Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΜΠΕΚΙΑΡΝΤΕΡΕ

Παρέα Τσεγκελκιωτῶν τὸ 1936.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἑλένης Ἀναστασιάδου-Μαντίκα).
 
Ἕνα μικρὸ ποταμάκι κόβει σὲ δύο τμήματα τὸ χωριό. Οἱ Τούρκοι τ᾽ ὀνόμασαν Bekar δηλαδὴ «ρέμα τοῦ ἐργένη». Θὰ τοῦ ταίριαζε ὅμως περισσότερο ἡ ὀνομασία «μοναχικό», γιατὶ εἶναι τὸ μοναδικὸ ποτάμι ποὺ διασχίζει σὲ τέτοια ἔκταση τὸ χωριὸ ξεκινῶντας ἀπὸ τὰ γύρω βουνὰ τῆς Δαμάτρυος καὶ καταλήγει στὸν κολπίσκο τοῦ χωριοῦ μακριὰ ἀπὸ τὶς κατοικημένες περιοχὲς μέσ᾽ ἀπ᾽ τὰ χωράφια καὶ τοὺς ἀγρούς. Τὰ ξύλινα καὶ πέτρινα σπίτια εἶναι σκαρφαλωμένα στὴ δεξιὰ πλευρὰ στοὺς πρόποδες τῶν λόφων, ἐνῷ ἡ ἀριστερὴ ἡ πυκνοκατοικημένη περιοχὴ κεῖται σὲ ἐπίπεδο πράσινο λιβάδι μὲ κήπους καὶ περιβόλια. Ὅταν οἱ βροχὲς ξεχειλίζουν, τὸ ποτάμι αὐτὸ σχηματίζει λασπωμένες νεροσυρμὲς στοὺς γύρω κήπους καὶ τὰ περιβρέχει προσφέροντας τους καὶ φυσικὸ λίπασμα, ποὺ τὸ μεταφέρει ἀπ᾽ τὶς κατάφυτες κορφὲς ἀπ᾽ ὅπου ξεμυτάει.
 
Σὰν φθάνει χαμηλά, στὸ χωριό, λιανεύει. Σὲ πολλὲς μεριὲς στενεύει καὶ γίνεται ἴδιο αὐλάκι μὲ τὴν ὁρμὴ τοῦ ἠμερωμένη καὶ τὴν φωνὴ τοῦ σωπασμένη. Δὲν τὸ ἔλεγε κανεὶς κἀν ποτάμι, ἂν δὲν τοῦ τὸ πρόσταζε ἄλλου τὸ βάθος τῆς ρεματιᾶς κὶ ἄλλου τὰ πρόχειρα ξύλινα γεφυράκια ποὺ ὅταν τὰ διαβαίνει κανείς, τὸ κάνουνε νὰ τὸ προσέξῃ.
 
Στὸ σημεῖο ποὺ ἔριχνε τὰ νερά του στὴ θάλασσα, δίπλα στὸ «κόκκινο γιαλί» τὸ εἶχαν φράξει μὲ πέτρινα στηρίγματα καὶ τὸ εἶχαν κλείσει μὲ θολωτὴ ὀροφή. Τώρα τελευταία τὰ στεκάμενα νερά του ἔγιναν ἐστίες μόλυνσης. 
 
Τὸ πατρικὸ σπίτι τοῦ Θεόδ. Κυρόπουλου στὸ Μπεκιὰρ - ντερέ.
(Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).
 
Ὅπως κυλάει ἀπ᾽ τὰ ὑψώματα, δεξιὰ κὶ ἀριστερὰ ἔχει τοὺς μεγάλους κήπους τῶν ἀδελφῶν Μηνᾶ καὶ Τόσκα Μόγια. Ὁ Τόσκας εἶχε δύο κόρες τὴν Ἑλένη καὶ τὴν Λωξάντρα, ποὺ ἔμεναν σὲ σπίτι ποὺ εἶχαν κατασκευάσει μέσα στὸν τεράστιο κῆπο τους. Τὸ ποτάμι αὐτὸ ἀποτελοῦσε τὰ σύνορα ποὺ τὸ χώριζαν ἀπ᾽ τοὺς κήπους τοῦ Χλιάμπου, τῆς Κατίνας καὶ τῆς Ἀνδρονίκης στὴ περιοχὴ Γενὶ - μαχαλᾶ.
 
Ἀμέσως μετὰ τοὺς κήπους βρισκόταν ἡ ἐνδιαφέρουσα ἔπαυλη τῆς Τζενανοῦ. Μέσα σὲ καταπράσινο ἀπὸ δένδρα κῆπο, ἀόρατο σχεδὸν ἀπὸ μεγάλη ἀπόσταση ἦταν τὸ μέγαρο τῆς «Τζενανοῦ», ὅπως ἀποκαλοῦσαν τὴν κ. Εὐαγγέλια Κοζαδίνου, ποὺ παντρεύτηκε τὸν ζάπλουτο Σμυρνιὸ Τεφὶκ Τζενανί, τοῦ ὁποίου ἡ μητέρα ἦταν σύζυγος προξένου καὶ εἶχε ἑλληνικὴ καταγωγή.

Ἡ Τζενανοῦ στ᾽ ἀρχοντικό της κυκλοφοροῦσε μ᾽ ἐκστατικὴ περιβολή. Φοροῦσε βασιλικὲς χλαμύδες καὶ ἀμύθητης ἀξίας χρυσαφικὰ καὶ στολίδια. Εἶχε στὸν πρῶτο ὄροφο τοῦ σπιτιοῦ της ἕνα χῶρο διαμορφωμένο σὲ τέμενος, ὅπου φορώντας «φακιόλα» καὶ «σαρίκια» ἔκανε τὸ «ναμάζι» της κάθε Παρασκευή, ἐνῷ τὸν πάνω ὄροφο τοῦ σπιτιοῦ της τὸν εἶχε διαμορφώσει σ᾽ ἐκκλησία καὶ προσευχόταν μ᾽ ἑλληνικὴ περιβολὴ καθημερινά. Οἱ σχέσεις της μὲ τὴν ἐκκλησία ἦταν ἄριστες καὶ ἔκανε ἀρκετὲς ἀγαθοεργίες. Οἰκοδόμησε μὲ δικές τις δαπάνες τὶς βρῦσες καὶ τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Ἁγιάσματος τῆς Παναγίας Γκιὸκ - σουγιοῦ καὶ ὅταν οἱ Τούρκοι παραπονέθηκαν, γιατὶ δείχνει συμπάθεια στοὺς Ῥωμηούς, ἀνέλαβε ὅλα τὰ ἔξοδα κατασκευῆς τοῦ δρόμου που ὁδηγοῦσε στὰ Ὀθωμανικὰ νεκροταφεῖα δίνοντας σ᾽ αὐτὸν τ᾽ ὄνομα τοῦ ἄνδρα της. Σκοπός της ἦταν νὰ ἔλθῃ στὴν Ἑλλάδα καὶ ν᾽ ἀνεγείρῃ ἕνα γηροκομεῖο.
 
 
Τσεγκελκιῶτες σὲ ὑπαίθρια συγκέντρωση.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Μίμη Ραμαντάνογλου).
 
Ὁ ξαφνικός της ὅμως θάνατος συνέτεινε νὰ μείνῃ τὸ ὄνειρό της ἀπραγματοποίητο. Μὲ τὴν ἀναγγελία τοῦ θανάτου της κτύπησε πένθιμα ἡ καμπάνα τοῦ χωρίου καί, ὅταν οἱ ἐπίτροποι μετέβηκαν στὸ μουχτάρι, γιὰ νὰ ἐκδώσῃ τὸ πιστοποιητικὸ θανάτου, διαπίστωσαν πως ἦταν γραμμένη στὰ βιβλία ὡς Τουρκάλα μὲ τ᾽ ὄνομα Nadire Tefik καὶ φυσικὰ ἡ κηδεία ἔγινε σύμφωνα μὲ τὸ Τουρκικὸ ἔθιμο χωρὶς ὅμως νὰ λείπῃ ἀπ᾽ τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία τὸ Ῥωμέϊκο στοιχεῖο καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι ποὺ τὴν ἐκτιμοῦσαν ὡς ἄνθρωπο. Ὁ πατέρας της ὁ κυρ Ἀντώνης Κοζαδινὸς μὲ τὶς χαρακτηριστικές του μουστάκες ἦταν θρησκόληπτος καὶ κάθε Κυριακὴ συνήθιζε ν᾽ ἀναγιγνώσκῃ μὲ τὴν στεντόρεια φωνή του τὸ «Σύμβολο τῆς πίστεως» καὶ τὸ «Πάτερ ἡμῶν» στὸ ἐκκλησίασμα.
 
Ἀπὸ τὰ μοναδικὰ ἑλληνικὰ σπίτια στὴν συνοικία τοῦ Bekardere ἦταν τὸ παλιὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Θωμᾶ Χρηστίδη καὶ τὸ σπίτι τῆς οἰκογένειας Θεοδόση καὶ Μαρίκας Κηρoπούλου. Ἐδῶ ἔμεναν καὶ τὰ τρία τους παιδιὰ ὁ Σωκράτης, ἡ Πολυξένη καὶ ὁ Βασίλης ποὺ εἶναι ἀπ' τοὺς λίγους ἐναπομείναντες χωριανοὺς καὶ πρόεδρος σήμερα τῆς κοινότητας.

  Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης