Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ - Β΄

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ...

Μετὰ τὸ οἰκόπεδο αὐτὸ ὀρθώνεται τὸ πατρικὸ τῆς οἰκογένειας Ἀλέκου Καλφόπουλου (Νo 9) ποὺ εἶχε τρεῖς ἀδελφὲς τὴν Κατίνα τὴ μοδίστρα, τὴν Πιπίκα, καὶ τὴν Ἀθηνᾶ ποὺ εἶχε τρεῖς γιοὺς τὸν Μιχαλάκη τὸν τεχνίτη, τὸν Παναγιώτη καὶ τὸν Πέτρο ὅλους μὲ τὸ ἐπώνυμο Γεωργιάδης. Ἡ οἰκογένεια συμπληρωνόταν μὲ τὸν μεγάλο τους ἀδελφὸ τὸν Βασίλη Καλφόπουλο, ὁ ὁποῖος ἦταν λοχαγὸς «Ἀμύνης» τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ποὺ πολεμοῦσε στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ἦταν ὅμως καὶ τεχνίτης μαραγκός. Ὅταν μετὰ τὸν πόλεμο ἦλθε στὸ χωριό, κατασκεύασαν μιὰ τρίκοπη βάρκα ὅπου ἔβαζε τὶς ἀδελφές του στὰ κουπιὰ μὲ γαλανόλευκες στολές. Κυματίζοντας ὁ ἴδιος στὴν πρύμνη τὴ γαλανόλευκη σημαία ἔκανε πολύωρη καθημερινὴ βαρκάδα στὸν κόλπο καὶ στὰ περιγιάλια τοῦ χωριοῦ, μ᾽ ἀποτέλεσμα νὰ γίνῃ ὁ στόχος τῶν Τούρκων. Γι᾽ αὐτὸ καί, ὅταν ἔγινε ἡ μεταπολίτευση στὴν Τουρκία, ὁ Ἀλέκος βρέθηκε σὲ μιὰ βραδιὰ στὴν Ἀθῆνα.

Τὸ πατρικὸ σπίτι τοῦ Νίκ. Μπάνοβιτς. (Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

Ἂν πάρουμε ἀφετηρία τὸ πηγάδι ποὺ προαναφέραμε, συναντᾶμε τὸ στενὸ δρομάκι Κουγιοῦ - σοκάκ, ποὺ διασταυρώνεται μὲ τὸ Τανρί-Βερντὶ σοκάκ, στὴ συμβολὴ τῶν ὁποίων ἦταν τὸ σπίτι τοῦ Θεοδόση καὶ τῆς Εἰρήνης Μπάνοβιτς (Νo 10), τῶν ὁποίων ὁ γιὸς Νῖκος καὶ ἡ σύζυγος του Θάλεια ἔζησαν τὸ δρᾶμα τοῦ θλιβεροῦ πνιγμοῦ τῆς πεντάχρονης κόρης τους Ἐλενίτσας ποὺ συνεκλόνισε τὴν ὁμογένεια. Κάποτε δίπλα σὲ τοῦτο τὸ σπίτι ἦταν τὸ πατρικὸ κτῖσμα τοῦ Κασὰπ - Γιάνκου (Νo 8) καὶ τῆς Σμαρῶς, ἀμέσως μετὰ τ᾽ ἀρχοντικὸ τοῦ Σταύρου Βουτυρᾶ (Νo 3), ποὺ ζοῦσε μὲ τὶς ἀδελφές του τὴν Φωτίκα καὶ τὴν Ντόμνα. Ὁ κῆπος τοῦ σπιτιοῦ ἐκτεινόταν μέχρι τὸν πίσω δρόμο καὶ συνόρευε μὲ τὸ πλαϊνὸ σπίτι τῆς οἰκογένειας Ἀναστασιάδη. Στὸ σπίτι τοῦ Βουτυρᾶ μετὰ τὴν ἐγκατάλειψη του ἀπ᾽ τοὺς ἰδιοκτῆτες του ἔμεναν ἡ οἰκογένεια Μηνᾶ Μόγια μὲ τὰ παιδιά τους Βαγγέλη, Ἀντιγόνη, Μαρίνα καὶ Εὐγενία, ἐνῶ μερικὰ χρόνια πρὶν κατοικοῦσαν ἐδῶ ὁ Δημήτρης καὶ ἡ Μαρίκα Μαυρομμάτη μὲ τὸν γιό τους Εὐτύχη, μέχρις ὅτου οἰκοδομήσουν τὸ δικό τους σπίτι στὴ συνοικία τοῦ Ἁγιάσματος. Τὰ τελευταῖα χρόνια τὸ ἐτοιμόρροπο πλέον ξύλινο αὐτὸ σπίτι κατοικήθηκε ἀπὸ τοὺς Γιῶργο καὶ Ἀλεξάνδρα Νέτσου. Τὸ οἰκόπεδο (Νo 5) ποὺ μεσολαβεῖ χρησιμοποιήθηκε μετὰ τὸ 1900 ὡς «καρακόλι» δηλαδὴ ἀστυνομικὸ τμῆμα καὶ δίπλα του εἶναι τὸ νεόκτιστο σπίτι τοῦ Μιχάλη καὶ τῆς Ἰωάννας Σουτλόγλου (Νo 7) καὶ τῆς κόρης τους Σοφίας. Ἀκολουθοῦσε τὸ πατρικὸ σπίτι τῶν Χριστίδιδων (Νo 9).

 Ὁ Νίκος Παλαιόπουλος καὶ ὁ Δημητρὸς Μουτεβελῆς μὲ
τὴν κατάλληλη ἀμφίεση, ἔτοιμοι
γιὰ πεζοπορία.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Νικ. Παλαιοπούλου).

Ὁ Δῆμος Χριστίδης εἶχε τρεῖς γιοὺς τὸν Κώστα, τὸν Χρῆστο τὸν φαρμακοποιὸ καὶ τὸν Βύρωνα. Ὁ Κώστας διετέλεσε γιὰ πολλὰ χρόνια ἐπίτροπος στὴν κοινότητα, ὁ Χρῆστος ἦταν ἀπ᾽ τοὺς πρώτους ποὺ ἦλθε στὴν Ἀθήνα καὶ εἶχε σύζυγο τὴν ἀδελφὴ τοῦ καθηγητῆ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Σκαλκέα, ἐνῶ ὁ Βύρων ποὺ ἔμεινε γιὰ λίγο διάστημα στὸ χωριὸ εἶχε δυὸ παιδιὰ τὴν Σμαρῶ καὶ τὸν Δημάκη. Ἀπέναντι στὸ σπίτι τῶν Χριστίδιδων ἔμεναν (Νo 2) οἱ μοναχικὲς ἀδελφὲς ἡ Ὁσία καὶ ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ὁ Ἀνδρέας ὁ Ζουμπούλης (Νo 4) μὲ τὴ γυναίκα του Δέσποινα, ὁ ἀριστερὸς ψάλτης τῆς ἐκκλησίας. Τὸν ἀποκαλοῦσαν ὁ «Βὶμ - Βίμ», γιὰ τὶς ἄριστες μουσικολογικές του γνώσεις. Στὸ Νo 11 τοῦ ἴδιου δρόμου διέμενε ἡ οἰκογένεια Γιώργου καὶ Θεοδοσίας Ζαχαροπούλου, ἐνῶ κολλητὸ στὸ σπίτι τοῦ ἱεροψάλτη στὸ Νo 6 ἦταν τὸ ξύλινο δίπατο σπίτι τοῦ Γιώργου καὶ τῆς Ἰουλίας Μουτεβελῆ καὶ τῆς κόρης τους Κυριακίτσας. Στὴ γωνιὰ σχεδὸν τοῦ δρόμου ἦταν τὸ ὡραῖο σπίτι μὲ τὸν περιποιημένο του κῆπο τοῦ Παντελῆ καὶ τῆς Ὄλγας Μωκόπουλου (Νo 13), ποὺ διετέλεσε ἀκούραστα γιὰ πολλὰ χρόνια πρόεδρος τῆς ἐφοροεπιτροπῆς. Ἀπέναντι καὶ σὲ γωνιακὸ κτῖσμα ποὺ εἶχε ἀπὸ κάτω μπακάλικο (Νo 11) ἔμενε ἡ Κορνηλία Γιαννούλη καὶ ἡ οἰκογένεια Δημητρίου Χαρβατοπούλου μὲ τὴν κόρη τους Δέσποινα καθὼς καὶ ὁ Γεώργιος Ἀρμάος.

Στὸ στενάκι ποὺ φέρει τ᾽ ὄνομα Οὐζούμ-ὀξοὺ καὶ καταλήγει στὸ Φαρμακεῖο τοῦ Χαλὶμ μπέϊ ἔμενε ὁ ψαρὰς ὁ Τσούφτης, ὁ Εὐθύμης Μπακάλγιαννης καὶ στὸ Νo 7 ὁ Ἀνάστασης Χατζιᾶς. Ἐδῶ ἔμενε κάποτε καὶ ἡ οἰκογένεια Γιώργου καὶ Δωροθέας Ραμαντάνογλου (Νo 4) μὲ τὰ παιδιά τους Ἡρακλὴ καὶ Μελπομένη. Στὸ (Νo 10) κοντὰ στὸν φοῦρνο κατοικοῦσε ἡ Κατίνα Τζενάρο καὶ εἶχε τὸ μαγαζί του ὁ Τσουρουκτσὴς ὁ «κουντουρᾶς». Ὁ Τζενάρο ἦταν συλλέκτης ἀντικέρ. Τὸν καλοῦσαν στὰ μουσεῖα γιὰ νὰ ἀξιολογῇ καὶ νὰ συντηρῇ τὰ σπάνια ἀντικείμενα. Σ᾽ αὐτὸ τὸ σπίτι ἕμενε καὶ ὁ φαρμακαποθηκάριος Γιάννης μὲ τὶς δύο ἀδελφές του καὶ τὴ γυναίκα του Δέσποινα, τὴν κόρη τοῦ Χριστίδη τοῦ Μουχτάρη. Κάποια χρονικὰ διαστήματα ἔμεινε σὲ τοῦτο τὸ σπίτι ὁ γραφικὸς τύπος τοῦ χωριοῦ ὁ Βαλιάνος καὶ ὁ Ζωζέπος ὁ ψαράς. Στὸ μικρὸ καὶ στενὸ δρομάκι ποὺ παρεμβάλλεται καὶ ἔχει τὸ ὄνομα Τσεγκέλογλου σοκὰκ ἔμεναν οἱ Ἠπειρῶτες Κωνσταντῖνος καὶ Εὐδοξία Τσούβαλη (Νo 2), ἐνῶ στὸ παρακείμενο σπίτι (Νo 6) κατοικοῦσαν οἱ οἰκογένειες Σπύρου καὶ Αἰκατερίνης Ἰγγλέση καθὼς καὶ ὁ Γιῶργος καὶ Ἑλένη Δελαρόκα.

Κάνοντας κάποια πισωδρόμηση βγαίνει κανεὶς στὴν ὁδὸ Τανριβερντὶ καὶ συγκεκριμένα στὸ παλιὸ πατρικὸ σπίτι τοῦ Ἀναστασιάδη (Νo 12), ὅπου τὸ 1922 ἕμενε ἡ οἰκογένεια τοῦ καθηγητοῦ ζωγραφικῆς κ. Ἀποστόλου, τοῦ ὁποίου ὁ πατέρας ἦταν διευθυντὴς τῆς Σχολῆς τοῦ Τσεγκέλκιοϊ. Ἀργότερα ἔμειναν ἐδῶ ἡ οἰκογένεια Λευκοχειρίδη καὶ ἡ οἰκογένεια Χαβιαρόπουλου. Προτοῦ κατεδαφισθεῖ κατοικήθηκε ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Κωνσταντίνου καὶ Ἀναστασίας Κωνσταντινίδη, μέχρις ὅτου κτίσουν τὸ δικό τους οἴκημα.

Τὸ ἀνηφορικὸ δρομάκι ποὺ ὁδηγεῖ
στὴ συνοικία Ἁγιάσματος, ὅπου βρισκόταν τὸ παλιὸ σπίτι τῶν ἀδελφῶν Ἀθανασιάδη.
(Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

Ἐκεῖ ὅπου ἄρχιζε τὸ Μεσερὲτ σοκὰκ στὸ Νo 6 ἦταν τὸ τριώροφο σπίτι μὲ τὸν μεγάλο κῆπο τοῦ Νικόλα καὶ τῆς Φρόσως Παπαδοπούλου τοῦ λαδέμπορα, ὅπου ἔμεναν μὲ τὸν γιό τους Ὄθωνα τὸν αἰσθητικὸ καὶ ἐπανορθωτικὸ χειροῦργο ἰατρό, ἐπίκουρο καθηγητὴ στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Στὸν ἐπάνω ὄροφο γιὰ ἀρκετὰ χρόνια ἔμεινε ὁ ζωγράφος ἁγιογράφος Νῖκος Παλαιόπουλος μὲ τὴν σύζυγο τοῦ Αἰκατερίνη καὶ τὰ παιδιά του Γιῶργο καὶ Ρέα, ποὺ σήμερα εἶναι καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ἀργότερα τὸ σπίτι κατοικήθηκε ἀπὸ τὸν Ἱερέα Ἀντώνη Καραγιαννίδη ποὺ εἶχε κόρη του τὴν Ἔφη καὶ ἦταν ἀδελφὸς τῆς Φρόσως Παπαδοπούλου.

Τοῦτο τὸ σπίτι ὅμως πρωτοκατοικήθηκε ἀπὸ τοὺς προαναφερόμενους ἰδιοκτῆτες καὶ ἐνοίκους ποὺ ἀνῆκε στοὺς ἀδελφοὺς Ἀναστασιάδιδες. Μέχρι τὸ 1924 σὰν ἔνοικοι ἔμεναν οἱ οἰκογένειες Γιώργου Κοτζαμάνογλου τὸ γένος Μπακὰλ - Λαζαρὶ -Καναρόπουλου μὲ τὰ τρία τους παιδιὰ τὸν Κωνσταντῖνο, Εὐριπίδη καὶ τὴν Ἕλλη. Ὅταν οἱ ἀδελφοὶ Παῦλος καὶ Θρασύβουλος Ἀθανασιάδης μὲ τὶς δύο κόρες τους τὴν Ἥβη καὶ τὴν Ἄννα ἐγκαταστάθηκαν τὸ 1926 στὴν Ἀθήνα καὶ ἐπεδόθηκαν σ᾽ ἐπιχειρήσεις μὲ ἀντικείμενο τὸ ἀλουμίνιο καὶ τὶς λαμαρίνες, διέπρεψαν στὶς ἐξαγωγὲς μὲ τὰ προϊόντα ἐργοστασίου τους ποὺ εἶχε τὴν ἐπωνυμία «ΛΕΟΝΤΟΣ» στὸ Νέο Φάληρο. Αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ στὴν οἰκογένεια Ἀθανασιάδη συνδέεται μὲ κάποιο γεγονὸς ποὺ συνέβηκε μιὰ μέρα μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ κατοχικὰ στρατεύματα στὸ Παλαιὸ Φάληρο. Στὶς 11 τὸ πρωὶ καί, ἐνῶ ἀποχωροῦσαν οἱ τελευταῖοι Γερμανοὶ στρατιῶτες, θέλοντας ν᾽ ἀφήσουν τὰ ἴχνη τους στὴν πλατεία τοῦ Φλοίσβου, τουφέκισαν ἐν ψυχρῷ τὴν μικρὴ Ἥβη Ἀθανασιάδη καὶ τὴν σκότωσαν. Στὴ μνήμη της οἱ ἀδελφοὶ Ἀθανασιάδη δαπάνησαν τὸ μεγάλο χρηματικὸ ποσὸ ποὺ ἀπαιτεῖτο γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ θόλου, τῆς πλακόστρωσης μὲ μάρμαρο καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου τὸ 1948 - 1950. Ὁ Δῆμος Παλαιοῦ Φαλήρου ἐκτιμῶντας τὴν μεγαλόπνοη προσφορὰ τῶν Τσεγκελκιωτῶν ἀδελφῶν, ἔδωσε τὸ ὄνομα τῆς ἀδικοχαμένης Ἥβης σὲ κεντρικὸ δρόμο τοῦ Φαλήρου, ποὺ μᾶς γεμίζει μὲ τὸ ἄκουσμα του ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸ παρελθόν.

Τὸ γραφικὸ «χαμάμ» τοῦ Τσεγκέλκιοϊ, ποὺ κατεδαφίστηκε τὸ 1948 καὶ ἀποτυπώθηκε, ὅπως ἦταν τότε, ἀπὸ τὴν πέννα τοῦ Νικ. Παλαιοπούλου.

Δίπλα στὸ σπίτι αὐτὸ βρισκόταν τ᾽ ἀρχοντικὸ τοῦ Ἀλέξανδρου καὶ τῆς Ἐλισάβετ Ἀλεξανδρίδου (Νo 2) τὸ γένος Κρίδα. Ὁ παππούς της ἦταν ὁ Μόσχος ὁ ξάδελφος τοῦ Βουτυρᾶ. Ἡ Ἐλισάβετ εἶχε μιὰ κόρη τὴν Μελπομένη Καρδερίνη, ἐνῶ στὸ τριώροφο σπίτι ἔμενε καὶ ἡ Πουλχερία Ντάντου ἀπὸ τὴν Προποντίδα. Δίπλα κολλητὸ ἦταν τὸ σπίτι τῆς Εὐγενίας Βασιλάτου (Νo 15) τῆς μοναχοκόρης τοῦ Στράτου καὶ τῆς Θεανῶς Ἀλεξανδρίδη ποὺ εἶχαν ζαχαροπλαστεῖο στὸ Σίρκετζι. Εἶχε δυὸ ἀγόρια τὸν Σταῦρο καὶ τὸν Στράτο. Τὸ ἀμέσως παρακείμενο οἰκόπεδο ἀνῆκε στὸν Μιλτιάδη καὶ κάποτε ἦταν ἀποθήκη ξυλεμπορίου (Νo 19). Εἶχε στὸ βάθος ἕνα παλιὸ ξύλινο οἴκημα στὸ ὁποῖο ἔμεναν ὁ Σπῦρος καὶ ἡ Εὐγενία Κόλλια καὶ στὸ (Νo 21) ἦταν τὸ σπίτι τοῦ Φίλιππα καὶ τῆς Μαρίκας τῆς Καμπουρίτσας. Τὸ σπίτι αὐτὸ εἶναι δωρητήριο στὰ Ἑλληνικὰ νοσοκομεῖα τοῦ Μπαλουκλῆ, καὶ ὡς ἔνοικοι ἔμεναν ἡ Βικτωρία Κοσμίδη μὲ τὸν ἐγγονό της Ἀλέξανδρο (Νo 17).

Μὲ τὸν γεμάτο ἀπὸ πολύχρωμα ἄνθη κῆπο τοῦ Ζηνόβιου Κυριακίδη νὰ ἐκτείνεται μέχρι τὴν συνοικία τοῦ ἁγιάσματος (Νo 19) τελειώνει ἡ περιγραφὴ τῆς κεντρικῆς συνοικίας τοῦ χωριοῦ, ποὺ ἦταν ἀρκετὰ πολυάριθμη σὲ κατοίκους καὶ πολυσύχναστη, γιατί περιλάμβανε τὸ «παζάρι» δηλαδὴ τὴν κεντρικὴ ἀγορὰ τοῦ χωριοῦ.

Κάπως ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν συνοικία αὐτὴ βρίσκεται ἡ περιοχὴ ὅπου κάποτε ὑπῆρχε τὸ μεγάλο λουτρὸ «χαμάμι » τοῦ χωριοῦ.

Τσεγκελκιῶτες νέοι στὸν νυμφοπάζαρο τὸ 1945. Διακρίνονται Γιῶργος, Φοῖβος, Ὀρέστης Τσατσόπουλος καὶ Κώστας Κωνσταντινίδης. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Γ. Τσατσοπούλου).

Ἡ βρύση ποὺ ὑπάρχει σήμερα εἶναι κτῖσμα τοῦ Mehmet Husrev Pasa καὶ φέρει ἡμερομηνία κατασκευῆς τὸ 1854. Τότε ὑπῆρχε καὶ τὸ περίφημο λουτρὸ ποὺ προοριζόταν χωριστὰ γιὰ τοὺς ἄνδρες καὶ χωριστὰ γιὰ τὶς γυναῖκες σὲ δύο τμήματα καὶ εἶχε οἰκοδομηθεῖ ἀπὸ τὸν Yusuf Ziya Paşa. Τὸ ἀπαιτούμενο γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν λουομένων, νερό, διοχετευότανε ἀπὸ τὶς πλαγιὲς τοῦ ὄρους Τσάμλιτζα μὲ ἀγωγοὺς ἀπὸ τὶς πολλὲς πηγὲς ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ. Ἡ προτίμηση τῶν χωριανῶν γιὰ καθαριότητα σὲ τοῦτο τὸ λουτρὸ ἐνισχυόταν καὶ ἀπὸ τὴν καλὴ ποιότητα τοῦ καθαροῦ νεροῦ ποὺ εἶχε. «Διακρίνεται πασῶν τῶν πηγῶν ἡ πεφημισμένη Τσάμλιτζα ὡς τὸ ἄριστον καὶ πολυτιμότατον ὕδωρ περιέχουσα» λέει σύγχρονος περιηγητὴς ποὺ προφανῶς δοκίμασε τὴ δροσιστικὴ πνοὴ τῶν πηγῶν αὐτῶν.

Τὸ λουτρὸ βρισκόταν μεταξὺ τῶν δρόμων Τσεγκέλογλου καὶ Μαντάλ. Τὸ 1918 ἀνέστειλε τὴν λειτουργία του καὶ τὸ 1948 κατεδαφίστηκε τελείως. Εἶχε εὐρύχωρη εἴσοδο, μεγάλο λουτρώνα μὲ δώδεκα ἀτομικὲς γοῦρνες καὶ πολλοὺς κοινόχρηστους χώρους.

Στὸν μικρὸ δρόμο τῆς συνοικίας αὐτῆς στὸ Κερεστὲ σοκὰκ ἔμεναν οἱ οἰκογένειες Ἀντωνίου καὶ Μακρίνας Κιρτζόγλου (Νo 1) ὁ αὐγουλᾶς ποὺ εἶχε τρία παιδιὰ τὸν Γιώργο, τὸν Πρόδρομο καὶ τὴν Μαρίκα, ποὺ μὲ τὸν σύζυγο της Ἀνάσταση (Τάσο) καὶ τὰ δύο τους παιδιὰ τὴ Νίνα καὶ τὸν Βελισσάριο ἔμειναν γιὰ πολλὰ χρόνια στὸ χωριό.

Τὸ μέσο συγκοινωνίας τοῦ 1940. Ὁ γαϊδουράκος ποὺ μεταφέρει ἀγέρωχος
τὸν μικρὸ Μιχαλάκη Γεωργιάδη.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Νικ. Παλαιοπούλου).

Τὸ ἀπέναντι σπίτι (Νo 2) κατοικεῖτο ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Βασίλη καὶ Σμαρῶ Ἀσλάνογλου, ἐνῶ ἔξω εἶχε καὶ τὸ μαγαζί του ὁ Ἠλίας Τσαλίκης ὁ Σόμπατζης (ὑδραυλικός). Ἀπὸ τὸ παλιὸ λουτρὸ ξεκινοῦσε ὁ δρόμος Μαντὰλ σοκὰκ ὅπου ἔμεναν οἱ οἰκογένειες Ἠλία καὶ Λευκοθέας Ὄζκοτς (Νo 3) Ἀλβανικῆς καταγωγῆς καὶ ὁ Βασίλης Ὄζκοτς. Στὸ ἴδιο σπίτι στὸν δεύτερο ὄροφο ἔμενε ἡ οἰκογένεια Λουκᾶ καὶ Φράγκως Κουλετζῆ μὲ τὰ τρία τους παιδιὰ τὴν Σωτηρία, τὸν Χρυσόστομο καὶ τὴν Βαρβάρα. Στὸ ἰσόγειο τοῦ ἴδιου σπιτιοῦ ἔμενε καὶ ἡ Εὐριδίκη Μπαλουκτσόγλου, κόρη τοῦ Κώστα Ζάκου ποὺ τὸν ἀποκαλούσαν «Κιρκγιαλάνι». Τὸ ξύλινο αὐτὸ οἴκημα ἦταν δωρητήριο στὴν κοινότητα ἀπὸ τὴν Κατίνα Ζακοπούλου τὴν μεγάλη εὐεργέτιδα.

Φτάνοντας στὸ τζαμί, ποὺ βρίσκεται στὸ κέντρο της ἐπάνω πλατείας ὑπάρχει τὸ σπίτι τῶν ἀδελφῶν Μαρίας καὶ Κατίνας Μερκούρογλου, ποὺ γιὰ πολλὰ χρόνια ἐτέλεσε παιδονόμος στὸ σχολεῖο τοῦ χωριοῦ. Ἕμενε μὲ τὸ γιό της Κῶτσο καὶ τὴν κόρη της Ἄννα Τσαλίκη, ἐνῶ ἡ Κατίνα εἶχε δύο κόρες τὴ Βάσω καὶ τὴν Πολυξένη.

Κοντὰ στὸ τζαμὶ στὰ «Ἀραϊτζίδικα», ὅπως τ᾽ ἀποκαλοῦσαν, παραθέριζε καὶ ὁ Μητροπολίτης Κολωνίας Γαβριὴλ στὸ σπίτι τῆς θείας του, ποὺ ἦταν ἰδιοκτήτρια τοῦ ἐργοστασίου κονσερβοποιίας «Ἰντεάλ». 

  Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης