτι «ἐπὶ τούτου τοῦ Βασιλέως ὁ σύμπας σχεδὸν κόσμος κατά τε γῆν καὶ θάλασσαν ὑπὸ τῶν ἀθέων βαρβάρων ἅπαξ ἠφανίσθη καὶ ἔρημος οἰκητόρων κατέστη, πάντων τῶν Χριστιανῶν, ὑπ᾽ αὐτῶν ἀναιρεθέντων καὶ πάντων τῶν οἰκημάτων καὶ τῶν χωρίων καὶ αὐτῶν τῶν ἐκκλησιῶν τῶν ἐν ὅλοις τοῖς Ἀνατολικοῖς μέρεσιν...».

Γιὰ τούτη τὴν ἐρήμωση ὅμως δὲ φαίνεται κύριος ὑπαίτιος νὰ ἦταν μόνο ὁ ἀπὸ Βορρᾶ κίνδυνος. Μερικὲς δεκάδες χρόνια νωρίτερα ὑπῆρξε, καὶ διασῴζεται, ἡ γραπτὴ μαρτυρία τοῦ Ὀθωμανοῦ πολυγράφου Haci Kalfa, ποὺ ἀναφέρει κάποια συμβάντα πρὶν ἀκόμη ἐμφανισθοῦν οἱ Ὀθωμανοὶ στὸ προσκήνιο κατὰ τῶν Βυζαντινῶν καὶ ποὺ συνέβηκαν τὸ hicri 360 δηλαδὴ τὸ 970 μ.Χ. Τὸ περίεργο γιὰ μᾶς εἶναι ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ χρονογράφοι σιωποῦν ἀπέναντι σ᾽ ἕνα τόσο καταστροφικὸ γεγονὸς καὶ δὲν τὸ ἀναφέρουν καθόλου. «Ὁ Τουρσάν», λέει ὁ Haci Kalfa, «ὁ ἐγγονὸς τοῦ Seit Battalgazi καὶ ὁ Ahmet ὁ ἀποκαλούμενος Danisment ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Cafer Battalgazi ἐξητήσαντο παρὰ τοῦ χαλίφη τῆς οἰκογενείας Ambasiye ἄδειαν ἐκστρατείας (τζιχάτ). Ὁ Χαλίφης ἐχορήγησεν ἑνὶ ἑκάστῳ σὺν τῇ αἰτηθήσῃ ἀδείᾳ σημαίαν (ἀλέμ) καὶ διάταγμα (μενσούρ) κυριαρχίας τῶν κατακτηθησομένων χώρων. Ὁ Τουρσὰν τὴν πρὸς Κωνσταντινούπολη ἄγουσαν πολλὰς κατὰ τὴν πορείαν ποιούμενος κατακτήσεις πλησίον τῆς Χρυσουπόλεως ἐστρατοπέδευσεν καὶ ἀνήγειρεν πύργον εἰς Δάματρυν καὶ κατῴκησεν αὐτὸ κατὰ τὸ ἔτος 360 ἀπὸ ἐγείρας ἤτοι 970 μ.Χ.». Ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ αὐτὰ σημειώματα ἀποφαίνεται ὅτι ὁ βασιλιᾶς Harunre
şit εἶχε ἀφήσει 1000 πολεμιστές του στὰ παράλια τὰ Βιθυνικὰ τὸ 875 μ.Χ. γιὰ νὰ ἐπιτηροῦν τὴν πολιορκία τοῦ Βυζαντίου, ἐνῷ ὁ ἴδιος εἶχε ἐπιστρέψει στὴ Βαγδάτη.  Βρίσκοντας οἱ Βυζάντιοι τὴν εὐκαιρία τότε τοὺς ἐξολόθρευσαν. Μετὰ  ἀπὸ ἕνα σχεδὸν αἰῶνα, ὅπως προαναφέρθηκε ὁ Battalgazi ποὺ στρατοπέδευσε στὴ Χρυσούπολη, ἀρχισε νὰ καταστρέφῃ τὰ παράλια χωριὰ τοῦ Βοσπόρου, μὲ σκοπὸ τὴν ἐκδίκηση τῶν συμπατριωτῶν του ποὺ εἶχαν σφαγιασθεῖ. Ἔστειλε στρατὸ μὲ 3000 ἄνδρες ποὺ κατέστρεψαν τὸ Τσεγκέλκιοϊ, λεηλάτησαν ὅτι πολύτιμο βρῆκαν καὶ δὲν ἄφησαν κανέναν ἀπὸ τοὺς κατοίκους ζωντανὸ μὲ ἐξαίρεση μερικοὺς ποὺ διέφυγαν. Ἴσως αὐτὴ τὴν ἐποχὴ οἱ μοναχοὶ τῆς Μονῆς νὰ κατάφεραν νὰ διαφύγουν πρὸς τὸν Πόντον, ὅπως συνέβηκε μὲ τοὺς μοναχοὺς τῆς Μονῆς Ἀκοιμήτων ποὺ διέφυγαν στὸ Γόμο τοῦ Πόντου. Δὲν ἔχουμε ὅμως πληροφορίες γι᾽ αὐτὸ καὶ παρουσιάζεται ἱστορικὸ κενὸ γιὰ τὴν τύχη τῶν διαβιούντων στὴ Μονὴ Μετανοίας.

Σὲ ἀντίθεση λοιπὸν μὲ τὸν Ι´ αἰῶνα, ποὺ χαρακτηρίζεται σὰν αἰῶνας  συνεχῶν ἐπιδρομῶν, κατάπτωσης τῆς παιδείας καὶ παρακμῆς τῶν ἐκκλησιαστικῶν γραμμάτων, ὁ ΙΑ´ αἰῶνας εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐμφάνισε σπουδαίους ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς ποὺ συνδύαζαν ἁρμονικὰ τὴν κλασικὴ καὶ θεολογικὴ μόρφωση. Στὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΑ´ αἰῶνα συναντᾶμε γιὰ τὸ Τσεγκέλκιοϊ τὴν ὀνομασία Συγκέλου Χώρα. «Ἐὰν γράφω τὸ Τσεγκέλκιοϊ «Συγκέλου Χωρίον», λέει ὁ Μανουὴλ Γεδεών, ἔχω λόγον πείθοντα ὡς φρονῶν. Ὅτι Συγκέλου Μονὴ ὑπῆρχε περὶ τὸ μέσον τῆς ΙΑ´ ἑκατονταετηρίδος, οὐ σημειουμένου τοῦ τόπου ὅπου ἔκειτο. Τὸ περὶ τούτοις χωρίον ἄρα Συγκέλου χωρίον». Καὶ γιὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὶς ἀπόψεις του ὁ ἐκκλησιαστικὸς αὐτὸς ἐρευνητὴς προστρέχει σὲ παλαιὰ ἑορτολόγια ποὺ ἀνάγονται στὸν ΙΑ´ αἰῶνα, ὅπου στην ἑορτὴ τοῦ Γεωργίου Τροπαιοφόρου στὶς 23 Ἀπριλίου ἀναγράφεται «ἡ μνήμη τιμᾶται ἐν τῇ μονῇ Σικεοῦς, Σικελὼν ἢ Σικέλλων, ὅπου ἑορτάζετο καὶ ἡ Ἄθλησις μαρτύρων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν καὶ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου Πατριάρχου Κων/πόλεως». Προφανῶς τὸ Σικελλὼν ἀναφἐρεται στὴν Συγγέλου μονή.

Σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο θ᾽ ἀνατρέξουμε σ᾽ ἕνα ἀποκαλυπτικὸ σατιρικὸ τετράστιχο ποὺ ἀντιγράφηκε ἀπὸ τὸν ἔφορο τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Ἁγίου Μάρκου στὴ Βενετία. Οἱ στίχοι ἀνήκουν στὸν Ἰάκωβο τὸν Μοναχὸ τῆς Συγκέλου μονῆς τοῦ Τσεγκέλκιοϊ καὶ ἀπευθύνονται στὸν «μέγα καὶ πολυΐστορα» Μιχαὴλ τὸν Ψελλό. Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ὁ Μιχαὴλ Ψελλὸς (1055 μ.Χ.) «κατέλειπε τὸν κόσμον καὶ ᾖλθε νὰ μονάσῃ εἰς τίνα μονὴν τοῦ Βιθυνικοῦ Ὀλύμπου ὅπου μετωνομάσθη Μιχαήλ...». Τὸ τετράστιχο ποὺ παρομοιάζει τὸν Μιχαήλ με τὸν Δία ποὺ κατέλειπε τὸν Ὄλυμπον, διότι δὲν εὕρισκεν εἰς αὐτὸν ὡραίας Θεᾶς ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Ὢ δέσποτα Ζεῦ καὶ πάτερ καὶ βακλέα
ὀβριμοβούγαιε καὶ βαρυβρέμων
Ὄλυμπον οὐκ ἤνεγκας κἀν βραχὺν χρόνον
οὐ γὰρ παρῆσαν αἱ θεαί σου Ζεῦ πάτερ».

Στὴν ὁρμητικοῦ καὶ ἐριστικοῦ χαρακτῆρα ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ὁ Μ. Ψελλός σε μορφὴ ἐκκλησιαστικοῦ κανόνος (τροπάρια), ἀσκεῖ δριμεῖα  σάτιρα ἔναντι τοῦ μοναχοῦ τὸν ὀποῖο ἀποκαλεῖ μέθυσο, ζῷον ἀκόρεστο κ.ἄ. Τὸ σημαντικό σὲ τούτη τὴν περίεργη ἀλληλογραφία εἶναι ὅτι ἀναφέρεται ἔντονα ἡ μονὴ Συγγέλου ὅπως στη β´ ᾠδή σὲ ἦχο πλ. δ´ (πλάγιο τέταρτο).
«Θαυμάτων πέρα ὁ καλὸς Ἰάκωβος ὁ τῆς Συγκέλου μονῆς,
ὡς γὰρ ληνὸς ἄλλη δέχεται τοὺς βότρυας καὶ σφιγγῶν
ἐν τῷ λάρυγγι ἀποθλίβει τὸν οἶνον ὥς περ εἰς πίθον
τῷ στομάχω καὶ μεταγγιζόντων οὐ δέεται»

Ἐπομένως ἡ Μονὴ Συγγέλου φαίνεται νὰ ἀκμάζῃ στὰ μέσα τοῦ ΙΑ´ αἰῶνα, νὰ εἶναι ἐπανδρωμένη μὲ μοναχούς, νὰ εἶναι γνωστὴ στὸν  περίφημο λόγιο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸν Ψελλὸ καὶ νὰ φημίζεται γιὰ τὸ κρασὶ ποὺ παράγουν τ᾽ ἀμπέλια της. Πὼς ὅμως δικαιολογεῖται αὐτὴ ἡ ὀνομασία καὶ ἀπὸ πότε ὑπάρχει ἡ Μονὴ αὐτή; Ὁ ὅρος Σύγγελος ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικὸ τίτλο διαφόρων Βυζαντινῶν συγγραφέων. Ὁ Σύγγελος ὅμως ἦταν ὁ ἐκλεκτός, ὁ ἔμπιστος ἄνδρας ποὺ προοριζότανε συνήθως στὴ διαδοχὴ τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου. Ἡ ἱστορία ἀναφέρει πολλοὺς διαπρεπεῖς ἄνδρας μὲ αὐτὸ τὸν τίτλο. Δεδομένου ὅτι τὴν ἐποχὴ  αὐτὴ ἐκδιώχθηκαν οἱ μοναχοὶ καὶ ἐρήμωσαν τὰ μοναστήρια δὲν ἀποκλείεται ἡ ἀπομεμακρυσμένη μονὴ τῶν Μετανοούντων τοῦ Τσεγκέλκιοϊ νὰ μετατράπηκε σὲ φυλακὴ γιὰ τοὺς ὑπέρμαχους τῶν εἰκόνων καὶ ὁ ἄγνωστος σ᾽ ἐμᾶς Σύγγελος νὰ διετέλεσε ἔγκλειστος στὸ οἴκημα αὐτὸ ποὺ ἀργότερα ἔγινε γνωστὸ μὲ τὸν τίτλο του. Ἡ μετατροπὴ τοῦ Συγγέλ σὲ Τσεγκὲλ εἶναι ἀπὸ τὶς πλέον πιθανὲς ἐκδοχὲς ἐπικράτησης τῆς ὀνομασίας τοῦ χωριοῦ μέχρι καὶ πρὶν τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης χρόνους.
Οἱ Λατίνοι πρὸ τῶν πυλῶν τῆς Κωνσταντινούπολης, σὲ χαρακτικὸ τοῦ 18ου αἰῶνα.
Τὸ 1203 μ.Χ. ὅταν ἡ Κωνσταντινούπολη καταλήφθηκε ἀπὸ τοὺς Λατίνους, οἱ κληρικοὶ καὶ οἱ μοναχοὶ κατέλειπαν αὐτὴν καὶ τὰ προάστειά της καὶ κατέφυγαν στον Πόντο, στὸν Ἐλλήσποντο καί σε ἄλλα μέρη ἰδιαίτερα τῆς Βιθυνίας. Τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ὁ Γερμανὸς (1180 - 1270), ὁ ὁποῖος διαμαρτυρήθηκε στὸν Πάπα τῶν Λατίνων γιὰ τὶς κακοποιήσεις, τοὺς φυλακισμοὺς τῶν κληρικῶν καὶ τῶν λαϊκῶν καθὼς καὶ γιὰ τὴν ὑποχρεωτικὴ μνημόνευση τοῦ Πάπα ἀπ᾽ τοὺς ἱερεῖς στὶς θεῖες λειτουργίες, λέγοντας «... ἡ φυλακὴ διὰ τοὺς κακοποιοὺς ἐπινενοῆται, ἀλλ᾽ οὐχὶ διὰ τοὺς ἀγαθοποιούς. Οἱ ἱερεῖς οὗτοι τῶν Θείων καὶ ἱερῶν κανόνων ἀντέχονται καὶ ἀσπάζονται. Ὀρθόδοξοί εἰσιν διὰ τῆς χάριτος τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ οἱ τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας τρόφιμοι καὶ τὰ εὐσεβῆ δόγματα προσκυνοῦσι καὶ σέβονται καὶ τὰς τῶν οἰκουμενικῶν καὶ ἁγίων Συνόδων πράξεις καὶ τοὺς κανονισμοὺς ἀσπάζονται...».

Ὅπως εἶναι φυσικό, ἡ παράθεση τῶν γεγονότων καθρεπτίζει τὴν ὅλη εἰκόνα τῆς περιοχῆς καὶ ἀποδεικνύει τὸ μέγεθος ἐπηρεασμοῦ τῶν  τόπων, ὅπου ὑπῆρχε ἠσυχαστικὴ ζωὴ καὶ ὀργανωμένος μοναστικὸς βίος. Ὅπως ἐπίσης εἶναι φυσικό πως μετὰ ἀπὸ πέντε αἰώνων ἐπιδρομὲς ἀλλοφύλων ἔχουμε καὶ τὴν ἀπροσδόκητη κατακτητικὴ ἔφοδο τῶν ὁμοθρήσκων Σταυροφόρων ποὺ στρατοπέδευσαν στὸν Βόσπορο μέχρι νὰ πετύχουν τὸ τελικὸ κτύπημα στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κωνσταντινούπολης.
 

Τὸ χωριὸ σὲ ἀπεικόνιση τοῦ 1930.   (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Νικ. Παλαιόπουλου)

Μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης οἱ ὀνομασίες τοῦ χωριοῦ ἔχουν Τοῦρκο - Περσικὴ προέλευση. Τσὲγκ στὴν Περσικὴ γλῶσσα σημαίνει πόλεμος. Πόσο ὅμως σημαντικὸς ἦταν ὁ πόλεμος ποῦ διαδραματίσθηκε σ᾽ αὐτὸ τὸν τόπο, γιὰ νὰ πάρῃ  τὸ  χωριὸ  πολεμοχαρὴ  ὀνομασία;  Κὶ  ἂν  ἀκόμη  ἔγινε κάποια  μάχη - διόλου ἀπίθανο - γιατὶ ἡ σπουδαιότητά της δὲν ἀναφέρεται στην ἱστορία ὡς γεγονὸς ἀξιοσημείωτο; Φαντάζομαι πως γιὰ πιθανὴ συγκάλυψη τῆς Ἑλληνικότητας τοῦ τόπου, ἐφευρέθηκαν ξενικὲς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴ ὀνομασία λέξεις ὅπως καὶ ἡ Τουρκικὴ Τσεγκέλ (Cengel) που σημαίνει ἄγκιστρο καὶ ἀποδίδεται στην ἀπασχόληση τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ αὐτοῦ ποὺ ἦταν - ὅπως ὑποστηρίζεται - στὴν πλειοψηφία τους ἀγκιστροποιοί. Κανένα ὅμως ἀπὸ τὰ προάστεια τοῦ Βοσπόρου δὲ φέρει ὄνομα ποὺ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν κύρια ἀπασχόληση τῶν κατοίκων του ἢ τὴν εἰδικότητα τους ἐκτὸς τοῦ Βαφεοχωρίου, ποὺ ὅμως εἶναι ὁ πλέον πρόσφατος οἰκισμός ποὺ προστέθηκε στὸν ἀρχαῖο καὶ Βυζαντινὸ Βόσπορο. Γιατὶ ἐπομένως νὰ βαπτισθῇ τὸ χωριὸ μὲ κάποιο ὄνομα ποὺ δὲν τὸ ἐκφράζει ὅπως μὲ αὐτὸ ποῦ ἐπιμένουν οἱ Τούρκοι; Ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ πορθητὴς Μεχμὲτ (1451 - 1481) βρῆκε καὶ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν θάλασσα μία παλιὰ ἄγκυρα, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ δώσῃ στὸ χωριὸ τ᾽ ὄνομά της καὶ ταυτόχρονα νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὰ ἐπὶ τόσους αἰῶνες καταξιωμένα ὅπως: Τὰ Μετανοίας, Τὰ Σοφιανά, Τὰ εἰς Ἀγγέλου.

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι ποὺ ἀποδίδουν τὴν ὀνομασία σὲ ἄγκυρες ποὺ ἐγκατέλειπαν ἐκεῖ οἱ Βυζάντιοι, ὅταν κυνηγημένοι ἔφυγαν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πολιορκίας τῆς Κωνσταντινούπολης.

Ἀπὸ τὴν μετάφραση τοῦ Τουρκικοῦ
Çengelköy προέρχεται καὶ τὸ Ἀγκυροχώρι, ποὺ ὅμως ποτὲ δὲν ἐπεκράτησε ὡς ἐπίσημη ὀνομασία. Ἀντίθετα παραποιήθηκε καὶ δίνοντας ἔναυσμα σὲ μερικοὺς ποὺ ἐπιζητοῦσαν χαριτολογήματα ἀποκλήθηκε Ἀγγουροχώρι σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν παραγωγὴ ἀγγουριῶν, ποὺ εἶχε τὴν μοναδικότητα νὰ παράγῃ ἡ γῆ του καὶ νὰ τὰ διαθέτει στὴν Κωνσταντινουπολίτικη ἀγορά.

Τὰ παράλια τοῦ Τσεγκέλκιοϊ, ὅπως εἶναι σήμερα

Τοῦρκος βιογράφος τῶν Σουλτάνων γράφει χαρακτηριστικά. «11 Zilkade 1244. Bugün hava poyraz idi. Velinimet ÇENGEL karyesinde olan kasrı humayunlarına teşrif edip rikab oldu...» ποὺ σημαίνει ὁ καιρὸς ἦταν βοριὰς ὁ πολυχρονεμένος ἀνέβαλε τὶς ἐπισκέψεις ποὺ θα ἐδέχετο ἀπὸ τοὺς εὐτυχεῖς (αὐλικούς) στὸ χωριὸ τοῦ Τσεγκέλ. Τὴν ἴδια περίπου ἐποχὴ ὁ Σκ. Βυζάντιος κατατάσσοντάς το γεωγραφικὰ σημειώνει ὅτι «τὸ δὲ ὄνομα τοῦ χωρίου Τσεγκελλὶ ἢ Τσεγκέλκιοϊ ὅπερ ἐπέχει πρὸς μεσημβρίαν πλευρὰν τοῦ κόλπου τῶν Φυλακῶν (Κούλελι)». Προφανῶς ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς διαδόσεις καὶ τὶς γραπτὲς μαρτυρίες ἄλλων, νεότερος περιηγητής ποὺ διέπλευσε τὸν Βόσπορο περιγράφοντας τὸ Τσεγκέλκιοϊ λέει: «Τὴν σημερινὴν αὐτοῦ ὀνομασίαν ἀποδίδουσιν ἄλλοι μὲν εἰς τοὺς ἐν αὐτῷ οἰκοῦντας εἰς χρόνους παλαιότερους ἀγγειοποιοὺς ἄλλοι δὲ εἰς ἄγκυραν εὑρεθεῖσαν τυχαίως παρ᾽ αὐτῶν».

Εἶναι ὅμως ἐνδιαφέρουσες καὶ οἱ ἀπόψεις ποὺ διατυπώνονται ἀπὸ Τούρκους ἱστορικοὺς ἀπ᾽ τοὺς ὁποίους ὁ Ahmet Mithat Efendi ἀναλύοντας τὴν ἐτυμολογία τῆς ὀνομασίας τοῦ χωριοῦ λέει πως ἐδῶ κατασκευάζονταν οἱ ἄγκυρες τῶν πλοίων καὶ ἔτσι τοῦ ἔμεινε ἡ ὀνομασία
.

Εἶναι γεγονός πως οἱ Τούρκοι κατασκευάσαν τὴν πρώτη τους ἄγκυρα στὰ μέσα τοῦ ΙΘ´ αἰῶνα καὶ μάλιστα ἔφτιαξαν ἕνα χαρακτηριστικὸ τύπο ποὺ τ᾽ ὀνόμασαν
"Lenger".
 

Τὰ παράκτια «γιαλιά», ὅπως τὰ σχεδίασε
σε ἀκουαρέλλα ὁ Νῖκος Παλαιόπουλος

Ὅπως ὅμως καὶ να ἔχει ἡ ἱστορία εἴτε πρόκειται γιὰ ἄγκυρα εἴτε πρόκειται για lenger ἡ ὅλη διαδικασία κατασκευῆς προϋποθέτει εἰδικὲς ἐγκαταστάσεις μὲ σιδηροχυτήρια καὶ κλιβάνους. Ἔχοντας ὑπόψη ὅτι οἱ μοναδικὲς αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἐγκαταστάσεις ὑπῆρχαν στον Κεράτειο Κόλπο κοντὰ στὸν Ναύσταθμο (Κασίμπασα) καὶ δὲν ἀνευρέθηκαν ἴχνη ἐργαστηρίων στὸ Τσεγκέλκιοϊ, ἂν μή τὶ ἄλλο εἶναι παράλογο νὰ ὑποστηρίζῃ κανεὶς αὐτὴ τὴ δοξασία καὶ ν᾽ ἀποδίδῃ τ᾽ ὄνομα τοῦ χωριοῦ σὲ ἀνυπάρκτους ἀγκυστροποιούς. Ἦταν ἐπομένως φυσικὸ ἐπακόλουθο οἱ ἀντιφάσεις αὐτὲς νὰ ἐρεθίσουν τοὺς νεότερους Τούρκους ἱστορικοὺς καὶ νὰ τοὺς ὑποχρεώσουν να τολμήσουν νὰ διαψεύσουν τοὺς προγενέστερους συναδέλφους τους. Ἔνας ἀπ' αὐτοὺς ὁ Mehmet Raif Bey ἔγραψε στον ΙΗ´ αἰῶνα ὅτι τ᾽ ὄνομα τοῦ χωριοῦ δὲν ἔχει σχέση μὲ ἄγκυρες, ἀλλὰ ὀφείλεται σὲ κάποιον προύχοντα τοῦ χωρίου τὸν Çengeloğlu Tahir Paşa, ἐνῷ σὲ κάποιο πρόσφατο ἑβδομαδιαῖο περιοδικὸ νεαρὸς συγγραφέας ἀσπάζεται τὴν παράδοξη ἐπιχειρηματολογία τοῦ προηγούμενου, προφανῶς ἀνήμπορος ν᾽ ἀνασκαλέψῃ τὴν ἱστορία καὶ τὸ χειρότερο νὰ περιπέσῃ στὴν ἐσχάτη πλάνη ποὺ προετοίμασε κάποιος ἄλλος. Εἶναι φανερὸ πλέον πως μέσα ἀπὸ τὴ σύγχυση ἡ ὁποία διακατέχει τοὺς Τούρκους φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ περισσότεροι εἶναι προσκολλημένοι στὸν παραδοξογράφο περιηγητὴ τοῦ 17ου αἰῶνα τόν Evliya Çelebi ποὺ θεωρεῖται ὁ νονὸς τῆς ὀνομασίας μὲ τὶς ἄγκυρες, καὶ γράφει: «Τὸ χωριὸ πῆρε τ᾽ ὄνομά του ἀπὸ διάφορες ἄγκυρες ποὺ ὑπῆρχαν καὶ τὶς ἐπεξεργαζότανε οἱ κάτοικοι του στὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλιᾶ Yanko Madyan (;) ἀπὸ τὴν Νικομήδεια. Τὸ χωριὸ εἶναι πνιγμένο στὸ πράσινο καὶ κατάφυτο ἀπὸ ἀμπέλια. Οἱ κάτοικοι εἶναι Ἐλληνες Χριστιανοί μὲ λιγοστὲς ἐξαιρέσεις Τούρκων. Ἐδῶ ἦταν οἱ περίφημοι κῆποι τῶν Φυλακῶν. Ὁ πληθυσμὸς δὲν εἶναι ἀριστοκρατικός. Ζοῦν ἁπλοῖ καὶ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι. Ἔχει 3060 σπίτια (;). Διαπερνώντας τὸ χωριὸ φθάνει κανεὶς στὸν οἰκισμὸ τοῦ Σταυροῦ (Μπεϊλέρ-μπέϊ)».
 

Τὸ σημεῖο ἐκβολῆς τοῦ ποταμοῦ Μπεκιάρ-ντερὲ δίπλα ἀπὸ τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Χατζῆ - Ἰορδάνη

Τὴν ἴδια ἐποχὴ ἀπὸ τὸν Ἀρμενικῆς καταγωγῆς ἱστορικὸ Komurciyan διαπιστώνεται ἡ Ἑλληνικότητα τοῦ χωριοῦ γιὰ τὸ ὀποῖο σημειώνει: «... τὸ ἀμέσως μετὰ Τσεγκέλκιοϊ εἶναι ἀποκλειστικὰ κατοικημένο ἀπὸ Ῥωμηούς. Λίγα εἶναι τ' ἀρχοντικὰ τῶν Τούρκων αὐλικῶν, ἐνῷ παρὰ πέρα βρίσκεται τὸ μέγαρο τοῦ Μουρὰτ Δ´ ποὺ τρέφει ἰδιαίτερη ἀγάπη  γιὰ τὸ χωριὸ καὶ στοὺς κήπους του ποὺ εἶναι στὸ Σταυρό».

Τὸν ἐπόμενο αἰῶνα ἀπὸ τὸν ἐπίσης Ἀρμένιο ἱστοριογράφο Inciciyan ἐπαναλαμβάνονται τὰ ὅσα ὁ πρώην συμπατριώτης του εἶχε ἀναγράψει μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι προσθέτει ὁρισμένες λεπτομέρειες ποὺ εἶναι σημαντικὲς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἱστορία τοῦ Τσεγκέλκιοϊ
, γράφει λοιπόν: «... ἀκολουθεῖ τὸ χωριὸ Τσεγκέλκιοϊ μὲ τοὺς πολλοὺς Ῥωμηοὺς καὶ λιγοστοὺς Τούρκους κατοίκους του. Ὁ Ναὸς τῶν Ῥωμηῶν ὁ Ἅγιος Γεώργιος εἶναι πρόσφατα ἀνακαινισμένος, γιατὶ τὸ παλιὸ κτῖσμα εἶχε φθαρεῖ ἀπὸ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Μετὰ τὸν κόλπο τῆς Στἐνης ὁ βαθύκολπος τοῦ Τσεγκέλκιοϊ εἶναι ὁ δεύτερος σὲ μέγεθος ἀπὸ τὶς ἐσοχὲς ποὺ παρουσιάζει ὁ Βόσπορος σ᾽ ὅλη τὴν ἔκτασή του. Διαρρέει τὸ χωριὸ ἕνα μικρὸ ποταμάκι καὶ εἰδικὰ τὶς νύκτες μὲ φεγγάρι γίνονται γλέντια μὲ τὶς βάρκες».

Προχωρώντας κάπως περισσότερο ὁ
Inciciyan μᾶς δίδει καὶ χρήσιμες πληροφορίες γιὰ τὴν Μονὴ τῶν Μετανοούντων γιὰ τὴν ὁποία λέει ὅτι:  «Ἄκομα εἶναι ὁρατὰ τὰ ἐρείπια τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας. Στὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ στὸν παρακείμενο δρόμο ὑπάρχει μία χαβούζα (κινστέρνα) ποὺ εἶναι στολισμένη μὲ διάφορες Χριστιανικὲς παραστάσεις ὅπου δεσπόζει ὁ Σταυρός».

Ἔχοντας μερικοὶ συγγραφεῖς μεταφραστικὴ διάθεση δίδουν στὸ Τσεγκέλκιοϊ τὴν ὀνομασία
Ἀρπάγης χωρίον. Ἡ λέξις ἀρπάγη ἑρμηνεύεται ὡς «μετάλλινον στέλεχος φέρον ἄγκιστρα πρὸς σύλληψιν ἢ ἀνάρτησιν πραγμάτων. Κοινῶς τσιγκέλι, γάντζος», ἐνῷ κατὰ παράφρασιν ἑρμηνεύεται καὶ ὡς «μαγειρικὸν ἐργαλεῖον ἐν εἴδῃ χειρὸς ἐχούσης ἀνοικτοὺς καὶ πρὸς τὰ ἔσω κυρτοὺς τοὺς δακτυλίους δι᾽ οὗ ἀνέσυρον τὰ ἐν χύτρᾳ ὀπτώμενα».

Ἡ λέξη πάντως ἔχει παλιὰ Ἑλληνικὴ ρίζα καὶ χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὸν
Πολυδεύκη χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ ὅτι ὀνοματολογικὰ ἔχει κάποια σχέση ποὺ ν᾽ ἀφορᾷ τὸ Τσεγκέλκιοϊ.

Στ. Βουτηρὰς περιγράφοντας τὸ χωριὸ λέει «ὅπισθεν τοῦ Ἀρπάγης χωρίου ὑψοῦται τὸ ὅρος Μπουλγουρλοῦ ὕψους 280 μ.».

Μὲ σαφὴ τὴ διάθεση ἀντιγραφῆς πληροφοριῶν καὶ μὲ τὴν ὀνομασία αὐτὴ ἀναφέρεται στὸ ὁδοιπορικό του καὶ ἄλλος συγγραφέας ὁ ὁποῖος προσθέτει ὅτι
: «... σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ προάστειο Ἀρπάγη ποὺ κατοικεῖται ἀπὸ Χριστιανοὺς τὸ Μπέϊλερ-μπέϊ εἶναι καθαρὰ Ὀθωμανικὸ προάστειο καὶ δὲν ἐπιτρέπεται στοὺς Χριστιανοὺς νὰ ἔχουν ἰδιοκτησίες».

Μᾶς προκαλεῖ ὅμως ἐντύπωση ἡ διάθεση τῶν Ἑλλήνων ἱστοριογράφων νὰ ἐπιμένουν στὴ μετάφραση μὲ κάθε τρόπο τῆς σημερινῆς Τοῦρκο
-περσικῆς ὀνομασίας. Θὰ μᾶς διαφώτιζε ἀφάνταστα, ἂν οἱ ἀσχολούμενοι  μὲ τὰ τοπωνύμια στὸν 17ο αἰῶνα ἔκαναν τὴν προσπάθεια νὰ φέρουν, μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ διέθεταν, στὸ φῶς τῆς δημοσιότητας τὶς ὀνομασίες τοῦ χωριοῦ κατὰ τὴν ἀρχαία, Βυζαντινὴ καὶ Μεσαιωνικὴ περίοδο. Τότε  δηλαδὴ ποὺ τὸ γραπτὸ ἀποδεικτικὸ ὑλικὸ δὲν εἶχε ὑποπέσει στὰ χέρια τῶν ἀλλόθρησκων εἰσβολέων, ὅπως αὐτὸ ποὺ γράφτηκε τὸ 1606 καὶ μᾶς ἐμφανίζει τὸ Τσεγκέλκιοϊ μὲ τ᾽ ὄνομα Χρυσοκέραμος. Ἀπὸ τοὺς καταλόγους τῶν χειρογράφων τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας στὴ Χάλκη αὐτὸς ποὺ τιτλοφορεῖται σὰν «Πρόχειρον τῆς Μονῆς Προδρόμου» περιέχει καταγραφὲς χωρῶν, πόλεων καὶ χωριῶν μὲ τὰ ὀνόματα τῶν χριστιανῶν ποὺ κατοικοῦν σ᾽ αὐτά. Τὸ κατάστιχο αὐτὸ χρησίμευε, ὅπως φαίνεται, στοὺς πατέρες τῆς μονῆς ποὺ «μετὰ Ἁγίων λειψάνων περιέρχονταν χῶρες καὶ χωρία», γιὰ νὰ καταγράφουν τὰ ὀνόματα ἐκείνων ποὺ προσέφεραν σ᾽ αὐτοὺς χρηματικὴ βοήθεια. Ἐπίσης ἀναγράφεται μὲ κόκκινη μελάνη τὸ «Α Χ S= 1606 ἐγένετο τὸ κατάστιχον τοῦτο μηνί Νοεμβρίῳ ἐτελειώθη» ἐνῷ στὸ ἐπόμενο φύλλο ποὺ ἀναφέρονται ὅτι « + ἐγένετο καὶ τὸ κατάστιχον τοῦτο τῆς Ἄσπρης θαλάσσης διὰ χειρὸς Πορφυρίου Ἰερομονάχου τάχα καὶ τυπικάρης ὧν τῆς σεβασμίας καὶ βασιλικῆς μονῆς ταύτης τοῦ Τιμίου Προδρόμου, αριδ'» ἀπαριθμοῦνται ὀνομασίες χωριῶν, ὅπου ἀναφέρεται τὸ Χρυσοκέραμο καὶ στὴ συνέχεια τὸ Κουσκουντζούκι, ποὺ χαρακτηρίζεται ὡς Πουρλιανές. Ὅλα αὐτὰ πιστοποιοῦν ὅτι τὸ 1606 τὸ Τσεγκέλκιοϊ ἦταν σὲ τέτοιο βαθμὸ κατοικημένο, ὥστε νὰ διέρχεται ἀπ᾽ αὐτὸ ἐπιτροπὴ μοναχῶν, γιὰ νὰ συλλέξῃ χρήματα καὶ νὰ ἐκθέσῃ σὲ προσκύνημα τῶν Χριστιανῶν τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων.

Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατοίκηση τοῦ χωριοῦ ἀπὸ κυρίως Χριστιανούς
, ὅπως τὸ περιγράφουν στὸ σύνολο τους οἱ ἱστορικοί, τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα νομίζω πως εἶναι ἀντιπροσωπευτικὸ καὶ γραμμένο μὲ τὸν χαρακτηριστικὸ ἐκφραστικὸ τρόπο τῆς ἐποχῆς.

«
Θανόντος τοῦ Μανουὴλ Σπαθάρη τοῦ ἀπὸ τζελέπη, ἀποπληξία εἰς τὸ σπίτι του τὸ κατὰ τὸ Τσεγκέλκιοϊ τὸ 1758, ὁ Γεώργιος Καρατζᾶς υἱὸς τοῦ Σκαρλάτου Καρατζᾶ τοῦ ἰατροῦ, ζῶν κι αὐτὸς τῷ τῆς ἰατρικῆς ἐπαγγέλματι καὶ περιερχόμενος καθ᾽ ὄ ἰατρὸς τοὺς προύχοντας τῶν Ὀθωμανῶν, διὰ νὰ προσχωρήσῃ παρὰ τοῖς προύχωσι τῶν Ὀθωμανῶν εἶχε συνήθειαν νὰ τοὺς δίδει εἰδήσεις. Καθὼς οὖν καὶ ἄλλοτε, πάντοτε οὕτω καὶ νῦν ἀπελθὼν πρὸς τὸν δεβλέτ-κεχαγιασὶ Μπεκὶρ ἐφέντιν ἀνήγγειλεν αὐτῷ (καθὼς ἐσυνήθιζε καὶ δι᾽ ἄλλους) ὅτι ἀπέθανεν ὁ Μανόλης Σπαθάρης ποτὲ καπού-κεχαγιὰς Βλαχίας τε καὶ Μολδαβίας καὶ δὲν ἔχει τέκνα, καὶ ἀφῆκεν ὑπὲρ τὰ 1000 πουγγεία. Ὅθεν ἔστειλαν εὐθὺς τὸν μπας-μπακή- κουλοὺ νὰ βουλώσῃ τὸ σπίτι του τὸ εἰς τὸ Τσεγκέλκιοϊ καὶ νὰ περιλάβει ὅλην του τὴν περιουσίαν ὡς ἀτέκνου. Ἀπελθὼν εὗρεν ἐκεῖ τὰς δύο θυγατέρας τοῦ θᾳνόντος. Θέλει νὰ τὰς διώξει ἔξω ὡς ξένας διὰ νὰ βουλώσῃ τὸ σπίτι. Τὸν εἴπαν πως εἶναι θυγατέρες τοῦ θᾳνόντος, δὲν τὸ ἐπίστευσεν. Ὅθεν συνῆλθον ὅλοι οἱ ἐγχώριοι καὶ Τοῦρκοι καὶ Χριστιανοὶ καὶ ἐμαρτήρησαν ὅτι θυγατέρες τοῦ θᾳνόντος ἦταν αἱ νέαι. Τὰς ἀφῆκεν οὖν εἰς τὸ σπίτι καὶ ἐβούλωσεν ἕνα δύο ὀδάδες (δωμάτια) καὶ ἐλθὼν εἰς τὴν Πόρταν (Ὑψηλὴ Πύλη) ἀνήγγειλεν ὅτι ἔχει θυγατέρες ὑπάνδρους. Ἐζήτησαν οὖν ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ θᾳνόντος πεντακόσια πουγγεία, τὰ ἥμιση δηλαδὴ ὧν ἤκουσαν, ἀφέντες τάχατες καὶ ἄλλα ἥμιση εἰς τὰ τέκνα του.
Ἐξέτασις δὲν ἔγινε διὰ τὰ 1000 ἂν ἀληθεύουν, διατὶ τοὺς ὠφελοῦσε τὸ ψεῦδος μᾶλλον ἢ ἡ ἀλήθεια. Ἐκ τούτων ὅθεν τῶν 500 τὰ μὲν 250 ἐδόθησαν τῷ Ἄνακτι (Σουλτάνο) τὰ 100 τῷ Ἐπιτρώπῳ, τὰ 100 τῷ ἀρχιευνούχῳ καὶ τὰ 50 τῷ Κεχαγιά-μπέη».

Ὅπως διαπιστώνει κανείς, οἱ Χριστιανοὶ προύχοντες τοῦ χωριοῦ ἀποτελοῦσαν τὸν κύριο στόχο τῶν Ὀθωμανῶν καὶ οἱ περιουσίες τους ἦταν τὸ μόνο τους στόχαστρο. Οἱ αὐθαίρετες ἀποφάσεις καὶ οἱ ὕποπτες ἐνέργειες καταδότων ἦταν ἀπὸ τότε στὴν ἡμερήσια διάταξη τῆς πολυτάραχης ζωῆς τῶν Ῥωμηῶν ποὺ ζοῦσαν στὸ Τσεγκέλκιοϊ.

Δὲν ἦταν μόνο οἱ τιτλοῦχοι Χριστιανοί ποὺ διέμεναν μόνιμα στὸ Τσεγκέλκιοϊ, ἦταν καὶ οἱ Σουλτάνοι τῆς ἀπέραντης τότε Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας ποὺ κατὰ καιροὺς ἔμεναν μόνιμα στὸ χωριό. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Σουλτάνου Μαχμοὺτ Α´ (1696) μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου τοῦ Βαχντεττὶν (1922) τὸ Τσεγκέλκιοϊ συγκέντρωνε τὸ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον τῆς Σουλτανικῆς αὐλῆς. Ὁ Ἀχμὲτ Γ´, ὁ Ἀμπντουλμετζίτ, ὁ Μαχμοὺτ Β´ καὶ ὁ Μουρὰτ Δ´ ἔτρεφαν ἰδιαίτερη συμπάθεια γιὰ τὸ χωριό. Τοῦτο βεβαιώνεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ κατασκευάσῃ τὸ θερινό του ἀνάκτορο (1826) στὴν περιοχὴ τοῦ κόλπου τῶν Φυλακῶν. Πράγματι τὸ μικρὸ σὲ μέγεθος ἀλλὰ καλαίσθητο παραθαλάσσιο αὐτὸ θέρετρο ἔγινε σύντομα τόπος ἠσυχαστηρίου γιὰ τὸν Σουλτάνο, ὁ ὁποῖος εἰδικὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου ἐρχόταν ἐδῶ καὶ μελετοῦσε τὴν στρατηγικὴ ποὺ θ᾽ ἀκολουθοῦσε μαζὶ μὲ τοὺς συμμάχους του καὶ σκεπτότανε τοὺς τρόπους ποὺ θ᾽ ἀντιμετώπιζε τοὺς ἐχθρούς του. Ἀργότερα (1850) διέμενε στὸ ἐξοχικὸ αὐτὸ ἀνάκτορο ἡ κόρη τοῦ Σουλτάνου ὅπως τ᾽ ἀναφέρει ὁ πρέσβυς τῆς Γαλλίας Comte Charles de Mouy. «Ἔχω- λέει - διασχίσει πάνω ἀπὸ ἑκατὸ φορὲς τὸν Βόσπορο σ᾽ ὄλο του τὸ μῆκος, ἔζησα πολλὰ χρόνια στὶς ἀκτές του καὶ σὰν περιπατητὴς ἔχω ἐπισκεφθεῖ πολὺ συχνὰ τὰ Εὐρωπαϊκὰ καὶ Ἀσιατικὰ χωριά του. Ὠστόσο δὲν θὰ μποροῦσα νὰ καυχηθῷ πως γνωρίζω ἀπόλυτα ὅλα τὰ τοπία του, ὄλες τὶς τοποθεσίες του, ὅλα τὰ περίεργα καὶ γοητευτικὰ σημεῖα του. Τόσες πολλὲς εἶναι οἱ ὄψεις, τόσες πολλὲς οἱ λεπτομέρειες τῶν κάβων, οἱ καμπύλες τῶν λόφων, οἱ πτυχὲς τῶν κόλπων, τὰ σκιερὰ τοπία καὶ τὰ καταφύγια καὶ τόσο ἀδιάκοπα ἀλλάζει ἡ ὄψη τους ἀπὸ τη διάθεση τῶν συννεφῶν, τὶς ἀποχρώσεις τῆς ἀτμόσφαιρας, τοῦ ἀέρα καὶ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου... Κατεβαίνουμε τώρα τὸ ρεῦμα εἰς τὸ Κανδυλλί, παραπλέουμε τὸ Κούλελι μὲ τὸ εὐρύχωρο ἀνάκτορο μιᾶς κόρης τοῦ Σουλτάνου Μαχμοὺτ καὶ τὸ χωριὸ Τσεγκέλκιοϊ καθὼς καὶ τοὺς ἐξῶστες τοῦ λαμπροῦ ἀνακτόρου τοῦ Μπέϊλερ-μπέϊ...».

Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ χωριὸ εὐημεροῦσε, ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὶς ὑποχρεώσεις του που εἶχε νὰ καταβάλῃ σὲ ἐκκλησιαστικὸ ταμεῖο ἀπὸ τὰ ἀναλογοῦντα σ᾽ αὐτὸ ἔσοδά του. Ἔτσι στὰ κατάστιχα τοῦ Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου Κανάβη (Ξυλόπορτας) τὸ 1823 σὲ σημείωση καταβολῆς ἐλέους καὶ οἰκτιρμοῦ διαφόρων ναῶν, φαίνεται ὅτι ὁ Ἅγιος Γεώργιος Χρυσοκέραμος τοῦ Τσεγκέλκιοϊ κατέβαλε γρόσια δέκα, ἐνῷ ὁ Ναὸς Ἅγ. Παντελεήμονος Κουσκουντζουκίου μόλις κατόρθωσε νὰ καταβάλει γρόσια πέντε.

Ἀπὸ τὸ 1453 μέχρι καὶ τὸ 1795 ὑπῆρχε ἡ σχετικὴ ἀπαγόρευση ποὺ ἴσχυε γιὰ τοὺς ξένους ὑπηκόους νὰ κατοικοῦν στὰ Βυθινικὰ παράλια. Ἐπομένως ὄλες οἱ ἀκτὲς οὐσιαστικὰ ἦταν ἰδιοκτησίες τῶν Σουλτάνων. Μόλις τὴν ἐποχὴ τοῦ Σελὶμ Γ᾽ ἀνακλήθηκε ἡ ἀπόφαση καὶ οἱ Εὐρωπαῖοι (Ἄγγλοι, Γάλλοι, Ἰταλοί, Γερμανοί) ἄρχισαν νὰ συναθροίζονται στὰ ὄμορφα παράλια τοῦ Βοσπόρου. Μεταξὺ τῶν προτιμήσεων τους ἦταν καὶ τὸ Τσεγκέλκιοϊ.
 

Ἄποψη τοῦ Τσεγκέλκιοϊ ἀπὸ τὸ Μέγα Ῥεῦμα.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο «Ἀδελφότητας Μεγάλου Ῥεύματος ὁ Ταξιάρχης»)

Τὸ φαινόμενο αὐτὸ ὅμως δὲν ἐπηρέασε αἰσθητὰ τὴν ἀλλαγὴ στὴν πληθυσμιακὴ δομὴ τοῦ χωριοῦ. Δὲν ὑπῆρξε μονιμότητα ἀπὸ τοὺς ξένους κατοίκους ποὺ ἀνήκαν κυρίως στὸ διπλωματικὸ σῶμα τῶν πρεσβειῶν καὶ εἶχαν συνεχεῖς μετακινήσεις. Εἶναι ἐνδεικτικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ χωριὸ ἐκτὸς ἐλάχιστων ἐξαιρέσεων, δὲν κατοικήθηκε ποτὲ ἀπὸ Ἀρμένιους καὶ Ἑβραίους ποὺ ἀποτελοῦσαν πολυάριθμο μειονωτικὸ πληθυσμὸ σὲ πολλὰ προάστεια τῆς Κων/πολης. Τὰ ἀναγραφόμενα ἀπὸ ἐρευνητὲς - συγγραφεῖς ὅτι «... νὰ βρίσκεται ἡ ἐκκλησία, τὸ τζαμί, καὶ ἡ συναγωγὴ σὲ κοινὴ θέα, ὄχι ἁπλῶς στὴν ἴδια πόλη ἢ στὴν αὐτὴ γειτονιά, ἀλλὰ κάποτε ὅπως αὐτὸ θαρρῶ συμβαίνει στὸ Τσεγκέλκιοϊ τοῦ Καταστένου, πλάϊ - πλάϊ, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ οἰκοπέδου...» εἶναι χωρὶς τεκμηρίωση ἀλλὰ στεροῦνται καὶ ἱστορικῶν δεδομένων, γιατί ποτὲ δὲν ὑπῆρξε συναγωγὴ στὸ Τσεγκέλκιοϊ καὶ τὰ τζαμιὰ ποὺ ὑπάρχουν εἶναι διάσπαρτα καὶ σ᾽ ἀρκετὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν Χριστιανικὸ Ναό. Ἐξάλλου ἦταν κληρονομιὰ ἀπὸ μακροὺς αἰῶνες ἡ ἔλλειψη κάθε ἀδελφοσύνης γιὰ τοὺς λαοὺς αὐτοὺς ποὺ ζούσαν καὶ ὑποφέρανε ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλο. Ἡ ἐγκατάσταση τους στὴν πόλη ἦταν γιὰ ὅλους ἀπὸ παλιά. Οἱ Ἑβραῖοι ἀπὸ τὸν 12ο  αἰῶνα, οἱ Χαλεπλίδες ἀπὸ τὸν 11ο , οἱ Ἀρμένιοι ἄκομα πιὸ πρίν. Πέρνανε κάθε τόσο προνόμια πότε αὐτοί, πότε οἱ ἄλλοι καὶ κακοφαινότανε στοὺς ὑπόλοιπους. Ἄκομα καὶ οἱ παντρειὲς ἀνάμεσα τους ἦταν σπάνιες.

Καθὼς διαγράφεται τὸ Τσεγκέλκιοϊ, ἔτσι ὅπως τὸ πλησιάζει κανεὶς ἀπὸ τὴ θάλασσα, καταλαβαίνει ὅτι ἐδῶ πέρα ἡ γραμμὴ δὲν ὁρίζει, πως τὸ ξανοίγει ἀπεριόριστα τὸ τοπίο, τὸ δένει μὲ τὴν ἀτμόσφαιρα, μὲ τὸ φῶς, μὲ τὸ κινούμενο νερό, καὶ τὸ μεταμορφώνει σὲ μία διάχυτη λυρικὴ παρουσία.

Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυριστῇ πως τὸ Τσεγκέλκιοϊ φημίζεται μόνο ἀπὸ τὰ προϊόντα του. Ἔγινε γνωστὸ κυρίως μετὰ τὸν 17ο  αἰῶνα ὡς κέντρο παραθερισμοῦ. Αὐτή του τὴν ἰδιότητα ὕμνησαν μὲ ἐκφραστικὰ δίστιχα καὶ ξακουστοὶ ποιητὲς τοῦ 17ου  αἰῶνα. Εἶναι ἄξια λόγου νὰ ἀναφερθοῦν δύο στίχοι ἐπιλεκτικά:
Eyledim yar ile tenhaca temasayı Hisar
Bahtıma Kariye-i Çengelde bulundu ay yar
Sabit 1712
Işte buldum sana sallanmağa bir özge mahal
Sözümü dinle rakiiba çengele gel
Fenni 1745

Ποὺ μεταφράζονται
: Εἶπα νὰ πάῳ μὲ τὴ φίλη μου στὸ ἐρημικὸ κοντινὸ Χισάρι, στὴν τύχη μου ὅμως βρέθηκε τ᾽ ἀλλοτινὸ Τσεγκέλκιοϊ καὶ νὰ σου βρήκα μία ἄλλη περιοχή ὅπου θὰ κάνεις κούνια, ἄκουσέ με καὶ πάρε τὸ μέσο μεταφορᾶς καὶ στὸ Τσεγκέλκιοϊ ἔλα. Ἐπειδὴ ὡς τοποθεσία τὸ χωριὸ ἔχει στραμμένα τὰ νῶτα του στὰ βόρεια ὁ προσανατολισμός του εἶναι νοτιοανατολικός, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ κλίμα ποὺ ἐπικρατεῖ να εἶναι τὸ ἤπιο Βοσπορινὸ κλίμα. Οἱ χειμῶνες εἶναι ἀπὸ ὑποφερτοὶ ἕως πολὺ παγεροί, ἐνῷ τὰ καλοκαίρια ἕνα μόνιμο ἀεράκι σπέρνει τὴ δροσιά του καὶ ξεκουράζει ἀφάνταστα ὅσους εἶναι ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὴν ἀποπνικτικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Πόλης. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι παράλιο χωριό, δὲν ἔχει ὑψηλὸ δείκτη ὑγρασίας. Αὐτὲς οἱ κλιματολογικὲς συνθῆκες συνέτειναν, ὥστε ἀνέκαθεν οἱ γιατροὶ νὰ τὸ συνιστοῦν στοὺς ἀσθενεῖς τους ὡς τόπο ἀνάρρωσης. Πολλοὶ ἀπ᾽ ὅσους κατὰ καιροὺς ἦλθαν γιὰ λόγους θεραπείας, ἔγιναν μόνιμοι κάτοικοι τοῦ χωριοῦ. Ἔτσι βλέπουμε σὲ διάφορες περιόδους αὐξημένο τὸν πληθυσμὸ καὶ πολυκατοικημένο τὸ Ἀσιατικὸ αὐτὸ προάστιο τοῦ Βοσπόρου. Ἐνδεικτικὰ θ᾽ ἀναφερθοῦν μερικοὶ κλιματολογικοὶ δεῖκτες ποὺ ἀποδίδονται στὸ Τσεγκέλκιοϊ καὶ ἐπιβεβαιώνουν τὸ ἰδανικὸ κλίμα ποὺ προαναφέραμε.
Μέσος ὅρος θερμοκρασίας = 15°C
Ὑψηλὴ θερμοκρασία (καλοκαίρι) = 29°C
Χαμηλὴ θερμοκρασία (χειμῶνας) = 2°C
Ὑγρασία = 73%
Ἐτήσιο ὕψος χιονιοῦ = 8 cm.

Παράλληλα μὲ τὸ καλὸ κλίμα, στὴν ἄνθηση τοῦ χωριοῦ ἀπὸ πληθυσμιακῆς πλευρᾶς, ἰδιαίτερα βοήθησε καὶ ἡ τακτικὴ συγκοινωνία ποὺ εἶχε μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη. Τὰ μικρὰ καραβάκια στὴν ἀρχὴ καὶ τὰ μεγαλύτερα ἀργότερα, ἐκτελοῦσαν συχνὰ σαρανταπεντάλεπτα δρομολόγια πρὸς καὶ ἀπὸ τὴν Πόλη ἔτσι, ποὺ νὰ ἐξυπηρετοῦνται ὅσοι εἴχαν τὶς ἐργασίες τους μακρυὰ ἀπὸ τὸ χωριό. Προσφερόταν ὅμως καὶ τὸ τοπίο του γιὰ μόνιμη διαμονή. Εἶχε πολλοὺς τόπους γιὰ περίπατο, μεγάλες πλατεῖες μὲ πελώριους πλάτανους, σκιερὰ ὑψώματα μὲ θαυμάσια θέα, καφενεδάκια, καπελειὰ καὶ αὐτοσχέδιες πλατεῖες ὅπου μαζεύονταν οἱ οἰκογένειες γύρω ἀπὸ τὰ σπιτικά τους.

Στὴν προσπάθεια τους οἱ κάτοικοι νὰ ἔλξουν τοὺς παραθεριστὲς δημιούργησαν τόπους διαμονῆς καὶ τὸ κυριότερο ἔκτισαν σπίτια γιὰ ἐνοικίαση. Οἱ πλουσιότεροι κατασκεύασαν ἐπαύλεις μὲ γραφικὰ κτίσματα καὶ καλλωπισμένους κήπους γεμάτους ὀπωροφόρα δένδρα καὶ πολύχρωμα ἄνθη. Τὸ νερὸ ἦταν ὁ μεγάλος πλοῦτος τοῦ χωριοῦ. Νεροσυρμὲς ποὺ πότιζαν τὰ περιβόλιά, ποὺ γιγάντοναν τὴ νιόχαρη βλάστηση της, συναντοῦσες παντοῦ. «Ὅπου νερὸ καὶ φίλυδρο πλατάνι», λέει ἡ λαϊκὴ ἔκφραση, καὶ στὸ Τσεγκέλκιοϊ τὰ πλατάνια, εἴτε μεμονωμένα, εἴτε σὲ πυκνὲς συστοιχίες τίναζαν ὀλόγυρα τὰ πλατύφυλλα προστατευτικά τους κλαδιά.

«Ἐξακολουθοῦμε διαπλέοντες» λέει περιηγητὴς τοῦ αἰῶνα μας, «καὶ θεώμενοι τὸ ὑπέρλαμπρον τ᾽ οὐρανοῦ καὶ τὰ ἐπὶ τῶν ὀρέων καὶ τῆς θαλάσσης ἀντανακλώσας μαρμαρυνάς. Ὑπὸ τὰ χρυσίζοντα νέφη καὶ νεφύδρια τ᾽ οὐρανοῦ καὶ ὑπὸ τὴν σιγηρὰν πνοὴν τῆς ἀναμενομένης ἑσπέρας διανύομεν τὴν θαλασσίαν ἡμῶν πορείαν βαίνοντες πρὸς τὸ χωρίον Τσεγκέλκιοϊ. Διερχόμεθα τῶν μεγαλυτέρων κόλπων τῶν καλουμένων τῶν Φυλακῶν. Εἶναι καὶ τοῦτο ἐκ τῶν ὡραίων χωρίων τῆς Ἀνατολικῆς ἀκτῆς συχναζόμενον κατὰ τὸ θέρος. Κεῖται πρὸς τὴν μεσημβρινὴν πλευρὰν τοῦ κόλπου. Οἱ ὑπερκείμενοι λόφοι καὶ τὸ ὑπ᾽ αὐτῶν σχηματιζόμενον ὀροπέδιον κατάφυτον ἐκ δένδρων καὶ θάμνων καθιστῶσι τὸ χωρίον τερπνὸν καὶ ἐπαγωγόν. Ἔχει ὡραίους καὶ θελκτικοὺς περιπάτους. Κατὰ τὰς ἑορτὰς καὶ Κυριακὰς αἱ ἀκρώρειαι τοῦ ὀροπεδίου κατάφυτοι καὶ σύσκιοι προσελκύουσι πολὺν κόσμον. Ὁ ἀὴρ εἶναι ζωηρότατος τὰ δὲ ἀναβρύοντα ὕδατα διαυγέστατα»

Στὶς τοπωνυμικὲς μεταλλαγὲς ποὺ συνέτειναν τὴν διαιώνιση τοῦ Τσεγκέλκιοϊ ἀσφαλῶς τὴν πρωτεύουσα δέση κατέχει ἡ ὀνομασία «Χρυσοκέραμος». Προῆλθε ὅπως θὰ διαπιστώσουμε στὴν παραπέρα περιγραφὴ ἀπὸ τὰ χρυσᾶ κεραμίδια ποὺ στέγαζαν τὸν Ἰερὸ Ναὸ τοῦ Ἀγ. Γεωργίου καὶ γιὰ πολλὰ χρόνια πρὶν καὶ μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κων/πολης μονιμοποιήθηκε ὡς ἡ ἐπίσημη ὀνομασία τοῦ χωριοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὀνομασία αὐτὴ γιὰ τὸ Τσεγκέλκιοϊ εἶναι συνάρτηση τοῦ χαρακτηρισμοῦ ποὺ δόθηκε στὸν Ἰερὸ Ναό, κρίθηκε σκόπιμο ν᾽ ἀποκοπῇ ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ τμῆμα τῆς μελέτης καὶ νὰ ἐνταχθῇ στὰ περιγραφικὰ στοιχεῖα ποὺ ἀφοροῦν τὸν Ἅγιο Γεώργιο γιὰ νὰ γίνῃ πιὸ κατανοητὴ ἡ πραγματικότητα.
 
  Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης