Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ

Ὁδικός καὶ γεωγραφικὸς χάρτης τοῦ Τσεγκέλκιοΐ καὶ οἱ διάφορες
συνοικίες τοῦ χωριοῦ.

Γιὰ νὰ νιώσῃ κανεὶς τὸν χορτασμὸ τῆς αἰσθητικῆς εὐφροσύνης, πρέπει ν᾽ ἀγναντέψῃ τ᾽ ἀρχοντικὰ ποὺ θαμποφέγγουν κολλητὰ στὰ Βοσπορινὰ νερά. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Σουλτάνου Σελὶμ Β´ (1566 — 1574) ὅλα σχεδὸν τὰ « γιαλιὰ » ἦταν Ἑλληνικά. Τοῦ Πάντσου, τοῦ Ἰσάκου, τοῦ Θανάση Καϊταντζίογλου, τοῦ Ἰατροῦ Νικόλα, τοῦ Καλαντζή, τοῦ Κάλφα Γιώργη, ἦτaν μὲ τὴ σειρᾶ ποὺ διακρινόταν μὲ κατεύθυνση ἀπὸ τὸ Μπεϊλὲρ - μπέϊ μέχρι τὴ σημερινὴ ἀποβάθρα. Ἀπ' ἐδῶ καὶ μετὰ ἀκολουθοῦσαν τὰ θέρετρα τοῦ Ἀνδρέα Καλπακτσῆ, τοῦ Δημητράκη καὶ τοῦ Ἀντώνη Κιουτσούκογλου. Μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ Σουλτάνου Μαχμοὺτ Α´ (1730 - 1754) δὲν ἔγινε σοβαρὴ ἀλλοίωση στὶς Ἑλληνικὲς αὐτὲς περιουσίες.

Ἔμελλε ὅμως ν᾽ ἀλλάξουν οἱ καιροὶ καὶ μαζί τους οἱ νοοτροπίες. Ἕνα - ἕνα τ᾽ ἀρχοντικὰ ἄρχισαν νὰ περιέρχονται στὰ χέρια τῶν Ὀθωμανῶν προκρίτων, ἐνῷ καινούρια κτίσματα πύκνωσαν τὰ παράλια ποὺ μέχρι τότε ἀνάσαιναν ἔτσι ὅπως ἦταν ἀραιοβαλμένα. Κάποιος ἄγραφος νόμος τοῦ 18ου αἰῶνα καθιέρωσε καὶ χρῶμα βαφῆς τῶν κτιρίων ἀνάλογα μὲ τὴν ἐθνικότητα. Τὰ ἑλληνικὰ βάφονταν γκρίζα καὶ τὰ Ὀθωμανικὰ ἄσπρα ἢ πράσινα.
 
 

Τὸ παλιὸ «γιαλί» τοῦ Κάλφα Γιώργη ποὺ δὲν σῴζεται πλέον.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη).

 
Ἡ εἰσδοχὴ στὴν Τουρκία, τῆς δυτικῆς ἀρχιτεκτονικῆς σὲ ρυθμὸ rococo ἀρχίζει νὰ ἐφαρμόζεται στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνα. Οἱ διάσημοι ἀρχιτέκτονες ὁ Ἄγγλος Smith Garnier, ὁ Ἰταλὸς Fossati, οἱ Γερμανοὶ Bernrarnodt καὶ Zaranco δείχνουν ἰδιαίτερη προτίμηση στὶς Βοσπορίτικες ἀκτὲς καὶ κτίζουν τ᾽ ἀριστουργήματα τους. Δείγματα ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ τεχνική τους σῴζονται σήμερα στὶς μακρόσυρτες καὶ σιωπηλὲς ἀκτὲς τοῦ Τσεγκέλκιοϊ καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ἐναπομείναντα κτίσματα εἶναι φθαρμένα ἀπὸ τὸ χρόνο, στέκουν ἀρχοντικὰ ἄλλα μισοσβησμένα πολυτελὴ μὰ καὶ γδαρμένα καὶ καθρεφτίζονται ἀκόμη στὰ νερὰ τοῦ Βοσπόρου. Ἴσως καὶ ἡ ἀρχέγονη παλαιοσύνη τους εἶναι καὶ τὸ μεγάλο τους θέλγητρο. Ὁ στοιχειωμένος ὅμως ἐρωτισμός ποὺ πνέει στὰ μεγάλα αὐτὰ ἀρχοντικά, ποὺ σαραβαλιάζουν ἀγάλι - ἀγάλι στὶς ἀκροθαλασσιές, ἔδωκε τὴν εὐκαιρία στοὺς καιροσκόπους τῆς ἐποχὴς μας νὰ τ᾽ ἀποκτήσουν σ᾽ εὐτελεῖς τιμὲς καὶ νὰ τὰ διαμορφώσουν σύμφωνα με τὴ μοντέρνα ἀρχιτεκτονική.
 
Τὴν ἐποχὴ τοῦ Σουλτάνου Ἀχμὲτ Γ´ (1703 - 1730) ὁ Βεζύρης τοῦ Νταμὰτ Ἰμπραχὶμ Πασᾶ διέταξε ν᾽ ἀνακαινισθοῦν ὅλα τὰ παράλια θέρετρα τοῦ Βοσπόρου εἴτε ἀνήκαν σὲ ἰδιῶτες εἴτε σὲ κυβερνητικοὺς παράγοντες μὲ σκοπὸ νὰ ἀποκτήσῃ ὁ Βόσπορος ὡραία αἰσθητικὴ ὄψη.
 
Ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ 18ος αἰῶνας κατεξοχὴν γιὰ τὸ Τσεγκέλκιοϊ ἀποτελεῖ σταθμὸ ἀνάπτυξης. Οἱ Σουλτάνοι καὶ ἰδιαίτερα ὁ Μαχμοὺτ Α´ (1730— 1754) δείχνουν ἔντονο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ παράλια τοῦ χωριοῦ. Προάγουν κάθε ἀναπτυξιακὴ προσπάθεια μὲ στόχο νὰ ἀλλοιωθῇ καὶ νὰ ἐκλείπει ἡ Ἑλληνικότητα τοῦ τόπου. Ὅλα τὰ παράλια κτίσματα περιέρχονται στοὺς αὐλικοὺς τοὺς καπουκεχαγιάδες καὶ τοὺς ἀξιωματούχους τοῦ Ὀθωμανικοῦ Ναυτικοῦ καὶ ἀκόμη στὶς ἀγαπητικὲς τῶν Σουλτάνων. Ἔτσι με κατεύθυνση ἀπὸ τὸ Μπεϊλὲρ - μπέϊ πρὸς τὴν ἀποβάθρα τοῦ χωριοῦ τὴν ἐποχὴ τοῦ Σουλτάνου Σελὶμ Γ´ (1789- 1807) κατὰ σειρὰ ἀριθμοῦνται τὰ παρακάτω γιαλιά.
 
Furtuna kapatanin zevcesinin yalisi
Sadrazam Koca Yusuf Pasa yalisi
Mahmut bey yalisi
Sabik kasapbasi Molla aga yalisi
Kaptan Pasa yalisi
Sadullah Pasa yalisi
Ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἀποβάθρα πρὸς τὸ Κούλελι εἶναι:
Yazicizade Seyit Huseyin efendi yalisi
Kaytanoglu kizi Maraniye yalisi
Tuvlaci safran yalisi
Sarraf tayfasindan Migirdic yalisi
Sarraf Arinuroglunun oglu Kirkorun yalisi
Morali Suleyman aga kullarinin yalisi
Cebeci Osman Pasazade Halil Bey yalisi
 
Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ἐπὶ Σουλτάνου Μαχμοὺτ Β´ (1808 - 1839) ἡ ἐνεργὴ συμμετοχὴ τῶν Φαναριωτῶν ἡγεμόνων καὶ ἀρχόντων στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ κατασχεθοῦν τ᾽ ἀρχοντικά τους ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς καὶ νὰ περιέλθουν στὰ χέρια τῶν εὐνοουμένων τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Τὸ 1831 οἱ Χριστιανοὶ ἰδιοκτῆτες ὑπέβαλαν αἴτηση διαμαρτυρίας, γιὰ νὰ ἐπανακτήσουν τὶς περιουσίες τους. Ὁ Σουλτάνος Μαχμοὺτ Β´ δέχθηκε τὸ αἴτημά τους με τὴ δικαιολογία ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι εἶναι φιλήσυχοι καὶ δὲ θὰ ἐπηρεασθοῦν ἀπὸ τὴν ἀντιτουρκικὴ ἐνέργεια τῶν Ἑλλήνων. Πιστεύοντας ὅτι δὲ θὰ δημιουργηθῇ πρόβλημα, ἐπέτρεπε τὴν ἐπάνοδο τῶν ἰδιοκτητῶν στὰ καταπατημένα τους νοικοκυριά. Φυσικὰ ἡ ἀπόφαση αὐτὴ ἔκρυβε καὶ κάποια συμφέροντα. Τοὺς ὑποχρέωσε ὁ Σουλτάνος νὰ πληρώσουν μὲ τὶς ἰσχύουσες τιμὲς (εἰδικὴ ἐκτίμηση) τὴν διαφορὰ τῆς ἀξίας τοῦ ἀκινήτου μὲ τὴν πρόφαση ὅτι, ὅταν ἀγοράσθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες οἱ τιμές τους, ἦταν πολὺ χαμηλές. Ἐπιπλέον οἱ φυσικοὶ ἰδιοκτῆτες ὑποχρεώθηκαν ν᾽ ἀποζημιώσουν τοὺς παρανόμους προκατόχους Ὀθωμανοὺς γιὰ κάθε ἐπιπρόσθετη ἐργασία ποὺ εἶχαν κάνει στὰ οἰκήματα.
 
Μὲ τὴν ἐμφάνιση τῶν δυτικῶν ἀρχιτεκτόνων ἄρχισε νὰ πνέῃ εὐρωπαϊκὸς ἄνεμος στοὺς τρόπους καὶ τὴ συμπεριφορὰ καὶ στὸ ρυθμὸ ζωῆς στὸ ἤσυχο μέχρι τότε Τσεγκέλκιοϊ τόσο ἤσυχο, ὄσο γιὰ νὰ μπορῇ ν᾽ ἀποβάλῃ κανεὶς τὸν φοβερὸ χορὸ τῶν Ἐριννύων τῆς σκέπης, ποὺ κυνηγοὺν κάθε ἀνήσυχη καὶ κάθε τρικυμισμένη ψυχή.
 
Ἄχνα λοιπὸν Εὐρωπαϊκότητας στὸ τελευταῖο ὅριο τῆς Εὐρώπης. Ἄχνα ποὺ φθάνει στ᾽ Ἀσιατικὰ παράλια μὲ τὰ Ἑλληνόφωνα χωριὰ καὶ τὸ Τσεγκέλκιοϊ στὸ χορὸ αὐτὸ τῶν ἐξελίξεων πρωτοπόρο. Ὁ πανάρχαιος Ἐλληνισμὸς τοῦ εἶναι σοβαρὸ ὑπόβαθρο, γιὰ νὰ δέχεται τὶς ὅποιες νεωτεριστικὲς ἀλλαγές. Ἡ ἐπιθυμία τῶν Σουλτάνων ν´ ἀξιοποιήσουν τὴ φυσική του ὀμορφιὰ σὲ ὄφελος τῶν ὀρέξεων τους, ἀποτελεῖ βῆμα πρὸς τὰ δυτικὰ πρότυπα. Ἐξάλλου δὲν ἀπέχει καὶ πολὺ ἀπ᾽ τὰ Εὐρωπαϊκὰ παράλια τοῦ Βόσπορου. Ἀπ᾽ τὸν πράσινο ἐξώστη τοῦ χωριοῦ ἡ ματιὰ πλανιέται στ᾽ ἀντίπερα. Ἡ Ξυροκρίνη (Κουρούτσεσμές) μὲ τὸν ἱστορικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τὸ Μέγα Ῥεῦμα (Ἀρναούτκιοϊ) μὲ τὰ ὑψώματα τοῦ Προφήτη Ἠλία καὶ τὸν ἀρχαῖο Βυζαντινὸ Ναὸ τῶν Ταξιαρχῶν εἶναι τὰ περιγιάλια ποὺ ξεχωρίζουν πεντακάθαρα. Μὲ λίγη φαντασία διακρίνονται καὶ τὰ παραπέρα ἑλληνικὰ χωριὰ μέχρι καὶ τὸν Βαθυρύακα (Μπουγιούκ-ντερέ). Τί ἀπομένει λοιπόν, παρὰ ἕνα συνηθισμένο Βοσπορίτικο ἀεράκι νὰ μεταφέρῃ αὐτὴ τὴν ἄχνα τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ καὶ στὰ Βιθυνικὰ μέρη.
 
Ὄσο πλησιάζει κανεὶς πρὸς τὸν Κουλᾶ, διαπιστώνει ὅτι τὰ παράλια ἀρχοντικὰ ἀραιώνουν καὶ παραχωροῦν τὴ θέση τους σὲ δύο ἀσβεστοποιεία με φούρνους καὶ καμινάδες, σε ἕνα τεράστιο κῆπο μὲ τὰ δένδρα νὰ ριζώνουν μέχρι τ᾽ ἀκρογιάλια, σὲ μία προβλήτα μ᾽ ἕνα λιμανάκι γιὰ τὴν φορτοεκφόρτωση τοῦ ἀσβέστη στὶς βάρκες καὶ τὰ καΐκια.
 
Ἀπὸ τὰ κτίσματα ποὺ ἀναφέρθηκαν θὰ πρέπει, γιὰ τὴν ἀξία του ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἱστορία του, νὰ σταθῇ κανεὶς στὸ καλοδιατηρημένο καὶ σήμερα γιαλὶ τοῦ Σαντουλλὰχ Πασᾶ. Ὁ προύχοντας καὶ εὐνοούμενος αὐτὸς πασὰς τὸ 1850 ἀγόρασε τὸ κτίσμα ἀπὸ τὸν Δήμαρχο τῆς Βαγδάτης Χαμντὶ - πασᾶ. Ὅταν ὁ δήμαρχος βρισκόταν ἐξόριστος, ἐπειδὴ εἶχε ὑποπέσει στὴ δυσμένεια τοῦ Σουλτάνου, τὸ μικρὸ ἀρχικὰ αὐτὸ ἀνάκτορο ἔμεινε κλειδαμπαρωμένο καὶ φυσικὰ ἀκατοίκητο.

Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν ἐξορία ὁ Χαμντὶ - πασὰς θεώρησε σκόπιμο νὰ δεξιωθῇ τοὺς φίλους του καὶ τοὺς γνωστούς μὲ σκοπὸ νὰ γιορτάσῃ τὴν ἐπάνοδο του καὶ τὸν ἐπαναπατρισμὸ του. Κάλεσε ὄλο τὸν ἐπίσημο κόσμο, τὸν ἁπλὸ λαὸ καὶ ὅλους τοῦ κατοίκους τοῦ Τσεγκέλκιοϊ καὶ ἔστησε τρικούβερτο γλέντι. Στόλισε τοὺς κήπους, ἔφερε κάθε εἴδους φαγητὰ καὶ φωταγώγησε μὲ δᾴδες καὶ κεριὰ ὄλο τὸν χῶρο. Τὴν ἴδια ὥρα ὁ Σουλτάνος Μαχμοὺτ Β´ βρισκόταν στὸ παρακείμενο Σεράϊ του Μπεϊλὲρ - μπέϊ. Βλέποντας τὴ φωτοχυσία νόμισε πῶς ξέσπασε φωτιὰ στὸ Τσεγκέλκιοϊ καὶ ἀνησύχησε. Ὅταν ὅμως τὸν πληροφόρησαν ὅτι πρόκειται γιὰ γλέντι ἐπιστροφῆς, συγκινήθηκε καὶ τὴν ἑπομένη ἐπεφημόντας τὸν Χαμντὶ πασᾶ τοῦ ἀπένειμε δῶρα καὶ τίτλους γιὰ τὴν ἐπιστροφή του.
 
Ὁ Πασὰς ὅμως μεταξὺ τῶν ἄλλων ἦταν σπάταλος, γλεντζὲς καὶ μέθυσος. Μὲ τὶς ἀλλεπάλληλες δεξιώσεις καὶ τὰ ὀλονύκτια γλέντια ποὺ ὀργάνωνε, κατασπατάλησε τὴν περιουσία του, γιατὶ τὰ ἔξοδα ποὺ ἔκαμνε ξεπερνοῦσαν τὶς οἰκονομικές του δυνατότητες, μ᾽ ἀποτέλεσμα νὰ χρεοκοπήσῃ. Ἔτσι τὸ μικρὸ αὐτὸ ἀνάκτορο περιῆλθε στὴν κατοχὴ τοῦ Σαντουλλὰχ πασά, ποὺ τὸ ἀνακαίνισε, καὶ σῴζεται μέχρι σήμερα σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση θυμίζοντας παλιὲς νοσταλγικὲς ἐποχές.
 

Τὸ «γιαλί» τοῦ Σαντουλλὰχ πασᾶ, ἀπὸ τὰ λιγοστὰ παράλια
κτίσματα ποὺ σῴζονται μέχρι σήμερα καὶ κρύβουν μέσα τους
τὴν ἱστορία τοῦ Βοσπόρου.

 
Ξαναγυρίζοντας στὴν πρόσφατη ἱστορία διαπιστώνεται ὅτι μέχρι πρὸ δύο δεκαετιῶν σῳζόταν ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ γιαλιὰ τὰ παρακάτω:
 
Τῶν ἀδελφῶν Γιώργου καὶ Δημητρίου Σουτζουκτσῆ. Ὁ Γιῶργος μὲ τὴ γυναῖκα του Βαλεντίνη καὶ τὰ παιδιά του Θανάση καὶ Θωμᾶ εἶχαν τὴν κυριότητα τοῦ οἰκήματος τὸ ὀποῖο παλαιότερα ἀνῆκε στὸν κ. Μπούζουρα στὸν πλούσιο Ναυτιλιακὸ πράκτορα. Στὸν μεγάλο κῆπο τοῦ γιαλιοῦ ἔμενε σὲ ἰδιόκτητο κτίσμα καὶ ὁ Γιῶργος ὁ Τσελέπης καὶ παραθέριζε ὁ Ἀλέκος Καλφόπουλος.
 
Τὸ διπλανὸ θέρετρο ἀνῆκε στὴν Κα Λίζα ποὺ ἔμενε ἐκεῖ μὲ τὸν ἀδελφό της Νοὲλ Ἐρὰν καὶ τὴ γυναῖκα του Κα Ντόρα. Ἦταν φιλοτελιστὴς καὶ ἀρχοντάνθρωπος. Ἡ Λίζα ποὺ δὲν εἶχε παιδιὰ υἱοθέτησε τὴν οἰκιακὴ βοηθό της Σμαρώ, ἡ ὁποία κληρονόμησε τὸ περίφημο αὐτὸ κτῖσμα, τὸ ὀποῖο ἀνήκει πλέον σὲ Τουρκικὴ οἰκογένεια.
 
Μετὰ τὴν μεσολάβηση παραθαλασσίων οἰκημάτων ἦταν καὶ τ᾽ ἀρχοντικὸ τῆς Ἀμίας Βασιλικῆς, ὅπου μὲ ἀντιμισθία 3 γρόσια τὸ 1930 τὰ κορίτσια τοῦ χωριοῦ, προφανῶς γιὰ νὰ μὴν ἐκθέσουν τὰ κάλλη τους δημόσια, περιορίζονταν στὸ κῆπο τοῦ ἀρχοντικοῦ καὶ κολυμποῦσαν τὰ καλοκαίρια. 
 

Τὸ «γιαλί« τῆς Λίζας, ποὺ ὅμως τώρα προβάλλει μὲ τὸ ρυθμὸ τῆς νεότερης τεχνοτροπίας. Λιγοστοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ τὸ θυμοῦνται
 ὅπως ἦταν παλιά. Ἀύριο δὲν θὰ τ᾽ ἀναγνωρίζει κανείς.
(Φωτ/φία Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη)

 
Ἀμέσως μετὰ ἦταν ὁ ἀκάλυπτος χῶρος ποὺ τὸν ὀνόμαζαν νυμφοπάζαρο, γιατὶ ἐκεῖ μαζεύονταν οἱ παρέες μὲ τὰ κορίτσια καὶ ἔριχναν τὶς φευγαλέες τους ματιὲς στὸν παραπέρα χῶρο ποὺ σύχναζαν τ᾽ ἀγόρια καὶ εἶχε τὴν ἰδιοτυπία νὰ ὀνομάζεται γαμπροπάζαρο . Εἶναι εὐνόητο ὅτι σὲ αὐτὰ τὰ στέκια φτιάχνονταν τὰ εἰδύλλια καὶ οἱ προξενῆτρες ἐμφάνιζαν μεγάλη κινητικότητα μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων. Οἱ παραλιακοὶ αὐτοὶ χῶροι, ποὺ ἐξυπηρετοῦσαν τοὺς λουομένους, λειτούργησαν μ᾽ ἐπισημότητα μέχρι τὸν Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ἡ εἴσοδος στὶς ἀκτὲς γινόταν ἀπὸ ξεχωριστὰ δρομάκια. Ὑπεύθυνος τῶν δύο ἀκτῶν ἦταν ὁ λουτροφύλακας κυρ - Γιώργης, ποὺ ἀπολαμβάνε τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν κατοίκων, ἦταν τίμιος, σοβαρὸς καὶ κυρίως ἄνδρας μὲ ἠθικὲς ἀρχές. Σὲ τούτους τοὺς χώρους ἀπαγορευόταν ἡ εἴσοδος στοὺς μαθητὲς τῆς στρατιωτικῆς Σχολῆς τοῦ Κούλελι.
 
Στὴ θέση τοῦ νυμφοπάζαρου τὸ 1950 ἀνεγέρθηκε μεγάλη οἰκοδομὴ ἀπὸ ἕνα μεγαλέμπορο ρυζιοῦ καὶ χάθηκε τὸ γραφικὸ στέκι τῆς κοριτσοπαρέας. Διπλᾶ στὸ κτῆμα αὐτὸ βρισκόταν ὁ θερινὸς κινηματογράφος τοῦ χωριοῦ ποὺ προηγούμενα ἦταν θερινὸ κέντρο μὲ τ᾽ ὄνομα Γιλντὶζ - πάρκ, ὅπου οἱ παρέες διασκέδαζαν κάτω ἀπὸ τοὺς ἠχοῦς ἑλληνικῆς μουσικῆς. Χρέη φύλακα σὲ τοῦτες τὶς ἀκτές, ἐκτελοῦσε ὁ Ἠλίας Τουρουλής, ποὺ ἦταν τὸ φόβητρο τῶν παιδίων τοῦ χωριοῦ.
 
Μὲ φόντο τὰ παλιὰ ἑλληνικὰ «γιαλιά» ποζάρουν
 οἱ Εἰρήνη Ἀϊβάτογλου καὶ Μ. Παρσὲκ
(Φωτ/φία Χαρ. Ἀϊβάτογλου).
 
Λίγο παραπέρα ἦταν τὰ «καρβουνάδικα» καὶ συνόρευαν μὲ τὸ ἐργοστάσιο παραγωγῆς οὔζου (Raki fabrikasi), ὅπως τ᾽ ἀποκαλοῦσαν οἱ Τούρκοι, ποὺ ἀνέδυε ἔντονα τὴν ὀσμὴ τοῦ γλυκάνισου καὶ δημιουργοῦσε μεθυστικὴ ἀτμόσφαιρα. Ἰδιοκτήτης του ἦταν ὁ Τεφὶκ Τζενανής, ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς ἀπὸ τοὺς Ῥωμηοὺς τοῦ χωριοῦ. Τὸ ἐργοστάσιο αὐτὸ παλαιότερα ἦταν ἰδιοκτησία τοῦ Κοντίδη, τὴ γνωστὴ φίρμα τοῦ ρακιοῦ τὸ 1890. Ἡ κόρη του ἡ Ζωὴ Κοντίδη εἶχε γιὰ ἄνδρα τὸν ἀδελφὸ τῆς Εὐαγγελίας Τζενανή, ἀπὸ ὅπου καὶ περιῆλθε τὸ ἐργοστάσιο σὲ Τουρκικὰ χέρια.
 
Στὰ παράλια αὐτὰ τοῦ Τσεγκέλκιοϊ ἔνιωθε κανεὶς ἔντονα τὴν βραδινὴ ὑγρασία καὶ ἀπολαμβάνε τὴν πρωϊνὴ ὁμίχλη. Ἡ ὁμίχλη εἶναι ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ Βοσπόρου, ποὺ βυθίζεται στὴ σιωπὴ καὶ κοιμᾶται κάτω ἀπὸ τὴν πυκνή, σερνόμενη καὶ ἀθόρυβη ὑγρασία της. Ἀποκαμωμένος ἀπ᾽ τὸ ἐρωτικὸ μέθυσι, ὁ Βόσπορος, λὲς καὶ σκεπάζει τὴ γύμνια του μὲ τοὺς καπνοὺς τῆς ὁμίχλης, ποὺ δὲν κρατᾶ πολύ. Μόλις βγεῖ ὁ ἥλιος τὰ σύννεφα βαριὰ ἀπ᾽ τὴν ὑγρασία κατεβαίνουν ἀργὰ μὲ ρυθμὸ μετεωρίζοντα στοὺς ἀγκαθεροὺς μιναρέδες, καὶ γλιστρώντας πάνω στοὺς τρούλλους βουτοῦν καὶ χάνονται στὸ νερό. Μέχρι αὐτὴ τὴ φάση τοῦ χαμοῦ τῆς ὁμίχλης ἡ ζωὴ στὸ Βόσπορο παραλύει, μ᾽ ἀποτέλεσμα οἱ μαθητὲς νὰ μὴν μποροῦν νὰ πᾶνε στὰ σχολεῖα τους καὶ οἱ ἐργαζόμενοι στὶς δουλειές τους στὴν Κωνσταντινούπολη. 
 
Τσεγκελκιώτικη παρέα στὴν παραλία τοῦ «γαμπροπάζαρου».
Πίσω διακρίνεται τὸ ἐργοστάσιο παραγωγῆς οὔζου τοῦ Κων/νίδη.
 (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Λένας Φραντζῆ).
 
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ὁμίχλη ὁ Βόσπορος ἐπεφύλαξε κάποτε στοὺς κατοίκους του καὶ κάτι ἀναπάντεχο. Ἦταν Μάρτιος τοῦ 1954. Ξημερώματα οἱ καπνοδόχοι ἀνάσαιναν παντοῦ. Στοὺς γύρω λόφους εἶχε ἀρχίσει νὰ ψιλοχιονίζῃ. Τίποτα δὲν προμήνυε ὅτι θὰ ἀνατρεπόταν σὲ λίγο στὰ βλέμματα τῶν περίεργων Τσεγκελκιωτῶν οἱ νόμοι τῆς Φύσης.
 
«Πάγωσε ὁ Βόσπορος» ἦταν τὸ ἐπιφώνημα ποὺ ἐπικρατοῦσε στὰ χείλη τῶν χωριανῶν ποὺ μαζεύτηκαν στὰ παράλια καὶ ἔβλεπαν τοὺς τεράστιους ὄγκους τῶν παγόβουνων νὰ συσσωρεύονται μὲ τὸ ρεῦμα ποὺ τοὺς ἔσυρε ἀπὸ τὸν Εὔξεινο Πόντο. Κάποια στιγμὴ τὰ παγόβουνα ἔσμιξαν. Τίποτα δὲν ἔδινε τὴν αἴσθηση ὅτι κάτω ἀπ᾽ τὸ κατάλευκο αὐτὸ συμπαγὲς στρῶμα πάγου βρισκόταν ἡ θάλασσα μὲ τὴν ὁποία ζοῦσαν ἀντάμα τόσους αἰῶνες οἱ κάτοικοι. Ἡ ἐξήγηση ποὺ δόθηκε ἦταν καθησυχαστική. Εἴπαν πως τὰ παγόβουνα ἀποκολλήθηκαν ἀπὸ τὸν Δούναβη ποταμὸ καὶ μὲ τὴ φυσικὴ κλίση ποὺ ἔχει ὁ Βόσπορος πρὸς τὴν Προποντίδα τὸν κατέκλυσαν. Ὠραῖο τὸ θέαμα ἀλλὰ καὶ ἀνησυχητικό. Παρέλυσε ἡ ζωή, σταμάτησε ἡ ἀτμοπλοϊκὴ συγκοινωνία (τὸ μοναδικὸ μέσο σύνδεσης μὲ τη Κων/πολη), πάγωσε κάθε δραστηριότητα. Κάποιοι ποὺ ἀνασκάλευαν τὴν ἰστορία βρῆκαν πως τὸ 1621 τὸν Δεκέμβριο συνέβηκε κάτι χειρότερο: «Ἐν ἔτει 1621 τοῦ Χιτζρὲ 1030 χειμὼν μέγιστος εἰς τὴν Πόλιν, ἐπαγώθη ἡ θάλασσα τοῦ Βοσπόρου καὶ διήρχοντο οἱ πολῖται πεζοὶ ἀπὸ τοῦ Καταστένου ἕως εἰς τὸ Χάσκιοϊ». 
 

Ἡ θάλασσα ἡ γαλανὴ τοῦ Βοσπόρου ποὺ ἀνοίγει τὴ μητρική της
ἀγκαλιὰ στὰ καραβάκια, ποὺ κυλοῦν ἥσυχα στὸ ρεῦμα της.
 (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη)

 
Βυζαντινοὶ ἱστοριογράφοι καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς μᾶς πληροφοροῦν ὅτι ὁ Βόσπορος τὸ 401 μ.Χ. ἔμεινε παγωμένος 20 ἡμέρες, τὸ 608 μ.Χ., τὸ 736 μ.Χ. οἱ πάγοι ἦταν βυθισμένοι στὸ νερὸ 30 μέτρα, τὸ 928 μ.Χ., τὸ 1231 μ.Χ. καὶ τὸ 1657 μ.Χ. ἐπαναλήφθηκε τὸ ἴδιο φαινόμενο, ἐνῷ τὸ 545 μ.Χ. ἀλλεπάλληλη ἄμπωτη καὶ πλημμυρίδα συνέτεινε στὸ νὰ κατακλυσθοῦν παράλια κτίσματα ἀπὸ τὰ ὁρμητικὰ νερὰ καὶ νὰ καταστραφοῦν τὰ σπίτια καὶ τὰ κτήματα.
 
Πὼς ὅμως ἔτυχε τὸ πλούσιο σὲ ἅλμη Βοσπορινὸ νερὸ νὰ παγώσει. Ἀπὸ τοὺς θρησκόληπτους τὸ γεγονὸς ἑρμηνεύτηκε ὡς προμήνυμα γενικότερης καταστροφῆς, ὡς κατάρα καὶ ὀργὴ Θεοῦ. Ἔγιναν λιτανεῖες, δεήσεις, προσευχές, γιὰ νὰ φύγῃ τὸ «πνεῦμα τοῦ κακοῦ». Τότε δὲν εἶχαν τὰ περιθώρια νὰ γνωρίζουν ὅτι τὰ ἐπιφανειακὰ νερὰ τοῦ Βοσπόρου εἶναι νερά ποὺ προέρχονται ἀπ᾽ τη Μαύρη Θάλασσα ποὺ κάποτε ἦταν λίμνη καὶ ἔχει γλυκό, ἀφάλατο νερό. Μὲ τὴν πάροδο μερικῶν ἡμερῶν τὰ παγόβουνα ἄρχισαν νὰ λιώνουν, τὰ ἔβλεπε κανεὶς νὰ σμικρύνουν κάθε μέρα καὶ περισσότερο.
 
Ὅταν μικρὸ παιδὶ ἄκουσα γιὰ πρώτη φορὰ τὴν ἱστορία τοῦ κατακλυσμοῦ τοῦ Νῶε, ποὺ ἡ κιβωτός του κάθησε καὶ σώθηκε πάνω στὸ ὄρος Ἀραρὰτ τῆς Ἀρμενίας, οἱ πρῶτες σκέψεις ποὺ ἔκανα περιστράφηκαν γύρω ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ τὰ πλεούμενα της. Τὶ ἦταν τέλος πάντων αὐτὴ ἡ κιβωτὸς μέσα στῂν ὁποία στοιβάχτηκαν καὶ περισώθηκαν ἀνθρωποι, ζῷα καὶ πτηνά;
 
Τὸ παιδικό μου ἔνστικτο ἀμέσως τὴν παρομοίασε μὲ κάποια μεγάλη βάρκα ἀπ᾽ αὐτὲς ποὺ βλέπουμε καθημερινὰ νὰ ἀρμενίζουν τὸν Βόσπορο. Ἐνῷ ἡ ἐξελιγμένη τεχνικὴ τῆς ἐποχῆς μας πῆρε ὡς πρότυπο τὴν κιβωτό, γιὰ νὰ φτιάξῃ τὰ μηχανοκίνητα καράβια ποὺ μέσα τους καθημερινὰ στριμώχνονται λογῆς λογῆς ἄνθρωποι μὲ κατεύθυνση τὸν προορισμό τους.
 
Στὴν ἀρχὴ ἡ ἀνθρώπινη δύναμη ἦταν αὐτὴ ποὺ κινοῦσε τὸ ξύλινο κατασκεύασμα πάνω στὰ δύσκολα νερὰ τοῦ Βοσπόρου. Εἶχε γίνει πλέον ἐπάγγελμα ἡ δουλεία ποὺ ἔκανε ὁ«Βαρκάρης» ἢ ὁ «καϊκτσής». Μέχρι τὸ 1835 ἦταν προνομιούχοι αὐτοί που εἶχαν δίκη τοὺς βάρκα καὶ κατοχυρωμένο ἦταν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ βαρκάρη, που ἐκτελοῦσε στο Βόσπορο δρομολόγια μεταξὺ τῶν δύο ἀκτῶν.
 
Ὄσο καὶ να φαίνεται περίεργο τὸ ἀπλὸ αὐτὸ λαϊκὸ ἐπάγγελμα ἦταν ἀπαγορευμένο να τὸ ἐξασκοὺν οἱ Ῥωμηοί. Μὲ ἐξαίρεση τὸ Κοντοσκάλι καὶ τὰ Ψωμαθειά με αὐτοκρατορικὸ διάταγμα τοῦ 1677 δὲν ἐπιτρεπόταν στον Βόσπορο οἱ Ῥωμιοὶ να ἔχουν βάρκες ἢ καΐκια. Καὶ αὐτό με τὴν δικαιολογία ὅτι ἡ «συντεχνία τῶν Βαρκάρηδων» εἶχε τὴν ὑποχρέωση να δινεῖ κάθε χρόνο 110 γεροδεμένους νέους κωπηλάτες στο Σουλτανικὸ στόλο. Ἦταν εὐνόητο ὅτι οἱ νεοσύλλεκτοι αὐτοὶ νέοι ἔπρεπε να ἦταν Ὀθωμανοί.
 
Ἡ πρώτη βάρκα που κάνει συγκοινωνιακὸ δρομολόγιο στο Τσεγκέλκιοϊ ἀναφέρεται τὸ 1826. Παλαιότερά τις λιγοστὲς μετακινήσεις οἱ χωριανοί τις ἐπιχειροῦσαν ἀπὸ τῇ Χρυσούπολη.
 
Οἱ ἐποχὲς ὅμως ἐναλλάσσονται καὶ τὰ μέσα ἐκσυγχρονίζονται. Ἔτσι καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς «βάρκας» ἄρχισε κάποτε να μπαίνει στο περιθώριο. Τὸ 1835 ὁ Βόσπορος ἀρχίζει νὰ φιλοξενῇ τὰ πρῶτα μηχανοκίνητα καράβια μὲ τὰ πανύψηλα φουγάρα τους καὶ τὰ πολυθόρυβα «τσέρκια» τους. Ἦταν τὰ τσαρκλίδικα πλεούμενα ποὺ ἀρμενίζουν τὶς ἀκτὲς τοῦ Τσεγκέλκιοϊ καὶ ἀνῆκαν στοὺς σουλτάνους. Τὸ πρῶτο καράβι μὲ τ᾽ ὄνομα "Taif" ἦταν ἰδιοκτησία τοῦ διαδόχου Ἀμπντουλαζὶζ καὶ τὸ "Feyzibari" ἦταν τὸ δῶρο τοῦ Ἀμπντουλ-μετζὶτ στὰ τρία του παιδιά. Αὐτὰ τὰ καράβια ἐξυπηρετοῦσαν ὑψηλοὺς σκοπούς. Οἱ Βοσπορίτικες περιηγήσεις τῶν σουλτάνων μὲ ὀκτάκωπα καὶ εἰκοσάκωπα καΐκια τώρα ἐκτελοῦνται μὲ τὰ καράβια αὐτὰ ποὺ διαθέτουν πολυτελέστατα σαλόνια καὶ πανάκριβους κρυστάλλινους πολυέλαιους.
 
Οἱ Σουλτάνοι μὲ τὰ χαρέμια τους μὲς τὴν χλιδὴ καὶ τὴν πολυτέλεια ὑποτιμοῦν πλέον τὶς βάρκες· ἐνῷ, ἀντίθετα, οἱ ἄμοιροι Βαρκάρηδες βλέπουν τὰ πλοῖα καὶ ἀναλογίζονται τὸ μέλλον ποὺ τοὺς περιμένει. Τὰ ἀμέσως ἐπόμενα καράβια ποὺ διαπλέουν χρονικὰ τὸν Βόσπορο εἶναι τὸ "Sultaniye" καὶ τὸ τελειοποιημένο τεχνικὰ "Süreyya” τὸ ὁποῖο μετὰ τὴν πτώση τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, μεταποιήθηκε μὲ σκοπὸ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ κοινό.
 
Ἡ προτιμήση τοῦ κόσμου γιὰ τὸ Βόσπορο καὶ ἡ ἀλματώδης πυκνοκατοίκηση τῶν Βοσπορίτικων χωριῶν ἔδωσε τὸ ἔναυσμα στοὺς ὑπεύθυνους τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας νὰ ἱδρύσουν ἐμπορικὴ κρατικὴ ἐπιχείρηση μεταφορῶν. Τὸ 1850 ἐπὶ σουλτάνου Ἀμπντουλμετζὶτ ἱδρύθηκε τὸ Şirket-i Hayriye. Ἡ ἀτμοπλοϊκὴ αὐτὴ ἐπιχείρηση ἀγοράζει τὰ πρῶτα της μεταφορικὰ καράβια τὸ 1853 ἔναντι 7.500 λιρῶν Τουρκίας τὸ καθένα. Ὁ κόσμος ἐγκαταλείπει πλέον τὶς μετακινήσεις μὲ τὶς βάρκες καὶ δειλά, δειλὰ ἀρχίζει νὰ ἐπιβιβάζεται στὰ πλοῖα. Οἱ ἐπιβάτες αἰσθάνονται μελαγχολικὰ ποὺ κάθονται σὲ δερμάτινα καθίσματα, πάνω ἀπὸ τὰ ὁποῖα αἰωροῦνται μοντέρνα φωτιστικὰ καὶ τὸ πάτωμα εἶναι καλυμμένο μὲ χαλιά. Δὲν εἶναι ἀσφαλῶς εὔκολη ὑπόθεση ἡ μεταπήδηση αὐτὴ ἀπ᾽ τὴν ὁπισθοδρόμηση στὸν ἐκσυγχρονισμό. Ἐξάλλου βρισκόμαστε καὶ στὴν ἐποχὴ ποὺ μετὰ τὸν Κριμαϊκὸ πόλεμο οἱ Ὀθωμανοὶ παραχωροῦν μὲ τὸ διάταγμα Hatt-i Humayun  (6 Φεβρουαρίου 1856) πολλὰ προνόμια καὶ δικαιώματα στοὺς μὴ Ὀθωμανούς. Μὲ τούτη τὴν ὑποχρεωτικὴ ἀπόδοση τοῦ δικαίου ἀποκαθίσταται ἡ ἰσονομία, ἡ ἰσότητα στὴ φορολογία, δίδονται προνόμια γιὰ τὴν ἐκμετάλλευση τοῦ φυσικοῦ πλούτου τῆς χώρας ἀπὸ Ῥωμηούς, ἀναγνωρίζεται τὸ ἰσόβιον τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ἐπιτρέπεται ἡ αὐτοδιοίκηση στὰ ἐκπαιδευτικὰ καὶ Φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα καὶ ἀποκαθίσταται ἡ ἐλευθερία στὴ λατρεία. Τούτη ἡ ἀντιπαράθεση μεταξὺ ἐκσυγχρονισμοῦ καὶ δικαιωμάτων ἔγινε, γιὰ ν᾽ ἀποδοθῇ σωστὰ τὸ γεγονὸς τοῦ ἐγκλωβισμοῦ καὶ τῆς περιθωριοποίησης τῶν Χριστιανῶν ἀπ᾽ αὐτὸ ποὺ λέγεται δημόσιος βίος στὴν Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία. 
 
Ἡ σημερινὴ εὐπρεπισμένη Βαπορόσκαλα τοῦ Τσεγκέλκιοϊ. Δὲν ἔχει τὴν παλιά της αἴγλη, τώρα ποὺ ἡ κρεμαστὴ γέφυρα τοῦ Βοσπόρου τῆς ἀφαίρεσε τὰ περασμένα μεγαλεῖα. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη).
 
Τὰ πρῶτα καράβια ἀγκυροβολοῦν σὲ κάποια ἀπόσταση ἀπ᾽ τὴν παραλία τοῦ Τσεγκέλκιοϊ καὶ ὁ κόσμος μεταφέρεται μὲ μικρὲς βάρκες. Ἡ ἐπιχείρηση ὅμως ἀρχίζει νὰ ἔχῃ κέρδη. Τὸ 1859 παραγγέλθηκαν ἄλλα ἕξι καράβια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ μικρότερο (Beykoz) εἶχε χωρητικότητα 300 ἐπιβατῶν, ἐνῷ τὸ μεγαλύτερο (Sudaver) μεταφέρει μέχρι καὶ 1000 ἄτομα. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιβατῶν καθορίζεται ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους μὲ βάση τὶς καιρικὲς συνθῆκες που ἐπικρατοῦν. Ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρεία Con Robert Vayt ἐργάζεται πυρετωδῶς νὰ καταφέρῃ νὰ προμηθεύσῃ πλοῖα γιὰ τὴν Ὀθωμανικὴ ἐπιχείρηση. Τὰ πλέον σύγχρονα καράβια παίρνουν τ᾽ ὄνομα τῶν Βοσπορίτικων χωριῶν. Μόλις τὸ 1958 τίθεται σὲ λειτουργία τὸ καράβι ποὺ φέρει τ᾽ ὄνομα Τσεγκέλκιοϊ. Κατασκευάσθηκε τὸ 1956 στὰ ναυπηγεία τῆς Στένης μὲ βάση τὴν τεχνολογία τῆς Δανικῆς ἑταιρείας Burmeister - Wain. Ἔχει ἱπποδύναμη 465 (ἄλογα) καὶ 2 μηχανές. Ἀναπτύσσει ταχύτητα 12 μίλια τὴν ὥρα καὶ ἔχει ἐκτόπισμα 515 gross/ton. Τὸ μῆκος του εἶναι 48 μ., τὸ πλάτος τοῦ 8,64 μ. καὶ ἔχει ὕψος 3,15 μ. Ἔχει δυνατότητα μεταφορᾶς 750 ἐπιβατῶν καὶ διαθέτει 2 σωσίβιες λέμβους καὶ 100 ἀτομικὰ σωσίβια.
 
Μὲ τὴν μεταπήδηση αὐτὴ ἀπὸ τὴν βάρκα στὰ καράβια οἱ γραφικοὶ «καγικχανάδες» οἱ θολωτὲς δηλαδὴ ἐσοχὲς τῶν παράκτιων σπιτιῶν ποὺ προστάτευαν τὶς βάρκες, ἀχρηστεύονται. Τὰ λιμανάκια δίνουν τὴ θέση τους σὲ οἰκοδομικὰ τερατουργήματα. Τὸ φυσικὸ τοπίο, γιὰ χάρη τοῦ πολιτισμοῦ μεταμορφώνεται καὶ ὁ Βόσπορος ἀρχίζει νὰ χάνῃ τὴν παλιά του γενεσιουργικὴ ὄψη. «Οἱ βάρκες χρησιμοποιοῦνται πλέον γιὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν προσωπικοὺς σκοπούς, γιὰ νυκτερινὲς βαρκάδες στὸν φεγγαρόφωτο Βόσπορο, γιὰ θαλασσινὲς διασκεδάσεις μὲ συνοδεία μαντολινάτας καὶ κυρίως γιὰ ψάρεμα». Νοσταλγικὲς ἐποχὲς ποὺ μᾶς λείπουν σήμερα· λείπουν ὅμως καὶ ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἔμειναν ἐκεῖ. 
 
Ἡ γέφυρα τοῦ Βοσπόρου ποὺ στηρίζει τὰ τεράστια σιδερένια της πόδια στὶς ἀκτὲς τοῦ Μπέϊλερ-μπεϊ, ὅπως φαίνεται ἀπ᾽ τὰ ὑψώματα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη).
 
Τὸ Τσεγκέλκιοϊ ποὺ βρίσκεται ἀκριβῶς ἀπέναντι στὸ Βοσπόριο Ἀκρωτήριο (Σαράϊ - μπουρνού) ἀπέχει ἀπ᾽ τὴν Κωνσταντινούπολη 4.2 μίλια ναυτικὰ ἢ 7,8 χιλιόμετρα. Τὰ πλοῖα τῆς γραμμῆς σὲ ἀπ᾽ εὐθείας διαδρομὴ προσεγγίζουν στὸ χωριὸ σὲ 22 λεπτά, ἐνῷ μὲ τὶς ἐνδιάμεσες στάσεις τους (Χρυσούπολη, Κουσκουντζούκι, Μπεϊλέρ-μπέϊ) ὁ χρόνος προσέγγισης αὐξάνει σὲ 45 λεπτά. Ἡ κατασκευὴ τῆς Κρεμαστῆς γέφυρας τοῦ Βοσπόρου, ποὺ στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ στηρίζει τὰ τεράστια πόδια της πολὺ κοντὰ στὸ Τσεγκέλκιοϊ, ἔχει συντείνει νὰ μειωθῇ αἰσθητὰ ὁ χρόνος μετακίνησης πρὸς τὸ κέντρο τῆς Κων/πόλης, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἔχει ἀλλοιώσει καὶ τὴ φυσικὴ ὀμορφιὰ τοῦ Βόσπορου, ὅπως τὸ ἐπισημαίνει ὁ Νῖκος Παλαιόπουλος στὸ ποίημα ποὺ ἔγραφε τὸ 1979.
 
«Τὰ μάτια τῆς ἐνόρασης, τῆς θύμησης οἱ ὦρες
σὲ βλέπουν Βόσπορε ὅπως ἤσουν μεγαλόπρεπος κὶ ἀβίαστος
πρὶν τῆς γέφυρας τ᾽ ἀτσάλι σὲ ἀγκαλιάσει
καὶ σὲ στολίσει μὲ τὸ ἀγκαθωτό σου στεφάνι
Τσιμέντο ἔπηξαν οἱ ρεματιές σου
κὶ ἔπεσαν τὰ μεγαλόπρεπά σου τὰ πλατάνια.
Τὰ χαρωπὰ Ῥωμηόπουλά σου σκόρπισαν σὰν φύλλα φθινοπωρινὰ
πετάξανε σὰν τὰ γλαρόνια σου στὰ πέλαγα
Θὰ τρέχεις αἰώνια Βόσπορε
περνῶντας ἀπ᾽ τὸ Τσεγκέλκιοϊ
Θὰ τρέχεις νὰ προφθάσῃς τὴ χαρὰ
ποὺ χάθηκε ἀπ᾽ τ᾽ ἀκρογιάλια σου»

Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης