Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ - Α΄

Ἀπὸ τὸν παράλιο χῶρο καὶ μέχρι τὶς παρυφὲς τῆς Δάματρυς τὸ Τσεγκέλκιοϊ σ᾽ ἔκταση εἶναι ἀπλωμένο πέρα ὡς πέρα. Οἱ συνοικίες τοῦ χωριοῦ κατὰ τὰ Τουρκικὰ ἐπίσημα τοπωνύμια ἦταν τα Yenimahalle, Bekardere, Setüstü, Kuleli, Havuzbaşı, ἐνῶ πρόσφατα δημιουργήθηκε καὶ νέα συνοικία μὲ τὸ διακριτικὸ Güzeltepe.

Νεόκτιστες παραθαλάσσιες βίλες
σὲ συστοιχίες μὲ κατεύθυνση ἀπὸ
τὴ Βαπορόσκαλα πρὸς τὸ Κούλελι. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη).

Εἶναι πολὺ ἐντυπωσιακὸ καὶ ἀπολαυστικὸ τὸ περιδιάβασμα, πάνω στὶς ἐδαφικὲς ἀνωμαλίες, στὰ ὑψώματα τοῦ χωριοῦ ποὺ εἶναι γνωστὰ σὰν Τσακὰλ - ντὰγ (ὄρος ἐλαφιῶν) καὶ Μπουλγουρλοῦ - ντὰγ (ὄρος ἐλαιῶν), ἀπ᾽ ὅπου διασχίζει τὸ χωριὸ ἕνα μικρὸ ποταμάκι τὸ Μπεκιὰρ - ντερεσὶ τῶν «ἐργένηδων», ὅπως τ᾽ ἀποκαλοῦσαν οἱ παλαιότεροι.

Ἴσως ἡ φυσικὴ ἀνωμαλία τοῦ ἐδάφους, δὲν εἶναι αὐτὴ ποὺ δίνει πολλὰ περιθώρια νὰ μιλᾶμε γιὰ κάποιο ἀρχιτεκτονικὸ ρυμοτομικὸ σχέδιο, ποὺ ὅμως ποτὲ δὲ συνετέλεσε, ὥστε νὰ χάνῃ ὁ ἐπισκέπτης τὴν ἐποπτεία του πρὸς τὴν θάλασσα. Ὅσο ψηλὰ κι ἂν βρίσκεται κανεὶς ἀπολαμβάνει τὴ δροσιστικὴ πνοή της, κρατάει στὴ χούφτα του ὅλα τὰ χαρίσματα ποὺ ἡ πλάση ἔδωσε σὲ τοῦτο τὸ τοπίο ἀπλόχερα.

Ἡ παραλιακὴ κεντρικὴ πλατεία τοῦ χωριοῦ μὲ τὰ ἑλληνικὰ κτίσματα
καὶ τὴ «Βρύση τοῦ Βεζύρη».
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη).

Δὲν ὑπάρχει ἁρμονικὴ συμβίωση τῶν ἐλεύθερων χώρων μὲ αὐτοὺς τοὺς κατοικημένους. Τὰ σημεῖα ποὺ ἀποτελοῦν ἐπίπεδη κοιλάδα εἶναι κατειλημμένα ἀπὸ κήπους μὲ ὅλα τὰ εἴδη ὀπωροφόρων δένδρων καὶ λαχανόκηπους. Γενικὰ ὅλο τὸ χωριὸ εἶναι πνιγμένο στὸ πράσινο. Ἀπὸ μακριά, ἂν δὲ δεῖ κανεὶς τὸ πανύψηλο καμπαναριὸ τοῦ Ἄϊ Γιώργη, κι᾽ ἀπ᾽ τὸ καράβι ποὺ διαπλέει τὸν Βόσπορο τὰ ὄμορφα «γιαλιά» δηλαδὴ τὰ παράκτια θέρετρα, θὰ σχηματίσει τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι ἀκατοίκητο.

Τὰ σπίτια εἶναι κυρίως ξύλινα δίπατα ἕως τρίπατα καὶ λιγοστὰ πέτρινα μ᾽ ἐσωτερικὲς αὐλὲς καὶ πυκνόφυτα κηπάρια. Εἶναι ὁ κλασικὸς τύπος οἰκοδομῆς, ὅπου τὰ χρώματα, τὸ ὕψος συνιστοῦν μιὰ διαφορετικὴ εἰκόνα, μιὰ διαφορετικὴ ὕπαρξη. Ἡ ξυλοκατασκευὴ αὐτὴ ἔγινε αἰτία γιὰ συχνὲς πυρκαγιές, δύο ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἦταν καταστρεπτικές. Ἡ πρώτη κατέκαψε ὁλοκληρωτικὰ τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ καὶ συνέβη τὸ 1832 στὶς 28 Αὐγούστου. Οἱ πρῶτες φλόγες ξεπήδησαν ἀπὸ τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Ἠλία τοῦ κάπελα καὶ ἔκαψαν 80 σπίτια καὶ 20 καταστήματα. Μὲ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς ὁ Σουλτάνος Μαχμοὺτ Β´ ἀποζημίωσε ὅσους εἶχαν ἀπώλειες μὲ 15.000 γρόσια τὸ κάθε νοικοκυριὸ μὲ σκοπὸ νὰ ξαναφτιάξουν τὸ σπιτικό τους.

Ἡ δεύτερη φωτιὰ μικρότερης ἔντασης ἐκδηλώθηκε τὸ 1873 καὶ κάηκαν ἀρκετὰ σπίτια γύρω ἀπὸ τὸ τέμενος τοῦ Χατζὴ Ὀμὲρ ἐφέντη ποὺ ἀποτέλεσε καὶ τὴν κύρια ἑστία της.

Τὰ παραλιακὰ ἐστιατόρια καὶ οἱ καθιστικοὶ χῶροι τοῦ Τσεγκέλκιοϊ
τὴν περίοδο τοῦ 1945 -1950.
(Φωτ/φία ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ν. Δάμτσα).

Ἡ περιπλάνηση στὸ κεντρικὸ τμῆμα τοῦ χωριοῦ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἀποβάθρα τοῦ πλοίου «τὴ σκάλα», ὅπως συνηθίζεται ν᾽ ἀποκαλεῖται, ἀπ' ὅπου βγαίνει κανεὶς στὴν πλατεία, στὸ κέντρο τῆς ὁποίας ὀρθώνεται ἡ βρύση ποὺ εἶναι κτῖσμα τοῦ Σουλτάνου Μαχμοὺτ Α´ (1750). Μέσα σὲ πλακόστρωτο καὶ ὡραῖο πλατύφορο εἶναι κτισμένη μὲ γοῦστο, σ᾽ ἀνατολίτικο ρυθμὸ ἡ βρύση ποὺ ἐξυπηρετοῦσε τοὺς κατοίκους τοῦ χωριοῦ, οἱ ὁποῖοι προμηθευόταν τὸ νερὸ ποὺ ἔφθανε ἐδῶ ἀπὸ τὶς βουνοπλαγιὲς τοῦ Μπουλγουρλοῦ - ντὰγ μὲ εἰδικοὺς ἀγωγούς, τοὺς ὁποίους κατασκεύασε, μεριμνώντας ὁ ἴδιος προσωπικά, ὁ Βεζύρης τοῦ Σουλτάνου, ὁ περίφημος Γιουσοὺφ Ζιγιὰ Πασά. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ βρύση εἶναι γνωστὴ μὲ τ᾽ ὄνομα «ἡ βρύση τοῦ Βεζύρη».

Προτοῦ γίνει ἡ διάνοιξη τοῦ παραλιακοῦ δρόμου καὶ πρὶν δημιουργηθεῖ ἡ σημερινὴ πλατεία, στὸν χῶρο αὐτό, γύρω ἀπὸ τὴ βρύση ὑπῆρχαν διάφορα ἑλληνικὰ κτίσματα ὅπως τ᾽ ἀρχοντικὸ τοῦ Θωμᾶ Καλούδη. Ἦταν εὐκατάστατος καὶ πλούσιος ὁ ἀλευρέμπορας Καλούδης, ποὺ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐκποίησης τῶν ἐπίπλων τοῦ Σουλτάνου Βαχντεττὶν ἦταν αὐτὸς ποὺ ἀγόρασε τὰ χρυσοκέντητα καὶ σεντεφένια ἔπιπλα τοῦ Σουλτανικοῦ νοικοκυριοῦ. Μετὰ τὴν μεταπολίτευση ἔφυγε κυνηγημένος ἀπὸ τοὺς Τούρκους, γιατί τὸν κατηγόρησαν ὅτι τροφοδοτοῦσε τὸν Ἑλληνικὸ Στρατὸ ἀπὸ τὶς ἀποθῆκες εἰδῶν διατροφῆς ποὺ εἶχε στὴν πόλη τῆς Προύσσας.

Τὸ ἐπόμενο σπίτι τῆς πλατείας ἀνῆκε στοὺς Λιάρους καὶ τὸ ἄλλο στοὺς Χατζοπουλέους, ποὺ ἦταν ἀπὸ τὶς διακεκριμένες οἰκογένειες τοῦ χωριοῦ. Τὰ τρία ἀδέλφια ὁ Γιώργος, ὁ Ἀριστόφρων καὶ ὁ Μιχάλης εἶχαν τὴν ἰδιοκτησία τοῦ «Πασὰζ Χατζόπουλο» στὸ Πέρα τῆς Κωνσταντινούπολης, ἐνῶ παράλληλα ἦταν καὶ μεγάλοι εὐεργέτες τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐδῶ ἦταν καὶ τὸ πατρικὸ σπίτι τῆς Σοφρωνίας Ἐμμανουηλίδου καὶ τὸ καζίνο τὸ γνωστὸ στοὺς εὑρεῖς κύκλους «τοῦ Χατζόγλου», ἐνῶ στοὺς πάνω ὀρόφους τοῦ καζίνου ἦταν τὸ σπίτι τοῦ Μελέκογλου, ποὺ εἶχε δυὸ εἰσόδους.

Τὸ καζίνο διέθετε γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὡς πρωτοτυπία τὸ μπιλιάρδο, γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο μαζευόταν οἱ ἀριστοκράτες καὶ οἱ προύχοντες, γιὰ νὰ διαγωνισθοῦν στὴν ἐπιδεξιότητά τους μὲ τὶς στέκες.

Δίπλα ἀπ᾽ τὸ καζίνο καὶ μέχρι τὴ θάλασσα ἐκτεινότανε τὸ κοινοτικὸ κτῖσμα ποὺ χρησιμοποιήθηκε ὡς παραθαλάσσιο κέντρο μὲ ἐκλεκτὴ κουζίνα. Φέρει τ᾽ ὄνομα «Ἰσκέλε ρεστοράντ». Μέχρι τὸ 1905 ὁ χῶρος χρησίμευε γιὰ ὀργάνωση συγκεντρώσεων, διαλέξεων καὶ γενικὰ ἀποτελοῦσε καλλιτεχνικὴ γωνιά. Γιὰ τὴν ἐξαρχῆς οἰκοδόμησή του καὶ τὴν κατάλληλη διακόσμησή του ὁ Σταῦρος Βουτυρᾶς εἶχε ἐξασφαλίσει δωρεὰ 88 χρυσῶν λιρῶν ἀπ᾽ τὸν Μεγάλο Εὐεργέτη τῆς Ὁμογένειες Παῦλο Στέφανοβικ Σκυλίτση. Σήμερα τὸ οἴκημα αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὰ δωρητήρια ποὺ παρέχουν ὑλικὰ ὀφέλη, γιὰ ν᾽ ἀνταπεξέρχεται ἡ κοινότητα τὶς δύσκολες καὶ δύστοκες ὧρες ποὺ περνά. Τὰ πρόσφατα χρόνια μέχρι καὶ τὸ 1960 ἦταν γνωστὸ ὡς «στέκι τοῦ Γαβρίκου».

Ὁ κεντρικὸς δρόμος ποὺ περνᾶ ἀπ' τὴν πλατεία μετονομάσθηκε τὸ 1948 ἀπὸ Τσεγκέλκιοϊ σὲ Χὰλκ Τζαντεσί. Ὁ ἴδιος δρόμος μὲ κατεύθυνση τὸ Μπεϊλὲρ - μπεϊ παίρνει τ᾽ ὄνομα Γιαλὶ-μπογιοῦ, ἐνῶ ἡ ὀνομασία του πρὸς τὸ Βανίκιοϊ ἀλλάζει καὶ ἀποκαλεῖται Κούλελι-τζαντεσί. Εἶναι ἡ κεντρικὴ ἀρτηρία τοῦ αὐτοκινητόδρομου ποὺ συνδέει τὰ δυὸ ἄκρα τῆς Ἀνατολικῆς ὄχθης τοῦ Βόσπορου.

Τὸ 1963 καταγράφηκαν 2 ἑλληνικὰ χασάπικα ἀπὸ τὰ 4, 2 μανάβικα ἀπὸ τὰ 6, 1 φοῦρνος ἀπὸ τοὺς 3, 1 ψαράδικο, 1 καφενεῖο καὶ μερικὰ ἄλλα ἐπαγγέλματα.

Τὰ ἑλληνικὰ σπίτια τοῦ κεντρικοῦ δρόμου Χὰλκ-τζαντεσὶ εἶναι ἀρκετὰ καὶ διάσπαρτα. Πολὺ κοντὰ στὴν ἐκκλησία ἦταν τὸ σπίτι τῆς οἰκογένειας Μανώλη καὶ Ἀλεξάνδρας Καράμπαμπα (Νo 6) τοῦ πολύτεκνου ποὺ εἶχε ἐννιὰ παιδιά τους: Ἕλη, Τούλα, Κωνσταντινιά, Εὐθαλία, Χριστίνα, Μαριγῶ, Χρῆστο, Γιάννη καὶ Παντελῆ. Ὁ καθηγητὴς Τζαννὴς Παπαδόπουλος, ποὺ ἔτρεφε ἰδιαίτερη συμπάθεια στὴν πολυμελὴ αὐτὴ οἰκογένεια, εἶχε τὴν περιέργεια νὰ παρακολουθῇ τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ τὰ ἐννιὰ παιδιὰ καὶ μάλιστα τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ μητέρα τους, τοὺς σερβίριζε τὸν «χαλβά» μέσα ἀπὸ τὸν τέντζερη.

Μεσολαβοῦσε ἕνα μικρὸ ἀνηφορικὸ δρομάκι (Φιτσιτζὶ σοκάκ) καὶ ἀμέσως μετὰ μέσα σ᾽ ἕνα κηπάριο ὅπου εἶχε ἕνα κοτέτσι, ἦταν τὸ σπίτι τῆς Μπεμπέκας καὶ τοῦ Γιώργου (Νo 4) ποὺ ἀνῆκε στὶς ἀδελφὲς Θεοδώρα καὶ Μαρίκα Μπαστάνκαρα τὸ ὁποῖο παλιότερα ἦταν τὸ πατρικὸ τῆς Σμαράγδας Λουκίδου, ποὺ εἶχε κατεδαφισθεῖ.

Ἀκριβῶς δίπλα ἦταν τὸ σπίτι τοῦ γνωστοῦ ἠθοποιοῦ καὶ συγραφέα Altan Erbulak τὸ ὁποῖο προτοῦ κατοικηθεῖ ἀπ᾽ αὐτοὺς τὸ 1920 ἦταν τὸ περίφημο καπελιὸ τοῦ Βουτσᾶ, ἀπ᾽ τὰ γνωστὰ στέκια τῶν καλοφαγάδων καὶ τῶν κρασοπατέρων. Κολλητὸ σχεδὸν στὸ σπίτι αὐτὸ εἶναι τὸ νεόκτιστο οἰκογενειακὸ σπίτι τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τῆς Ἀναστασίας Κωνσταντινίδη, ποὺ εἶχαν τέσσερα παιδιά. Τὴ Δήμητρα, τὸν Γιάννη, τὴ Θεοδώρα καὶ τὸν Ἰωσήφ. Τὸ σπίτι ἦταν τριώροφο μὲ ἰσόγειο κατάστημα μέχρι πρόσφατα Κοινοτικὸ Κατάστημα τοῦ Μουχτάρη τοῦ χωριοῦ (Κοινοτάρχη). Στὸν πρῶτο ὄροφο ἕμενε ἡ οἰκογένεια Κωνσταντινίδη, ἐνῶ στὸν ἐπάνω ὄροφο ἡ κόρη τους Δήμητρα μὲ τὸν σύζυγο τῆς Ἀπόστολο Παπαδόπουλο. Ὁ Κώστας Κωνσταντινίδης, εἶχε ὡς ἐπάγγελμα τὰ πουλερικά, τὰ ὁποῖα ἐμπορευόταν στὸν Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινούπολης, ἐνῶ ἡ σύζυγός του ἡ Ἀναστασία προερχόταν ἀπὸ τὸ γένος Δεμιρτζίογλου, τὴ γνωστὴ Φαναριώτικη οἰκογένεια.

Τὸ οἰκογενειακὸ κατάλυμα τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τῆς Ἀναστασίας Κωνσταντινίδη. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωάννη Κωνσταντινίδη).

Ἀπέναντι στὸ σπίτι τῶν Κωνσταντινίδιδων βρισκόταν τὸ χασάπικο καὶ τὸ πατρικὸ τοῦ Θανάση καὶ τῆς Εἰρήνης Παπαγιάννη (Νo 2) ποὺ εἶχε τρία παιδιὰ τὸν Ἀντώνη, τὴν Ἄννα καὶ τὴν Ἰφιγένεια. Ὁ Σταμάτης Κίσσας καὶ ὁ Βαγγέλης εἶναι παιδιὰ τῶν δυὸ ἀδελφάδων. Ἦταν σὲ τέτοια περίοπτη θέση τὸ σπίτι, ποὺ τ᾽ ἀποκαλοῦσαν «πρακτορεῖο», γιατί ὁ κάθε περαστικὸς εἶτε ἔφευγε γιὰ τὴν Πόλη εἶτε ἐρχόταν ἀπ᾽ αὐτὴν ὑποχρεωτικὰ πέρναγε μπρὸς ἀπ᾽ τὸ παραθύρι τῆς Κυρᾶς Εἰρήνης. Ἀκριβῶς δίπλα ἦταν ὁ μεγάλος κῆπος καὶ τὸ παραθαλάσσιο «γιαλί» τῆς οἰκογένειας τοῦ δικηγόρου Μιλτιάδη καὶ τῆς Ἑλένης Μαΐδη (Νo 4). Ἡ Κυρὰ Ἑλένη ἦταν τὸ γένος Βασιλειάδη, ποὺ μαζὶ μὲ τ᾽ ἀδέλφια της, τὸν Κώστα, τὸν Βασίλη, τὸν ὀδοντίατρο Ἀριστόδημο καὶ τὴν Ἰουστίνη εἶχαν στὴν κατοχή τους τὸ πανέμορφο αὐτὸ πατρικὸ σπίτι, ποὺ κατασκευάσθηκε ἀπ᾽ τὸν ἀρχιτέκτονα Σίμο Συμεωνίδη. Τὸ μαγαζὶ ποὺ βρισκόταν στὴν εἴσοδο τοῦ κήπου ἀνῆκε στὸν Παντελῆ τὸν μπαρμπέρη, ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ κούρεμα καὶ ξύρισμα ἀσκοῦσε καὶ καθήκοντα νοσοκόμου μὲ εἰδίκευση στὶς «βεντοῦζες», τὴν πανάκεια τῆς ἐποχῆς. Τὸ «γιαλί» γειτόνευε μὲ τὸ ἀστυνομικὸ τμῆμα τοῦ χωριοῦ «τὸ καρακόλι» ὅπως τ᾽ ὀνομάζουν οἱ Τοῦρκοι. Ἦταν ἀπὸ τὰ παλιὰ κτίσματα τοῦ χωριοῦ καὶ χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Σουλτάνου Ἀμπντουλμετζίτ. Κτίσθηκε τὸ 1823 τότε δηλαδὴ ποὺ ξεκίνησε ἡ ὀργανωτικὴ προσπάθεια τῆς Δημόσιας τάξης, καὶ ἐγκαταστάθηκε ἐδῶ τὸ πρῶτο σῶμα ἀστυφυλάκων καὶ νυκτοφυλάκων. Τὸ σημερινὸ κτῖσμα εἶναι πρόσφατης κατασκευῆς (1964) στὴ θέση τοῦ παλιοῦ ποὺ κάηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 1900. Τοῦτος ὁ χῶρος χρησιμοποιήθηκε κάποτε ἀπὸ τὴν Γιανάκαινα ποὺ εἶχε τὴ στάνη της μὲ τ᾽ ἀμέτρητα κατσίκια.

Τὸ παλιὸ «καρακόλι» τὸ γιαλὶ τοῦ Μαΐδη, τὸ γιαλὶ τοῦ Σουκάρκου καὶ τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Χατζηϊορδάνη, ὅπως ἦταν τὸ 1930. (Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

Δίπλα στὸ «καρακόλι» ἦταν τὸ γιαλὶ τοῦ Σάββα καὶ τῆς Βαρβάρας Μερζανίδου, ὅπου ἔμεναν τὰ παιδιά της Νῖκος καὶ Ἰσάκος, πού, ὅταν ὀρφάνεψαν, τοὺς ἀνέλαβε ὁ Θεῖος τους Δημητρὸς καὶ Μαρία Σουκάρκου. Στὸ σημεῖο αὐτὸ τὸ παραθαλάσσιο νιώθει κανεὶς τὴν ὑψηλὴ ἀρμύρα τοῦ Βοσπόρου, ἀκούει τὴ σιγαλὴ συμφωνία τοῦ ἀπόβραδου ποὺ ξετυλίγεται γιαλὸ - γιαλό. Μέχρι καὶ τὶς ὄχθες τοῦ Βόσπορου τὰ πλατάνια καὶ τὰ λογῆς λογῆς δένδρα σκιάζουν τὰ σπίτια τοῦ Τσεγκέλκιοϊ. Πῶς ὅμως εὐδοκιμοῦν αὐτὰ τὰ δένδρα δίπλα στὴν ἀρμύρα τῆς θάλασσας; «Κολυμπᾶμε στὰ γλυκὰ νερὰ τοῦ χωριοῦ μας. Δὲν τσούζουν τὰ μάτια ἀπ᾽ τὸ ἀλάτι ὅπως ὅταν κολυμπᾶμε στὸ Αἰγαῖο» λέει ὁ Ν. Παλαιόπουλος καὶ ἐπεξηγεῖ: «Ὁ Βόσπορος ποτίζει μὲ τὰ γλυκὰ νερά του καὶ ραντίζει μὲ τὶς δροσιές του τὰ κατάφυτα ἀκρογιάλια τοῦ χωριοῦ μας καὶ ὅλων τῶν Βοσπορίτικων χωριῶν, μὲ τὰ νερὰ μεγάλων ποταμῶν ποὺ χύνονται ἀπὸ τὴν Εὐρώπη καὶ Ἀσία μέσα στὴ λεκάνη τοῦ Μαύρου Πόντου. Δούναβης, Δνείπερος, Ζαγγάριος, Ἄλυς, Φίλνος, Ἴρις, Προῦθος κ.ἄ. περνοῦν βιαστικὰ τὰ νερά τους ἐμπρὸς ἀπ᾽ τὶς ἀκτὲς καὶ ἀπὸ τὸ στενὸ τοῦ Βόσπορου τρέχουν καὶ γλυκαίνουν τὴν Προποντίδα. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριό του πὼς φυτρώνουν τεράστια δένδρα στὴν ἀκροθαλασσιὰ δίχως νὰ καταστρέφονται οἱ ρίζες τους ἀπ᾽ τὸ θαλασσινὸ νερό».

Ἡ εἴσοδος τῆς ἐκκλησίας, δίπλα τὸ
παλιὸ παρθεναγωγεῖο καὶ ἀμέσως
μετὰ τὸ σπίτι τῆς οἰκ. Συμεωνίδη.
(Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

Ξαναγυρνώντας πάλι στὸν κεντρικὸ δρόμο, βλέπουμε τὴν κορμοστασιὰ μιᾶς χαρακτηριστικῆς βρύσης. Εἶχε τὴν ὀνομασία Καβάσμπασι Ἀχμὲτ Ἀγὰ τσεσμεσί, εἶναι μαρμάρινη καλαίσθητη καὶ στὸ πάνω της τμῆμα φέρει ἀνάγλυφη μαρμάρινη παράσταση ἑνὸς «λάχανου». Ἡ παράδοση καὶ ἡ ἱστορία μᾶς θυμίζει τὸν διχασμὸ ποὺ ὑπῆρχε στὸ σῶμα τοῦ ἱππικοῦ στὸν Ὀθωμανικὸ στρατὸ τὸν 18ο αἰῶνα. Λέγεται ὅτι ὑπῆρξε σῶμα στρατοῦ μὲ κύριο ὄγκο τοὺς κατοίκους τῆς Μερζιφούντας (Μerzifon), ποὺ τοὺς ἀποκαλοῦσαν οἱ «λαχανάδες» καὶ ἄλλο ἐπίλεκτο σῶμα ἱππικοῦ ποὺ εἶχαν ἱδρύσει οἱ κάτοικοι τῆς Ἀμάσσειας (Amasya) καὶ εἶχαν τὸ διακριτικὸ «μπαμιατζίδες». Φαίνεται πὼς ὁ Ἀχμὲτ Ἀγάς, ποὺ κατασκεύασε τὴ βρύση, θέλησε νὰ δείξῃ μὲ τὸ λάχανο ποὺ φιλοτέχνησε, τὴν ὀργάνωση στὴν ὁποία ἦταν προσηλωμένος.

Πέρα ἀπ᾽ τὴ βρύση ἀπλώνεται ἡ ἀγορὰ μὲ τὰ διάφορα καταστήματα καὶ τὰ καφενεῖα, ἐνῶ πρὸς τὸ τέλος τοῦ δρόμου ζοῦσε μοναχικὰ ἡ Ἀλεξάνδρα Ντάσκο (Νo 16) καὶ λίγο πάρα πέρα βρισκόταν τὸ ξύλινο δίπατο τῆς Ζαχαρῶς  Μούσκα (Νo 58), ποὺ ἕμενε μὲ τὴν ἀνιψιά της τὴν Ἕλλη καὶ εἶχε νοικάρη τὸν «δάσκαλο» τὸν ψάλτη τῆς ἐκκλησίας Γιῶργο Πορτοκάλογλου. Σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο ἄρχιζε ἡ συνοικία τοῦ Χαβούζ- μπασὶ ποὺ ἐκτεινόταν μέχρι τὸ γειτονικὸ Μπεϊλὲρ - μπεϊ.

Κατάντικρα στὴν κεντρικὴ πλατεία, ποὺ προαναφέρθηκε, εἶναι κτισμένος ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ποὺ μέσα στὸν περίβολο του βρίσκεται τὸ σχολικὸ κτῖσμα, τοῦ ὁποίου ἡ νότια πτέρυγα εἶχε διαμορφωθεῖ σὲ διαμέρισμα, ὅπου ἔμεναν ἀρκετὰ χρόνια πρὶν ὁ μουχτάρης ὁ Χριστίδης ἀργότερα ὁ Γιῶργος Ἠλιάογλου μὲ τὴ γυναίκα του Δάφνη καὶ τὰ παιδιά τους Βηθλεέμ, Εὐαγγελία καὶ Κατίνα, ἐνῶ ἀργότερα κατοικήθηκε ἀπὸ τὸν κὺρ Παναγιώτη καὶ τὴν Βασιλικὴ Κορλέτη ποὺ εἶχαν δύο παιδιὰ τὸν Βασίλη καὶ τὸν Ἀλέκο.

 Τὸ πατρικὸ σπίτι τοῦ
Χαρ. Ἀναστασιάδη.
(Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

Τὸ πρώην Παρθεναγωγεῖο, τὸ κτῖσμα δηλαδὴ ποὺ βρίσκεται στὴν ὁδὸ Τανρὶ Βερντὶ (Νo 3), εἶναι περιουσιακὸ στοιχεῖο τῆς κοινότητας καὶ ἔχει μετατραπεῖ σὲ κατοικία. Σ᾽ αὐτὴν εἶχε τὸ ἰατρεῖο της ἡ παιδίατρος Ἑλένη Καρκάσογλου καὶ ἔμενε ἡ Ἑλισσῶ Μπορεκτσίολου μὲ τὸν γιό της Μιχάλη, ἐνῶ σήμερα μένει ἡ Εὐτέρπη Σκυλίτση σύζυγος τοῦ Προέδρου τῆς κοινότητας Χρήστου.

Δίπλα εἶναι τὸ ἀρχοντικὸ (Νo 5) τῆς οἰκογένειας Γιώργου καὶ Χρυσῆς Παπαδόπουλου τοῦ δάσκαλου τῆς Σχολῆς Ἁγίας Τριάδος Πέρα, τοῦ ὁποίου ἡ κόρη Σοφία ἕμενε ἐδῶ μὲ τὸν σύζυγο της Σίμο Συμεωνίδη, τὸν ἀρχιτέκτονα, καὶ τὰ παιδιά της Οὐρανία, τὴ φιλόλογο Σοφία ποὺ εἶναι καθηγήτρια καὶ τὸν Γιάννη, ποὺ εἶναι πτυχιοῦχος τῆς Ἀνωτάτης Ἐμπορικῆς. Μὲ τὴν μεσολάβηση κάποιου στενοῦ δρόμου ξεχωρίζει τὸ σπίτι αὐτὸ ἀπὸ τὸ πατρικὸ τῶν Ἀναστασιάδηδων (Νo 4), ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ Ἀναστάσιος ἦταν ἀπὸ τοὺς ἐξέχοντες τυπογράφους τῆς ἐποχῆς (1905). Ἐργαζόταν στὸν Γαλατᾶ σὲ τυπογραφεῖο, ὅπου ἐκδιδόταν ἡ ἐφημερίδα «Νεολόγος» καὶ ἦταν διευθυντικὸ στέλεχος. Ἀργότερα ἵδρυσε δικό του τυπογραφεῖο μὲ τὸν τίτλο «Ἀριστόβουλου - Ἀναστασιάδη», ὅπου ἔβγαιναν τὰ περιοδικὰ τῆς Πόλης «Ἀπ᾽ ὅλα» καὶ ὁ «Βούρδουλας». Ἀπ᾽ τὰ παιδιά του ὁ Χαράλαμπος ἦταν συνιδιοκτήτης τῆς μεγάλης σοκαλατοποιίας Μάμπελ, μὲ συνεταῖρο του τὸν Μιχάλη Παγιώτη, ἡ Οὐρανία ἦταν δασκάλα τοῦ Σχολείου καὶ ἡ Ἑλένη μὲ τὸν σύζυγο της Πέτρο Μαντίκα ἔμειναν γιὰ πολλὰ χρόνια στὸ πατρικό τους σπίτι. Ἀκριβῶς τὸ διπλανὸ ξύλινο σπίτι ἀνῆκε στὴν οἰκογένεια Σταύρου καὶ Ἑλένης Ζησιμοπούλου. Ὁ γιός τους ὁ ὀδοντίατρος Φώτης Ζησιμόπουλος στὸ 1951 μαζὶ μὲ δύο φίλους του ἐξαφανίστηκαν μὲ τὴ βάρκα τους στὸν Βόσπορο, ὅπου εἶχαν βγεῖ γιὰ ψάρεμα. Τὰ πτώματα τὰ ἐξέβρασε ἡ κυματώδης θάλασσα τοῦ Βοσπόρου στὶς ἀκτὲς τοῦ Ἁγίου Στεφάνου στὴν Προποντίδα. Μπροστὰ στὸ σπίτι αὐτὸ καὶ σὲ χῶρο ποὺ τὸν παρομοίαζεις μὲ μικρὴ πλατεία ὑπῆρχε ἕνα βαθὺ πηγάδι γιὰ κοινὴ χρήση.

Ἀναμνηστικὴ φωτογραφία τῆς
οἰκογ. Καλφόπουλου τοῦ 1928.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Νικ. Παλαιοπούλου).

Στὸ οἰκόπεδο ποὺ βρίσκεται δίπλα στὸ σπίτι τῶν Συμεωνίδιδων ἦταν παλιὰ τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Στ. Εὐγενίδη (Νo 7), τοῦ δικηγόρου ποὺ εἶχε τρία παιδιὰ τὸν Σταῦρο, τὴν Ἀγγελικὴ καὶ τὴ Δέσποινα. Ὅταν οἱ Τοῦρκοι τοῦ ἀπαγόρευσαν νὰ ἐξασκῇ τὸ δικηγορικό του ἐπάγγελμα, ἀσχολήθηκε μὲ ξενοδοχειακὲς ἐπιχειρήσεις. Προτοῦ τὸ σπίτι κατοικηθεῖ ἀπ᾽ τὸν Εὐγενίδη ἔμεναν ἡ οἰκογένεια Πέτρογλου μὲ τὶς τρεῖς κόρες τους τὴν Μαρίκα, τὴν Ἀρετὴ Μπαστάνκαρα καὶ τὴν Εὐδοξία. Ὅλες ἦταν δασκάλες στὴ σχολὴ τῆς Ὁδηγήτριας καὶ τοῦ Τσεγκέλκιοϊ.

Τὸ παλιὸ σπίτι τοῦ Ἀλέκου «Σαρρῆ» καὶ ἀπέναντι ἡ πολυκατοικία
ποὺ κτίσθηκε στὴ θέση τῶν πατρικῶν τοῦ Νικ. Παπαδόπουλου καὶ
Ἐλισ. Ἀλεξανδρίδη.
(Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

ΔΕΙΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ...