Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΚΟΥΛΕΛΙ - Β΄

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ...

Τὴν ἐποχὴ τοῦ Σουλτάνου Ἀμπντουλεμτζὶτ (1839 - 1861) οἱ ἐγκαταστάσεις ἔγιναν παρανάλωμα τοῦ πυρὸς τότε ποὺ ἐπεχείρησαν ἐξέγερση οἱ στρατιωτικοὶ μὲ σκοπὸ ν᾽ ἀνατρέψουν τὸν Σουλτάνο. Στὴν Ὀθωμανικὴ ἱστορία τὸ γεγονὸς ἀναφέρεται σὰν «Κούλελι βακασὶ» δηλαδὴ «Στάση ἢ Συμβάντου Κουλά». Μετὰ τὴν ἐπισκευὴ τῶν ζημιῶν καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου δεύτερη μεγάλη πυρκαγιὰ κατέστρεφε τὰ πάντα. Ἀπὸ τὸ 1872 μὲ νέο ἀρχιτεκτονικὸ σχῆμα πλέον λειτουργοῦν οἱ σημερινὲς ἐγκαταστάσεις ὡς Στρατιωτικὴ Ἀκαδημία, μὲ τ᾽ ὄνομα Kuleli Askeri Idadisi, ἐνῷ με τὴν ἐγκατάσταση τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας πῆρε τὸ σημερινό του ὄνομα "Kuleli Askeri Lisesi".
 
Σὲ κάποια χρονικὴ περίοδο τοῦ 1838 ἡ σχολὴ ἐκκενώθηκε καὶ χρησιμοποιήθηκε ὡς λοιμοκαθαρτήριο γιὰ τὶς ἀνάγκες ἀντιμετώπισης τῆς λοιμώδους ἐπιδημίας ποὺ ἐνέκυψε στὴν Κων/πολη καὶ ἔγινε ἀφορμὴ νὰ πεθάνουν χιλιάδες λαοῦ. Θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε ἐδῶ πὼς σὲ θέματα κοινωνικῆς πρόνοιας, ὅπου ὑστεροῦσε πολὺ ἡ Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία, τὸ λοιμοκαθαρτήριο τοῦ Kuleli ἀποτέλεσε τὸ πρῶτο νοσηλευτικὸ ἵδρυμα ποὺ τέθηκε ἀπὸ πλευρὰς κράτους γιὰ τὴν περίθαλψη τοῦ κοινοῦ.
 
Ὁ Κουλάς ὅμως, ὅπως τὸν ἀποκαλοῦσαν οἱ Ῥωμιοί, ἀποτελοῦσε τὸ «ἠσυχαστήριο» τῶν Τσεγκελκιωτῶν. Μακρυὰ ἀπὸ τὴν πολυκοσμία, κοντὰ στὴ γαλήνια θάλασσα, ὅπου ὁ Βόσπορος σχηματίζει μία φυσικὴ ἐσοχὴ καὶ στὸ κατάφυτο ἀπὸ δένδρα λιβάδι του, ὁ Κουλὰς πολὺ γρήγορα ἔγινε πόλος ἔλξης τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐπεδίωκαν τὴν ξεκούραση καὶ τὴν ξεγνοιασιά. Εἶχε ἕνα καφενεδάκι, τοῦ Σοφοκλὴ τοῦ καφετζή, ὄχι ἀπ᾽ αὐτὰ τὰ συνηθισμένα. Ἕνα καφενεδάκι θὰ λέγαμε φιλολογικό. Ἐδῶ σύχναζαν οἱ ἐγγράμματοι, οἱ διανοούμενοι τοῦ χωριοῦ καὶ συζητοῦσαν ὦρες ἀτελείωτες τὰ θέματα ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσαν. Παρακολουθοῦσαν ὅμως καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὀποῖο οἱ ψαράδες ἔπιαναν τοὺς κέφαλους. Ἦταν ὡραῖο τὸ θέαμα νὰ βλέπῃ κανείς πὼς ἐγκλώβιζαν τὰ κοπάδια μὲ μία μέθοδο ποὺ τὴν ἀποκαλοῦσαν «Τσαρντὰκ νταλιανί».
 
Ἦταν δημιουργημένη στὰ ὑψώματα τοῦ Κουλὰ μία μικρὴ ἀλλὰ σημαντικὴ ἑλληνικὴ συνοικία ποὺ δέσποζε στὸν Βόσπορο σὲ τρεῖς συστοιχίες κατοικιῶν. 
 
Ἀεροφωτογραφία τῆς Σχολῆς τοῦ Στρατοῦ καὶ τῆς περιοχῆς τοῦ Κούλελι τοῦ 1939.  (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Νικ. Παλαιόπουλου).
 
Ἀνηφορίζοντας σὲ τούτη τὴν κεντροαπόκεντρη γειτονιὰ μὲ τὸ πέτρινο χαρακτηριστικό του δρομάκι συναντοῦσε κανεὶς στὴν δεξιὰ πλευρὰ τὸ σπίτι τοῦ Ξεντὲ τὸ ὀποῖο ἀγοράσθηκε τὸ 1950 ἀπὸ τὸν πρόκριτο Τοῦρκο Ζιγιὰ μπέϊ ἀκολουθοῦσε τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Κατραβέλη, ὅπου ἕμενε κάποτε καὶ ἡ οἰκογένεια Λιαροῦ. Τὸ 1922 ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τὸν φόβο τ᾽ ἀρχοντικὸ τοῦ Μπογιατζόγλου, ὅταν ἔγινε ἡ ἀνακωχή. Ἦταν συγκρότημα δύο ὁμοίων σπιτιῶν, ποὺ ἡ κατασκευή τους δημιουργοῦσε αἴσθηση ἀρχοντιᾶς. Ἀμέσως μετὰ ἦταν ἡ ἔπαυλη τοῦ Στρατὴ Πασὰ Φωτιάδη τοῦ γιατροῦ μὲ τὰ πολλὰ ἀξιώματα καὶ τοὺς ἀμέτρητους τίτλους. Σὲ τοῦτο τὸ ξύλινο οἴκημα ἕμενε κυρίως γιὰ παραθερισμὸ ὁ Μητροπολίτης Περγάμου μὲ τὶς ἀδελφές του τὴν Ἄννα Στουπάκη καὶ τὴν Μαργαρίτα Βασιλειάδη. Τὸ τέλος τοῦ δρόμου τὸ σηματοδοτοῦσε ἕνας μεγάλος πλάτανος, ποὺ ὁ ἴσκιος του προσέδιδε αἴσθημα δροσιᾶς καὶ ἀνακούφισης.
 
Στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ ἰδίου δρόμου ἦταν τὸ πατρικὸ τοῦ Πέτρου Κανάκη. Ἦταν τριώροφο καὶ ἔμεναν ὁ Δημίδης Κων/νος, ποὺ εἶχε ζαχαροπλαστεῖο καθὼς καὶ ὁ Παντελὴς Βαφειάδης ὁ φαρμακοποιός, ποὺ εἶχε τὸ φαρμακοπολεῖο του στὸ Μεσάχωρο (Ὀρτάκιοϊ), μὲ τὸ προηγούμενο γειτνίαζε τ᾽ ἀρχοντικὸ τοῦ Τσαντζάρη ποὺ εἶχε γαμπρὸ τὸν Σεργιάδη τὸν ἰδιοκτήτη τοῦ περίφημου Ἑλληνικοῦ βιβλιοπωλείου τῆς Πόλης, ἐνῷ ἀκολουθοῦσε τὸ σπίτι τοῦ Λειβαδᾶ, ὅπου ἔμεναν τὰ δύο ἀδέλφια ὁ Ἡρακλῆς καὶ ἡ Ἑλένη, ἡ ὁποία εἶχε ἔντονη δράση στὴν ἀνακωχὴ καὶ ἦταν πολύτιμη συνεργάτιδα γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτες.
 
Πάνω ἀπὸ τοῦτο τὸ δρόμο ὑπῆρχε καὶ μία τρίτη συστοιχία κατοικιῶν (Χαστανὲ σοκάκι) ἀπ᾽ ὅπου κανεὶς ἔβλεπε κατάφατσα τὸ τὶ διαδραματιζόταν στὰ ἐσωτερικὰ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς. Ἀκολουθοῦσε τὸ παλιὸ κτῖσμα τοῦ ἀρχαιολόγου Καλίτση, ποὺ ἔμεινε στὸ σπίτι αὐτὸ μέχρι τὸ 1926, ἐνῷ μετὰ κατοικήθηκε ἀπὸ τὸν πατέρα Γεώργιο τὸν Οἰκονόμο τῶν Πατριαρχείων τὸν κατὰ κόσμο Ἀναστασιάδη, ποὺ ἦταν καὶ καθηγητὴς στὴν Ἱερὰ Θεολογικὴ Σχολὴ Χάλκης. Θὰ μένει στοὺς χωριανοὺς ἀξέχαστη ἡ χαρακτηριστική του φυσιογνωμία, ὅταν στὴ Δεύτερη Ἀνάσταση διάβαζε τὸ Σερβικὸ εὐαγγέλιο.
 
Ἀμέσως μετὰ ἦταν τὸ πατρικὸ σπίτι τῆς οἰκογένειας Κουρτίδη. Ἐγγράμματος ἄνθρωπος ὁ ἴδιος κατάφερε νὰ εἶναι ὁ ὑπεύθυνος ἀποθηκάριος καὶ διαχειριστὴς τῆς ἀποθήκης κάρβουνων τοῦ κρατικοῦ μονοπωλίου ποὺ βρισκότανε σὲ μικρὴ ἀπόσπαση ἀπ᾽ τὸ σπίτι του στὴν παραλία τοῦ Τσεγκέλκιοϊ. Δίπλα ἦταν τὸ σπίτι τῆς Ἑλένης Καλφοπούλου καὶ ἀμέσως μετὰ τὸ ξύλινο σπίτι τῆς Ἐλισσάβετ Τσάντζαλη, ποὺ ἐνῷ τὸ δώρισε στὴ διαθήκη της στὴν Κοινότητα, ἀπὸ κάποιες παραλείψεις καὶ κακοὺς χειρισμοὺς ἡ κοινότητα δὲν μπόρεσε νὰ τὸ ἀποκτήσῃ, γιὰ νὰ χαθῇ ἔτσι κάποιο σημαντικὸ γι᾽ αὐτὴν περιουσιακὸ στοιχεῖο. Ἀκολουθοῦσε τὸ πατρικὸ οἴκημα τοῦ Ἀνδρέα Κανάκη, ποὺ σήμερα ἔχει τὸ ὁμώνυμο ζαχαροπλαστεῖο στὸ Παγκράτι. Ἃς ἀναφέρουμε ὅτι ἡ σύζυγος του ἦταν ἀνιψιὰ τοῦ Πατριάρχη Κων/πόλεως Βενιαμίν. Τέλος ἦταν τὸ σπίτι τῆς οἰκογένειας Ἀρίστου καὶ Φαίδρας Γαλανοῦ μὲ τὰ δυό τους παιδιὰ τὸν Χρῆστο καὶ τὸν Φώτη.
 
Τὰ περισσότερα ἀπ᾽ τὰ σπίτια ποὺ ἀναφέρθηκε κατοικήθηκαν ἔντονα ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτῆτες τους μέχρι τὸ 1930. Ἀργότερα χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ἀπὸ τοὺς παραθεριστές, ποὺ ὅμως κὶ αὐτοὶ συνδέθηκαν μὲ τὸν τόπο καὶ τοὺς ἀνθρώπους του καὶ ἔγιναν μόνιμοι στὴ συνείδηση Τσεγκελκιῶτες.
 
Μερικοὶ ἀπ᾽ αὐτοὺς εἶναι ὁ Γ. Διολέτης ὁ διανοούμενος καὶ ὁ Ἀβραὰμ Μπουζελέκ.
 
Τὸ μονοπάτι ποὺ ἀκολουθεῖ καὶ περνάει ἀπ᾽ τὰ κάτω μέρη τοῦ λόφου, ὅπου δεσπόζει τὸ παλάτι τοῦ Βαχντεττίν, ὁδηγεῖ στὸν συνοικισμὸ τοῦ Ἁγιάσματος. Στὸν ἀμέσως παράλληλο μὲ τὸ λοφάκι τῶν νεκροταφείων δρόμο ὑπήρχαν σπίτια, κυρίως τούρκων, ὅπου ὅμως παραθέριζαν ἐπώνυμοι ρωμηοί.
 
Ἀπὸ τὶς σελίδες ἀναμνήσεων τοῦ ζωγράφου Νίκου Παλαιόπουλου προκύπτει γιὰ τὸ τμῆμα αὐτὸ τοῦ χωρίου τὸ παρακάτω σημείωμα. 
 

Ἡ ἐπιστράτευση τῶν 40 ἡλικιῶν ὑποχρέωσε πολλοὺς Τσεγκελκιῶτες νὰ ὑπηρετήσουν τὴν ἔκτακτη θητεία τους σὲ μακρινοὺς τόπους.
Μερικοὶ ἀπ᾽ αὐτοὺς ὅταν ἐπέστρεψαν τὸν Ἰούλιο τοῦ 1940 γιὰ ὁλιγοήμερη ἄδεια στὸ χωριὸ ἔβγαλαν αὐτὴ τὴν ἀναμνηστικὴ φωτογραφία. Διακρίνονται: Γιῶργος Μπαρτανκάρας, Εὐτύχης Μαυρομάτης, Χαράλαμπος Ἀναοτασιάδης, Κώστας Κωνσταντινίδης, Χρῆστος Κωνσταντινίδης, Μιχάλης Παγιώτης κ.ἄ.

 
«Στο Τσεγκιέλκιοϊ ὅπου βρέθηκα μετὰ μερικὲς μέρες στὶς θειές μου, τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά. Οἱ  Ῥωμιοὶ συνεσταλμένοι, κάπως, περιορισμένοι στὶς ἐκδηλώσεις τους, γιατὶ στὰ βουνὰ τοῦ ἀνατολικοῦ Βοσπόρου φάνηκαν ἀντάρτες Τοῦρκοι. Μία νύχτα κατέβηκαν στὰ πίσω σπίτια τοῦ Γενίμαχαλε καὶ ἀπήγαγαν τὸν Θεοδόση, ἀδελφὸ τῆς Κορνηλίας Ἀπέργη.
 
Ἀπέναντι ὅμως στὴν Εὐρωπαϊκὴ ἀκτὴ εἶναι τὸ Μέγα Ῥεῦμα, τὸ χωριὸ τοῦ ξακουσμένου ἡρωϊσμοῦ.
 
Εἶχα ἀνέβη στὰ ὑψώματα τοῦ Κουλὰ κάτω ἀπὸ τὸ σαράϊ τοῦ διαδόχου Βαχντεττὶν νὰ πετάξῳ τὸν ἀετό μου, οὐτσουρμὰ ὅπως τὸν λέγαμε, καὶ ποὺ δὲν μ᾽ ἐμάζευε κανένας νὰ τὸν φέρω ἀπὸ τὰ Ψωμαθιά, ἄσπρο καὶ γαλάζιο σχῆμα σταυροῦ ἑλληνικοῦ, μὰ ποὺ ὁ θεῖος Ἀλέκος ἤθελε νὰ μοῦ τὸν σχίσῃ γιᾲ νὰ μὴν βροῦμε κανένα μπελᾶ.
 
Ἀντίκρυ στὸ Μέγα Ῥεῦμα παρατηρῶ μία ἐξαιρετικὴ κίνηση.
 
Ἡ καμπάνα τοῦ Ταξιάρχη ἠχολογάει σὰν τρελλή... βλέπω πλῆθος, μερμήγκια νὰ μαζεύεται στὸ μουράγιο μπροστὰ στὸ ρέμα καὶ στὰ καζίνα.
 
Στρέφω νὰ δῶ καὶ πίσω κατὰ τὸ χωριὸ μας, μὰ δὲν βλέπω τίποτε.
 
Καὶ ξαφνικὰ παρουσιάζεται, νὰ τὸν ἀνεβαίνῃ τὸ Βόσπορο, ἡ ἐλπίδα τῆς Ῥωμηοσύνης. Ὁ Θρυλικὸς Ἀβέρωφ περνᾶ μεγαλόπρεπα κὶ ἀνεβαίνει κατὰ τὴν Μαύρη θάλασσα. 
 
ΒΟΣΠΟΡΟΣ
 
Ἔμεινα καὶ κοίταζα, κὶ ἡ παιδικὴ ψυχή μου γονάτισε, τὰ χέρια μου ἄφησαν στὴν ἀρχὴ καλούμπα τὸν ἀετό, ὁ ἀετὸς ἔχασε τὴν ἰσορροπία του, ἐγεῖρε ὁ σταυρός του μπροστά, κὶ ἄρχισε νὰ πέφτῃ σὰν νὰ ἤθελε κὶ αὐτὸς νὰ προσκυνήσῃ.
 
Ὅταν τὸ περίφημο θωρηκτὸ ἔφθασε μπροστὰ στὸν Ταξιάρχη μὲ τοὺς ναῦτες του παρατεγμένους στὸ κατάστρωμά του θέλοντας νὰ τιμήσουν τὸ ἡρωϊκὸ χωριὸ τοῦ Βοσπόρου τὸ ἀθάνατο Μέγα Ῥεῦμα, ἔβγαλε ἕνα παρατεταγμένο σφύριγμα καὶ τότε κατάλαβα γιατὶ οἱ τούρκισσες μάνες φοβερίζοντας τὰ παιδιά τους, ὅταν ἀτακτοῦσαν, τὰ ἔλεγαν: Ἀβέρωφ γκελίορ (ἔρχεται ὁ Ἀβέρωφ).
 
Τὸ σφύριγμα ἦταν κάτι τὸ ἀσυνήθιστο ποὺ ἀντιλάλησε στὶς δὺο πλαγιὲς τοῦ Βοσπόρου ἀπὸ τὸ Κανδιλὶ ὡς τὸ Νιχώρι, κὶ ἐνώθηκε μὲ τὴν ἔξαλλη κωδωνοκρουσία τοῦ Ταξιάρχη καὶ μὲ τὰ «Ζήτω» τοῦ κόσμου ποὺ ἦταν μία μαύρη ἀνθρωποθάλασσα ἀπέναντι ἐκεῖ, στὸν Μασκαρὰ ἀκιντισί.
 
Τὸ βραδὺ στὸ χωριό μας ἡ κινήσῃ ἦταν ἀσυνήθιστη καὶ ἠλεκτρισμένη.
 
Πιάσανε τὸ Βαλιάνο, ἕνα τύπο τοῦ χωριοῦ καὶ τὸν πήγανε στὸ (καρακόλι) στὴν ἀστυνομία, γιατὶ αὐτός ποὺ ποτέ του δὲν ἀντίκρισε τὴν Ἑλλάδα, μὰ ποὺ εἶχε ἑλληνικὴ ψυχή, γεννημένος στὸ Βόσπορο, τραγούδησε:
Φῦσα βοριά μου φῦσα
Φούσκωνε τὰ πανιὰ
καὶ φέρε τὸν Ἀβέρωφ
στὶς Πόλης τὰ νερά.
 
Ἔφαγε ἕνα καλὸ ξύλο ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἀστυνομικοὺς καὶ ἀργὸτερα τὸν ἄφησαν. Οἱ μεγάλοι μας ἔλεγαν: Ἐσεῖς κλειστὸ τὸ στόμα σας, γιατὶ εἴδατε τὶ ἔπαθε ὁ Βαλιάνος».
 
Ἐγὼ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ζωγράφιζα τὸν Ἀβέρωφ πάνω στὰ καλύμματα τοῦ ἀναγνωστικοῦ μου, πάνω στα τετράδιά μου κρυφὰ στὸν πίνακα τῆς τάξης μας, καί.... ἀκολούθησε ἡ μεγάλη πίκρα τοῦ ξεριζωμοῦ καὶ τῆς ὁλοκληρωτικῆς καταστροφῆς.
 
Τὰ χρόνια πέρασαν, οἱ Τούρκοι ἀποφάσισαν καὶ στὰ νεώτερα χρόνια νὰ ξεκαθαρίσουν ὅλη τὴν περιοχὴ τῆς Πόλης καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Θρᾴκης ἀπ᾽ τὴν Ῥωμηοσύνη....».

 Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης