Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΧΑΒΟΥΖ-ΜΠΑΣΙ

Τὸ τμῆμα τοῦ χωριοῦ ποὺ νοτιοανατολικὰ συνορεύει μὲ τὸ Μπεϊλέρ-μπεϊ ἔχει σήμερα τὴν προσωνυμία «Χαβοὺζ - μπασί» δηλαδὴ ἀρχὴ τῆς χαβούζας. Ξεκινάει ἀπὸ τὰ παράλια μέρη καὶ φθάνει μέχρι τὰ κορφοβούνια τοῦ ὄρους Ἐλαιῶν (Μπουλγουρλού - ντάγ). Ἐπειδὴ ἡ μεγαλύτερη του ἔκταση ἦταν πεδινὴ καὶ τὸ χῶμα πρόσφορο καὶ ἀποδοτικό, εἶχε κατακλυσθεῖ ἀπὸ τεράστιους κήπους καὶ ἀγροὺς μὲ λιγοστὰ ἀλλὰ μεγαλόπρεπα κτίσματα. «Ἢν δὲ καὶ ἐπὶ τῶν Γραικορωμαίων ἤδη ἐπίσημον γιὰ τὰ μεγάλα καὶ λαμπρὰ κτίρια του, ἐνῷ ἐκάη ζῶσα μετὰ τῆς θυγατρός της κατὰ τὸν Γραμματικὸ Λέοντα καὶ ἡ ἀθλία γυνὴ ἐκείνη ἡ βαλοῦσα λίθους ἀπὸ τοῦ τέγους κατὰ τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ...». Μᾶς τὸ ὑπενθυμίζει ὁ Σκ. Βυζάντιος ὡς γεγονὸς ποὺ συνέβηκε τὸ (963 - 969) καὶ θεωρήθηκε ἐπαναστατικὸ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα γεγονὸς καὶ καταγράφηκε ὡς τρομοκρατικὴ ἐνέργεια ἀγανακτισμένου πολίτη κατὰ τῆς ἐπίσημης ἀρχῆς. «Μικρὸν πρὸς τὰ ἐμπρὸς βαίνοντες καὶ πρὸς τὸ τέρμα τῆς μεσημβρινῆς καμπῆς τοῦ κόλπου (Πρώτου δίσκου) πλησιάζοντες ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ Χαβούζ-μπασὶ ἀντικρύζων τὸ Ὀρτά-κιοϊ».
 
Ὁ Λάζος μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ ἀμφίεση
 τῆς ἐποχῆς τοῦ 1900.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Στέλιου Βασιλειάδη).
 
Οἱ δρόμοι μπρὸς στοὺς ὁλοπράσινους καὶ κατάφυτους κήπους μέχρι τὸ 1910 ἦταν σχεδὸν ἀχάρακτοι. Οἱ μικροὶ καὶ στενοὶ ἀμαξωτοὶ δρόμοι, χαραγμένοι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Σουλτάνων τοῦ 17ου αἰῶνα ἦταν οἱ μοναδικοὶ συνδετικοὶ κρίκοι γιὰ διάβαση μεταξὺ τοῦ Τσεγκέλκιοϊ καὶ τοῦ Μπεϊλὲρ - μπεϊ. Τὸ τοπίο σοῦ δίνει τὴν ἐντύπωση ἑνὸς ἀπέραντου χωραφιοῦ καὶ μόνο τὰ νεοφύτευτα δενδράκια σὲ κανονικὴ σειρὰ καὶ οἱ καγκελωτὲς ξώπορτες ἔδειχναν πως ἀπ᾽ τὴ μιὰ μεριὰ ἦταν ὁ δρόμος κι᾽ ἀπ᾽ τὴν ἄλλη ἡ εἴσοδος. Ἀπὸ τότε ποὺ κυβερνοῦσε τὴν αὐτοκρατορία ὁ Σουλτάνος Μεχμὲτ Δ´ (1648 - 1687) ὁ ἐπικαλούμενος κυνηγός, τὸ Χαβοὺζ -μπασὶ ἔλκυε τὴν προσοχὴ τῶν μετέπειτα Σουλτάνων. Τότε ὁ τόπος ἦταν μία ἀπέραντη κοιλάδα κατάμεστη ἀπὸ κερασιές. Γιὰ ν᾽ ἀπολαμβάνει τὴν γλυκύτητα τῶν καρπῶν ὁ Σουλτάνος, ὀργάνωνε τὰ καλοκαίρια στὰ θερινά του ἀνάκτορα ποὺ βρισκότανε στὸν παραθαλάσσιο χῶρο, ὁλονύκτια γλέντια καὶ μοίραζε στοὺς κατοίκους τὰ εὔοσμα καὶ παχυλὰ κεράσια τῆς ἰδιοκτησίας του.
 
Αὐτὸς ὁ παράλιος χῶρος προτιμήθηκε ἀπ᾽ τοὺς Σουλτάνους καὶ ὡς τόπος ἠσυχαστηρίου. «Τὸ ἐν χωρίῳ τοῦτο ἀνάκτορον» γράφει ὁ Σκ. Βυζάντιος «καθὼς καὶ οἱ περὶ αὐτῷ κῆποι πρὸ 120 ἐτῶν (1748) χρονολογοῦνται, ἀπὸ Σουλτάνου Μουρὰτ Δ᾽ ὅστις ἐν ταῖς τρομερωτέρες τῆς ὀργῆς αὐτοῦ περιόδοις, ἐνταῦθα, διέτριβε τὸ πλεῖστον, ὅπου καὶ πολλαὶ μὲν ἀλλὰ μιαιφονίαι ἐξετελέσθησαν ἐκ διαταγῆς τοῦ, ὀνομαστὴ δὲ ἡ τοῦ ἐν Περγάμου ἀποστατήσαντος Ἐλιὰζ Πασᾶ νικηθέντος καὶ συλληφθέντος ὑπὸ Κιουτσοὺκ Ἀχμὲτ Πασᾶ».
 
Τὸ κατάλυμα ποὺ ἀναφέρεται καὶ ποὺ συνέβαιναν γεγονότα μὲ θανατικὰ ἀποτελέσματα εἶχε δενδροφυτευθεῖ καὶ περιχαραχθεῖ σὲ τεράστιο κῆπο ἐπὶ σουλτάνου Μαχμοὺτ Α᾽ τὸ 1734 καὶ ἔφερε τὴν ὀνομασία Bağ-ı ferrah, ἀπ᾽ ὅπου ὁ τόπος πῆρε τ᾽ ὄνομα Ferrah-ı feza (χαρὰς αὐξητικὸς τόπος) καὶ τὰ μικρὰ ἀλλὰ καλαίσθητα αὐτοκρατορικὰ καταλύματα, τὸ διακριτικὸ Ferrah-i abad (ἠρεμίας οἶκος). Ἡ δὲ συνεχιζόμενη πρὸς τὸ Τσεγκέλκιοϊ δαντελωτὴ παραλία προσφέρθηκε στοὺς αὐλικοὺς ὡς τόπος διαμονῆς, ὅπου ὑπῆρχε καὶ τὸ ἀνάκτορο τῆς Βασιλομήτορος τῆς Miri Alem τὸ ἐπωνομαζόμενο Sefk-i abad  (εὐθυμίας οἶκος). Ὁ Σκ. Βυζάντιος σημειώνει ὅτι «κατ᾽ ἄλλων δὲ περιγραφῶν ὁ Σουλτάνος Μαχμοὺτ Α᾽ τό τε ἀνάκτορον ᾠκοδομήσατο καὶ τὸ τζαμίον μετὰ τοῦ λουτροῦ ἱδρύσατο μετὰ τὸ ἥμισυ τῆς 18ης ἑκατονταετηρίδος τὸ 1751 ἀφιερώσας πρὸς διατήρηση αὐτῶν ὡς Βακούφια (τὰ δι᾽ εὐαγεῖς σκοποὺς ἀφιερούμενα ἀκίνητα) ὅλον τὸ παράλιον κρηπίδωμα».
 
Ὑπάρχει ὅμως καὶ προγενέστερη ἱστορία γιὰ τὸν τόπο ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Ὀθωμανοὺς Σουλτάνους. Πρόκειται γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μουσταφᾶ Γ´ (1757 - 1774), ποὺ καθὼς λέγεται βρέθηκαν σὲ ἀνασκαφὲς τοῦ 1890 ἐναπομείναντα λείψανα τοῦ παλατιοῦ ποὺ εἴχε οἰκοδομήσει γιὰ προσωπικές του ἀπολαύσεις. Παράλληλα μὲ τὶς κτιριακὲς ἐγκαταστάσεις, γιὰ τὴν εὔκολη ἀποβίβαση τους ἀπὸ τὴ θάλασσα, ἔφτιαξαν καὶ μία ἀποβάθρα ποὺ τὴν ὀνόμαζαν «Çayır-iskelesi» σκάλα τῆς πεδιάδας.
 
Μᾶς εἶναι κάπως δύσκολο νὰ συνδυάσουμε τὴν ἱστορία τοῦ τόπου αὐτοῦ, ὅπως ἐμφανίστηκε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Μονῆς Σταύρωσης μέχρι ποὺ νὰ καταλήξῃ σὲ παλάτια ψυχαγωγίας. Ἀπὸ τὴ μία ἔχουμε ἐγκατάσταση θρησκευτικοῦ μυστικισμοῦ καὶ πίστης στὸ Χριστιανικὸ ἔμβλημα, τὸν Σταυρό, ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἐπικράτηση κραιπάλης, μιαιφονίας, ἔντονης καὶ ἀκόλαστης ζωῆς στὸν ἴδιο τόπο μὲ ἀκραίως ἀντιφατικὰ συναισθήματα διαμονῆς.
 
Ἡ Σουλτανικὴ παρουσία ὅμως συνεχίζεται καὶ τὴν περίοδο τοῦ Ἀμπντούλ-Χαμὶτ τὸ 1778. Δημιουργοῦνται οἱ περίφημοι γυναικωνίτες (χαρέμια) ποὺ τὰ καλοκαίρια μὲ μεγάλες πομπὲς μεταφέρονταν οἱ μοιχαλίδες στὰ θερινά τους θέρετρα. Ἐδῶ στοὺς ἀπέραντους κήπους τοῦ σεραγιοῦ συναθροίζονταν τὰ αἰθέρια πλάσματα καὶ οἱ ἰδιοκτησίες τοῦ Σουλτάνου, γιὰ νὰ ξεφύγουν ἀπ᾽ τὴν κλεισοῦρα τῶν σεραγιῶν τῆς Πόλης, μιὰ καὶ σύμφωνα μὴ τὴν Ὀθωμανικὴ παράδοση δὲν ἐπιτρεπόταν σ᾽ αὐτὲς οἱ δημόσιες ἐμφανίσεις πέραν τοῦ περιορισμένου χώρου τῶν ἀνακτόρων.

Σ᾽ αὐτοὺς τοὺς μαγευτικοὺς κήπους τοῦ Χαβούζ-μπασὶ διασκέδαζαν οἱ χανούμισσες, μὲ παιχνιδίσματα στὶς αἰῶρες, τις κούνιες καὶ τὰ τραγούδια τῶν καλλίφωνων φιλενάδων τους. Ἦταν ντυμένες πάντοτε μὲ ρούχα ἀπὸ βαρύτιμα ὑφάσματα τοῦ «Λαχόρ» καὶ φοροῦσαν ἀκριβὰ στολίδια ἀπὸ χρυσάφι. Οἱ ἦχοι ἀπὸ τὰ ντέφια καὶ τὰ ταμπούρια ἀκούονταν ἔξω ἀπὸ τοὺς σιδηρόφραχτους κήπους καὶ μαρτυροῦσαν στοὺς περίοικους ὅτι ὁ Ἰνδικὸς χορὸς «Ἅλμα» εἶχε φουντώσει στὰ ἐνδότερα καὶ ἄδυτα μέρη τοῦ κήπου, ἐνῷ οἱ ἀναθυμιάσεις τοῦ «λουλά» ποὺ ἔβγαινε ἀπ᾽ τὸν «ναργκιλέ», τὴν πίπα, καὶ τὸν καβουρντισμένο καφὲ δημιουργοῦσαν στὺ φαντασία τῶν περαστικῶν τὶ λογῆς γλέντι γινόταν στοὺς ἄβατους κήπους. Σήμερα σὲ τοῦτο τὸ χῶρο σῴζονται μερικὲς γέρικες ἀλλὰ τεράστιες σὲ ὄγκο, μὲ ἀπλωμένα τὰ κλαδιά τους, μυροβόλες « μαγνώλιες » , τὰ δένδρα ποὺ δίνουν ἕνα ξεχωριστὸ ἄρωμα στὴ βρωμισμένη ἀτμόσφαιρα ἀπ᾽ τὰ στεκάμενα νερὰ τοῦ ποταμιοῦ ποὺ ἐκβάλλει στὸν κόλπο.
 
Ὁ τόπος αὐτὸς «καὶ ἐπὶ βυζαντινῶν χρόνων προσέλκυε πολλοὺς παραθεριστές. Ὑπῆρχαν ἐν αὐτῷ μέγαρα καὶ θέρετρα μεγαλοπρεπῆ, ὧν σῴζονται καὶ νῦν ποὺ καὶ ποὺ ἐρείπια» γράφει ὁ Γ. Χασιώτης προφανῶς ἐννοώντας τὰ λείψανα τῆς Μονῆς Σταυροῦ· ἐνῷ ἀπ᾽ τὸ βιβλίο τοῦ ἐπίσημου τουρκικοῦ ὀργανισμοῦ ἐπισημαίνεται ὅτι «τὸ Χαβούζ-μπασὶ περικλείεται ἀπὸ τὰ ὅρη Ἐλαφιῶν καὶ Ἐλαιῶν καὶ ἐκτείνεται σὲ μία τεράστια πεδιάδα μὲ κήπους ποὺ προστατεύονται ἀπὸ τοὺς Βόρειους ἀνέμους. Στοὺς πρόποδες τοῦ βουνοῦ ὑπάρχει ἔνας μεγάλος βράχος ὕψους 20 μ. τὸν ὀποῖο οἱ ντόπιοι ἀποκαλοῦν «Ζουρνατζί καγιασί». Εἶναι γρανιτένιος, λὲς καὶ τὸν τοποθέτησε ὄρθιο κάποιο χέρι. Τὸ γιατὶ ἀποκλήθηκε μὲ τὸ περίεργο αὐτὸ χαρακτηρισμὸ ποὺ σημαίνει «βράχος τοῦ λαουτάρι» εἶναι ἄγνωστο.

Ὑπάρχει ὅμως μία ἐκδοχὴ ποὺ ἀναφέρει ὅτι τὴν ἐποχὴ τῶν παγετώνων ὁ βράχος αὐτὸς ἀποκόπηκε ἀπὸ κάπου μακριὰ καὶ μὲ τὴ συρροὴ τῶν νερῶν μεταφέρθηκε ἐδῶ ποὺ βρίσκεται τώρα. Πράγματι, ἂν ἐξετάσει κανεὶς τὴν εὐρύτερη περιοχή, διαπιστώνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν γρανιτικὰ στρώματα στὰ πέριξ τοῦ χωριοῦ, καὶ θὰ βρεῖ λογικὴ τὴν ἐξήγηση τοῦ ξενόφερτου αὐτοῦ λίθινου ὄγκου. Για τὸ Τσεγκέλκιοϊ τοῦτος ὁ βράχος, σύμφωνα μὲ τὴν γνώμη τῶν ἀρμοδίων, μπορεῖ ν᾽ ἀποτελέσῃ τόπο ἔλξης τουριστῶν. Πολὺ κοντὰ στὸ προαναφερόμενο σημεῖο εἶναι κτισμένο τὸ Τουρκικὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο καὶ ἡ βρύση τῆς «Hac
ı-hanım», ποὺ οἰκοδομήθηκε τὸ 1891, ἐνῷ τὸ σχολεῖο πρωτολειτούργησε τὸ 1923 ἑκατὸ περίπου χρόνια μετὰ τὴν δραστήρια ἑλληνικὴ Ἀστικὴ Σχολή.
 
Στὸν χῶρο αὐτὸ ποὺ δὲ θὰ τολμούσαμε νὰ τὸν ἀποκαλέσουμε ἑλληνικὴ συνοικία, τουλάχιστον τὰ τελευταία πενῆντα χρόνια, τὰ σπίτια ἦταν λιγοστά. Γύρω ἀπ᾽ αὐτὰ εἶναι κτισμένο τὸ Τουρκικὸ τζαμί, ποὺ κτήτοράς του εἶναι ὁ ἀρχιναύαρχος Kaptanu derya, Abdullah paşa, ἤ διαφορετικὰ Χαμντουλλὰχ πασᾶ ποὺ ἔζησε τὴν ἐποχὴ τοῦ Σουλτάνου Μαχμοὺτ Β᾽ (1808 - 1839). Ὁ ἀξιωματοῦχος αὐτὸς τοῦ θρόνου ἦταν γεννημένος στὸ Τσεγκέλκιοϊ. Προερχόταν ἀπὸ φτωχὴ οἰκογένεια καὶ εἰσήχθηκε ὡς τρόφιμος στὴ σχολὴ Κηπουρῶν (Bostancıbaşı okulu) ποὺ βρισκόταν στὴν περιοχὴ Κούλελι. Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἔδειχνε τὶς τεράστιες ἱκανότητες ποὺ εἶχε καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐφυΐα του. Γρήγορα ἀπέκτησε ἀξιώματα, τίτλους καὶ ἐξίσου γρήγορα τ᾽ ἀπώλεσε, γιατὶ ἦταν ἀθυρόστομος, ἄδικος καὶ βίαιος στὴ συμπεριφορά του.
 
Γύρω ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ τζαμὶ σχηματίζεται μία μικρὴ πλατεία, ὅπου ὑπάρχει ἡ μικρὴ ἀλλὰ κομψὴ βρύση. Στὸ δρομάκι ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς βρύσης τὸ Ντερέμπογιου σοκὰκ ἕμενε ὁ κ. Ἀγάθος τὸ σπίτι τοῦ ὁποίου συνόρευε μὲ τὸν μεγάλο κῆπο τοῦ ἀρχοντικοῦ τοῦ Σαντουλλὰχ πασά. Τὸ σπίτι αὐτὸ ἀργότερα κατοικήθηκε ἀπὸ τὸν γιὸ του τὸν Σταῦρο καὶ τὴν Ἀμαλία Ἀράπογλου. Οἱ γύρω κῆποι μὲ τὰ λογῆς λογῆς λαχανικὰ καὶ τὰ πολυποίκιλα φροῦτα ἦταν παλαιότερα οἱ χῶροι, ὅπου δέσποζε ἡ φράουλα, τὰ κεράσια, τὰ κυδώνια, ἡ φήμη τῶν ὁποίων ἔκανε τὸ Τσεγκέλκιοϊ νὰ γίνῃ ἀκουστὸ εἰδικὰ τὸν 16ο  καὶ 17ο  αἰῶνα. Οἱ κῆποι αὐτοὶ τελευταία ἦταν γνωστοὶ μὲ τ᾽ ὄνομα τῶν ἰδιοκτητῶν τους ποὺ τοὺς ἐκμεταλλεύονταν, τοῦ Πάντου καὶ τοῦ Λάζου, ὅπως τοὺς γνωρίζε ὁ κόσμος. Γύρω καὶ μέσα στοὺς κήπους σὲ μικρὰ καὶ μεγαλύτερα σπίτια ἔμεναν διάφορες οἰκογένειες, ὅπως τοῦ Λάζαρου Ζάκου ποὺ εἶχε παιδιὰ τὸν Λευκὸ Ζάκο, τὴν Ἑλένη καὶ τὴν Ἀναστασία Βασιλειάδου. Ἀπέναντι στὸ σπιτικὸ τοῦ Λάζου στὸ Χαμὰμ σοκὰκ ἦταν τὸ πατρικὸ σπίτι τῆς Ἑλένης Κουκουλωμάτη, ποὺ εἶχε τὴν κόρη της Εὐπραξία καὶ τὸν κωφάλαλο γιό της τὸν Βάσο ἔναν ἀπὸ τοὺς γραφικοὺς τύπους τοῦ χωριοῦ. Ὑπῆρξαν ὅμως κατὰ καιροὺς καὶ οἰκογένειες ποὺ ἔμεναν σὲ παραπήγματα τοῦ κήπου καὶ εἶχαν ὡς κύριο μέλημά τους τὴν περιποίηση καὶ τὴν ἐργασία σ᾽ αὐτούς.
 
Σὲ σημεῖο ποὺ ἡ πλατεῖα ὁδηγεῖ πρὸς τὸν κεντρικὸ δρόμο βρισκόταν τὸ σπίτι τοῦ Σταύρου καὶ τῆς Φωτεινῆς Κοσμάογλου τοῦ γνωστοῦ «μπάρμπα Σταύρου».
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουν τὰ ὅρια τῶν κήπων ὁ κεντρικὸς δρόμος ὁδηγοῦσε πρὸς τὸ Μπεϊλὲρ - μπεϊ. Δὲν ὑπήρχαν πλέον ἑλληνικὰ σπίτια στὴν περιοχή, μέχρις ὅτου ἔφτανε κανεὶς στοὺς κήπους τῶν Τσαβίδιδων.
 
Παλαιότερα τὸ 1790 οἱ κῆποι ἦταν γνωστοὶ ὡς «Κῆποι τοῦ Μπεϊλέρ-μπεϊ Μεχμὲτ Πασά», ὁ ὁποῖος θανατώθηκε ἀπὸ τὸν Σουλτάνο Μουρὰτ Γ᾽, ἐπειδὴ θεωρήθηκε ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους ἀναταραχὴς ποὺ ἐκδηλώθηκε στ᾽ ἀνάκτορα.
 
Μὲ ἐξαίρεση τὴν οἰκογένεια τοῦ Λεωνίδα Παπαδόπουλού, ποὺ εἶχε τὸ μπακάλικο στὴν Ἀγορὰ τοῦ Μπεϊλὲρ - μπεϊ, τὸν ὑπόλοιπο λιγοστὸ πληθυσμὸ τοῦ χωρίου τὸν συγκροτοῦσε τ᾽ ὄνομα Τσαβίδης. Κοντὰ στὸ σημερινὸ ποδοσφαιρικὸ γήπεδο ἕμενε ὁ Βαγγέλης καὶ ἡ Αἰκατερίνη Τσαβίδη, κάπως πιὸ ψηλὰ ὁ Γιῶργος, ὁ Νῖκος καὶ ἡ Ἑλένη Τσαβίδη, ἐνῷ ἡ πολυμελὴς οἰκογένεια τοῦ Φώτη καὶ τῆς Ἀργυρὼς Τσαβίδη ἕμενε στὰ ἐνδότερα μέρη, ὅπου καὶ οἱ ὀπωροφόροι καὶ κατάφυτοι κῆποι. Εἶχαν πέντε παιδιά, τοὺς Βασίλη, Ἄννα, Ὀδυσσέα, Δημητρὸ καὶ Εὐανθία. Οἱ μετρημένοι στὰ δάκτυλα αὐτοὶ Ῥωμηοὶ εἶχαν ἐπωμισθεῖ τὴν φύλαξη καὶ τὴν συντήρηση τοῦ ὑπαίθριου ἁγιάσματος τοῦ Ἁγ. Ἀντωνίου, ποὺ βρισκόταν στὰ ὑψώματα τοῦ βουνοῦ πίσω ἀπὸ τὸ Σεράϊ καὶ ἀκριβῶς δεξιὰ τοῦ δρόμου ποὺ ἀνηφορίζει πρὸς τὴν τουρκικὴ συνοικία Μπουρχανιέ. Ἡ περιοχὴ ἦταν πευκόφυτη καὶ τὸ ἁγίασμα εἶχε μορφὴ κρύπτης, ποὺ κατεβαίνει κανεὶς πατώντας δύο σκαλοπάτια.

 Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης