Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΓΕΝΙ-ΜΑΧΑΛΑΣ - Α΄

Ἡ συνοικία τοῦ Γενή-μαχαλᾶ, ὅπως ἦταν τὸ 1940.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Νικ. Παλαιόπουλου).
 
Στὸν δρόμο πρὸς τὸν «Μαχαλᾶ» ἐκεῖ στὴ συμβολὴ τῆς ἀνηφόρας πρὸς τὰ Μπακιρτζίδικα ὑπάρχει τὸ μεγάλο τέμενος ποὺ εἶναι κτῖσμα τῆς Kerime  Hatun τῆς μητέρας τοῦ Kapıağası Ahmed-i Sani. Κτίσθηκε τὸ 1657 εἶχε ξύλινη σκεπὴ καὶ θεωρεῖται ἀπὸ τὰ πρῶτα ὀθωμανικὰ κτίσματα ποὺ ἔγιναν στὸ Τσεγκέλκιοϊ μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης.
 
Ἡ βρύση ποὺ εἶναι στὸ προαύλιο τοῦ τεμένους εἶναι φτιαγμένη μὲ τὴ φροντίδα καὶ τὴ δωρεᾶ τῆς Χατιτζὲ Χανούμ. Τὸ μοναδικὸ Ῥωμέϊκο σπίτι σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι τοῦ Ἀντώνη Κωσταρᾶ τοῦ Γουναρᾶ. Αὐτὸ τὸ  σημεῖο μέχρι τὸ 1700 ἦταν τελευταῖο κατοικημένο ὅριο τοῦ χωριοῦ. Πέραν  τοῦ σημείου αὐτοῦ ὑπῆρχαν μόνον κῆποι καὶ ἀγροί.
 
Ὁ Γενὶ Μαχαλᾶς, ὅπως τὸ δηλώνει καὶ ἡ ὀνομασία του, εἶναι ἡ νεότερη συνοικία ποὺ δημιουργήθηκε τὴν ἐποχὴ ποὺ κτιζόταν τὸ περίφημο σουλτανικὸ ἀνάκτορο τοῦ Μπεϊλὲρ - μπεϊ. Τότε τὸ 1865 οἱ ἀρχιτέκτονες, οἱ  καλφάδες, οἱ μαστόροι ποὺ δούλευαν στὴν οἰκοδομὴ τοῦ Σεραγιοῦ, γιὰ νὰ βρίσκονται κοντὰ στὸν τόπο ἐργασίας τους ἀνακάλυψαν αὐτὰ τὰ θεσπέσια ὑψώματα τοῦ Τσεγκέλκιοϊ, ὅπου σιγὰ σιγὰ  ἄρχισαν νὰ κτίζουν τὰ νοικοκυριά τους. Ἔτσι μὲ πρῶτο πυρῆνα τοὺς ἀνθρώπους τῆς τέχνης δημιουργήθηκε ἔνας μικρὸς συνοικισμὸς ποὺ ἔμελλε νὰ γίνῃ ὁ πλέον πολυάριθμος στὴ συνέχεια καὶ ν᾽ ἀποτελῇ τὸν κύριο ἄξονα Χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Τσεγκέλκιοϊ. 
 
Ἡ βρύση καὶ τὸ «μεϊντάνι» τοῦ Μαχαλᾶ.
(Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).
 
Πλανιόμαστε μὲ τὶς σκέψεις μας καὶ ὀραματιζόμαστε τὶς ἐποχὲς ποὺ οἱ πρόγονοί μας κάθονταν τὶς νύκτες κάτω ἀπ᾽ τ᾽ ἀρρωστημένο φῶς τοῦ λυχναριοῦ. Φανταζόμαστε τὰ ροζιασμένα τους χέρια, τὴ φροντίδα τους γιὰ τὴ γῆ, τὴν ἔννοια τους γιᾲ τὰ ζωντανά τους, τὸ λιγοστὸ ξεροκόμματο ψωμί ποὺ γέμιζε τὸ στομάχι τους. Ἦταν οἱ ἐποχὲς ποὺ βολευότανε οἱ χωριανοὶ μὲ τὸ λίγο, γιατὶ δὲν εἶχαν συνηθίσει στὸ περισσότερο. Εἶναι ἡ λησμονημένη γραφικότητα ποὺ ἄφησε μερικὰ κατάλοιπα στὴ σημερινή μας ἐποχὴ καὶ εἰδικὰ στοὺς κατοίκους τοῦ «Μαχαλᾶ» ποὺ οἱ τούρκοι τὸν ἀποκαλοῦν Yeni Mahalle.
 
Ἦταν ξακουστὸς ὁ μαχαλᾶς πρῶτα γιὰ τὰ ὄμορφα κορίτσια του, ὕστερα γιὰ τοὺς γυναικοκαβγάδες του καὶ τέλος γιὰ τὸ ὄμορφο τοπίο του. Ψιλό, ἀερικὸ ἀνάμεσα σὲ χωράφια, μπαχτσέδες καὶ περιβόλια ὀρθόστητο, ξεκομμένο ἀπὸ τὸ παράλιο τμῆμα τοῦ χωριοῦ. Ἐδῶ νιώθεις τὴν ἀνάσα τῆς πλάσης βαθύτερα, πολλὰ τὰ κάρπιμα δένδρα μὰ καὶ περισσότεροι οἱ  λαχανόκηποι καὶ τ᾽ ἀνθοκήπια. Τόπος παραγωγῆς, τόπος δούλεψης.
 
Οἱ κῆποι τῶν σπιτιῶν ἦταν περιποιημένοι, οἱ τριανταφυλλιὲς στοὺς φράχτες, στὶς αὐλές, στὰ μπαλκόνια, στὰ παράθυρα πολύχρωμες, ξανθιές, ὑπέρυθρες, κίτρινες, κόκκινες, ρόζ με τὸ μεθυστικό τους ἄρωμα. Πλασμένες γιὰ νὰ τὶς τρυγοῦν μὲ τ᾽ ἀγέρινα δάκτυλά τους τὰ νέα κορίτσια αὐτὰ τὰ ὄμορφα πλάσματα ποὺ συχνὰ γινότανε αἰτία γιὰ διαπληκτισμούς, γιὰ φιλονικίες μεταξὺ τῶν ἐρωτευμένων.
 
Δὲν ἦταν ἄσχετοι καὶ οἱ γυναικοκαβγάδες τοῦ μαχαλᾶ μ᾽ αἰτία τὰ κορίτσια τους. Ἦταν ὅμως στὴ φύση τους τὰ μαλλιοτραβήγματα συνήθως γιὰ τὸ τίποτα. Χαρακτηριστικὸ περιστατικὸ εἶναι πως ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τῆς Μεγάλης τοῦ Γένους Σχολῆς κ. Ἰατρόπουλος, ὅταν δίδασκε Ἀριστοφάνη, παρέβαλε μία σκηνὴ ἀπ᾽ τὶς «Ἐκκλησιάζουσες» μὲ τὸν γυναικοκαβγᾶ τοῦ Μαχαλᾶ.
 
Τὸ πατρικὸ σπίτι τῆς οἰκ. Γιογουρτσόγλου.
 
Τὸ «μεϊντάνι» τὸ σαλόνι, καθὼς θὰ λέγαμε, τοῦ Μαχαλᾶ περιστοιχιζότανε ἀπὸ βαθύσκιους πλάτανους καὶ στὴ μέση δέσποζε ἡ βρύση του. Γύρω στὰ στενοσόκακα ὑπῆρχαν πέντε καπηλειά, ὅπου τὰ βράδια γινότανε μεγάλο γλέντι.
 
Ἀπὸ τὴν πλατεῖα αὐτὴ τῆς βρύσης ξεκινοῦν καὶ οἱ πέντε δρόμοι ποὺ ἀποτελοῦν τὸ κατοικημένο τμῆμα τῆς συνοικίας.
 
α) Maslak sokak (Μασλὰκ σοκάκ):
 
Στο Νο 1 ἦταν τὸ παλιὸ ἀρχοντικὸ τῆς οἰκογένειας τοῦ Νίκου Σενικόπουλου, κολλητᾶ σ᾽ αὐτὸ τὸ σπίτι Νο 3 τῆς οἰκογένειας Γιογουρτζόγλου μὲ τοὺς δίδυμους ἀδελφοὺς τὸν Πέτρο καὶ τὸν Γιάννη, ποὺ καὶ σήμερα εἶναι ἀδύνατο νὰ τοὺς ξεχωρίσει κανείς. Στὸ Νο 5 ἦταν τὸ σπίτι τῆς Δήμητρας καὶ τοῦ Χαράλαμπου Καλλιάμη καὶ στο Νο 7 τοῦ Βασίλη καὶ τῆς Λευκωθέας Ὀζκότς. Τὸ ξύλινο σπίτι στο Νο 9 ἦταν τοῦ Κάραλη τοῦ Δημητροῦ καὶ τῆς Κατίνας, στὸ ὀποῖο κατοικοῦσε ἡ Αἰκατερίνη Καλιοντζή. Ἡ στέρνα καὶ τὸ πηγάδι ἦταν τὰ δύο μάτια τῆς  γῆς στὸν κῆπο τῆς κυρὰ Κατερίνης. Ὁ δρόμος ἐδῶ ἔκανε μία κλίση πρὸς τὰ δεξιά, γιὰ ν᾽ ἀκολουθήσῃ τὸ σπίτι τοῦ Δημητροῦ Ἀσίκογλου στὸ Νο 13, ὅπου τελευταία ἔμενε ὁ γιός του Ἀναστάσης, μὲ καταγωγὴ τὸν Τσεκμετζὲ  τῆς Πόλης, ἐνῷ ἐνδιάμεσα στὸ Νο 11 βρισκόταν τὸ ἐρειπωμένο ἀπὸ τὸ χρόνο σπίτι τοῦ Γιώργου τοῦ Κουκουλωμάτη, ποὺ εἶχε τσαγκάρικο στὴν προκυμαία τοῦ χωριοῦ καὶ στὸ ὀποῖο ἔμενε ὁ Μιχάλης Μαξούτογλου. 
 
Τὸ νεόκτιστο οἴκημα τῆς οἰκ. Τσαλίκη.
(Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).
 
Στὸ ἀμέσως ἐπόμενο σπίτι στὸ Νο 15 ἐδῶ καὶ 80 χρόνια πρὶν ἔμεναν ἡ  Ἠπειρώτικη οἰκογένεια τοῦ Ζήση καὶ τῆς Γιαννούλας Γιάτση, ἦταν τὸ πατρικὸ σπίτι τοῦ Παντελῆ τοῦ μπαρμπέρη ὅπου ἔμενε ὁ Κῶτσος ὁ Καράμπαμπας, ὁ ποδοσφαιριστὴς τοῦ ΠΕΡΑ ΚΛΟΥΠ, ἐνῷ τώρα κατοικεῖται ἀπὸ τὸν Ἠλία Τσαλίκη τὸν «σόμπατζη» τὸν ὑδραυλικό, ποὺ ἔχει τὴν σύζυγο Ἄννα καὶ δύο παιδιά, τὸν Γιῶργο καὶ τη Σεβαστή. Ἀκολουθεῖ τὸ Νο 17 τὸ σπίτι τῆς οἰκογένειας Δημητροῦ καὶ Κατίνας Σουλουβάρδου, ποὺ ἔχουν τρία παιδιὰ τὸν Ἀνέστη, τὸν Νίκο καὶ τὴν  Ἄννα. Σὲ τοῦτο τὸ ἀρκετὰ μεγάλο σπίτι ἔμενε καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ Νίκου καὶ Στέλλας Βουτσινᾶ μὲ τὸν γιό τους Ἀνδρέα. Τὸ σπίτι αὐτὸ ἦταν παλιὰ ἰδιοκτησία τοῦ Ῥωμανίδη στὸ ὀποῖο κατοικοῦσε ἡ οἰκογένεια τοῦ Βασίλη καὶ τῆς Εὐανθίας Χατζηβασίλη. Ἡ ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ δρόμου τελειώνει μὲ τὸ σπίτι τῆς οἰκογένειας Κυριακοῦ Ζησόπουλου στὸ ὕψωμα τοῦ δρόμου, ὅπου διέμεναν μὲ τὰ τρία τους παιδιὰ τὸν Θεόδωρο, τὴν Σοῦλα καὶ τὴν Φωτεινὴ καὶ λίγο παραπέρα ἦταν τὸ παλιὸ σπίτι τοῦ Γιάννη Φανούλη.
 
Ἡ δεξιὰ πλευρὰ τοῦ δρόμου δὲν ἦταν τόσο πυκνοκατοικημένη ὄσο ἡ ἀπέναντι, δέσποζε ὅμως ἐδῶ τὸ κομψὸ θέρετρο τοῦ καθηγητὴ Τζανὴ Παπαδόπουλου, ποὺ τὸ ἀποκαλοῦσαν «Γιεσίλ-κιόσκ» δηλαδὴ «πράσινο θέρετρο», γιατὶ μὲ τὴν καλαισθησία ποὺ διέκρινε τὸν διακεκριμένο αὐτὸν ἐπιστήμονα τὸ εἶχε διακοσμήσει μὲ γοῦστο καὶ ἐπικρατοῦσε τὸ πράσινο χρῶμα. «Δία νὰ εἶναι ὅμοιον μὲ τὴν πέριξ φύσιν» ἔλεγε καὶ δικαιολογοῦσε τὸ πράσινο χρῶμα. Ἦταν μικρὸ ἀλλὰ εἶχε κατάφυτο ἀπὸ λουλούδια κῆπο, ὅπου ἀπολάμβανε τὴν ἡσυχία καὶ τὴ φύση. Ἀργότερα τοῦτο τὸ σπίτι μὲ τὸ Νο 28 κατοικήθηκε ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Ἰωάννου καὶ Σοφίας  Κολυγᾶ. Στὸ Νο 26 βρίσκεται τὸ σπίτι τοῦ Σταμάτη Γιαρτσὴ ἀπὸ τὴ Βάρνα τῆς Μαύρης θάλασσας, ὅπου ἔμενε μὲ τὰ τρία παιδιά του τὸν Πέτρο, τὸν Γιάννη καὶ τὴν Ἑλένη. Κατηφορίζοντας ἐκεῖ ποὺ πρωτάρχισε ὁ δρόμος συναντᾶμε στὸ Νο 12 τὸ σπίτι τῆς Αἰκατερίνας Λυρίου στὸ Νο 10 τὸ σπίτι τῆς οἰκογένειας Νικολάου καὶ Αἰκατερίνας Χατζηνικολάου μὲ τὴν κόρη τους Ἑλένη καὶ στὴ συμβολὴ Νο 6 τοῦ δρόμου τὸ σπίτι, ὅπου ἔμενε ὁ Γαβρίκος Ῥαμαντάνογλου καὶ τοῦ γιοῦ του Μίμη. Στὸ Νο 6 ἔμεναν οἱ ἀδελφὲς Μαγδαληνὴ καὶ Ἑλένη Δεβελίογλου ἀμέσως δίπλα στὸ Νο 4 ἦταν τὸ σπίτι τῆς Φιλαρέτης καὶ Σάββα Τουράσογλου, ποὺ εἶχαν τρία παιδιὰ τὸν Γιῶργο, τὴν Καλλιόπη καὶ τὸν Γιάννη μὲ τὸ παρατσούκλι «τσιμπιτζάκο».
 
β) Hatice hanım sokak (Χατιτζὲ Χανὶμ σοκ).
 
Στὸν ἀνηφορικὸ αὐτὸ δρόμο μὲ τὴν περίεργη κλίση στὸ σημεῖο ποὺ ἦταν κατοικημένο, ἦταν ἡ ἀρχή του. Στὸ Νο 1 ἔχουμε τ᾽ ἀρχοντικὸ τῆς Ἑλένης Ἀγγελίδη καὶ τῶν γιῶν της Γιώργου καὶ Φανούρη, τῶν ὁποίων ὁ πατέρας, ὁ Νᾶνος, εἶχε περίφημο καπελιὸ στὸ κέντρο τοῦ χωριοῦ. Μαζὶ ἔμεναν τὰ συγγενικά της πρόσωπα ὁ Μένιος καὶ ἡ Ζωὴ Φωτάκη μὲ τὸν γιό τους Θανάση καὶ τὴν κόρη τους Βασιλική. Ἀκριβῶς ἀπέναντι στὸ Νο 2 ἔμενε στὸ πατρικό τους σπίτι ἡ Μαρίκα Τζαμτζή.  
 
Φθαρμένο ἀπὸ τὸ χρόνο τὸ πατρικὸ σπίτι τοῦ Πρ. Παπάζογλου.
 (Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).
 
Ὁ δρόμος ὅπως προαναφέρθηκε ἀνηφορίζει ἀπότομα. Τὰ καλντερίμια μὲ τὶς καλοβαλμένες στὴ σειρὰ πέτρες, ἔκαναν εὔκολη τὴν ἀνάβαση. Κὶ ὅταν ἔβρεχε πολὺ κὶ ὁ δρόμος γέμιζε λάσπες, οἱ κοπέλες πατοῦσαν πέτρα τὴν πέτρα καὶ πηδοῦσαν πάνω ἀπ᾽ τὰ λασπόνερα καὶ ἔμοιαζαν σὰν τὰ καλομαθημένα ἀριστοκρατικὰ παγώνια. Μεσολαβοῦσε κάποια ἀταξία στὴν ὑποτιθέμενη ρυμοτομία λόγῳ παρεμβολῆς κενῶν οἰκοπέδων, ποὺ ἂν μὴ τὶ ἄλλο εἶχαν μετατραπεῖ σὲ αὐτοσχέδιους κήπους. Μέσα σ᾽ αὐτὰ τὰ ἀνισόπεδα ἐδαφικὰ τμήματα βρισκόταν στὸ Νο 9 τὸ σπίτι τοῦ Ἠπειρώτη Ἀθανάσιου Κώτσογλου καὶ τῆς Σοφίας, τῶν ὁποίων ὁ ἀνεψιὸς ἦταν ὁ διαπρεπὴς καθηγητὴς τῶν μαθηματικῶν στὰ σχολειὰ τῆς Πόλης. Ἀμέσως μετὰ στὸ Νο 11 ἦταν τὸ παλιὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Σταύρου καὶ τῆς Ἀγαθῆς Τζάκο ποὺ κράταγε ἡ φαμελιά τους ἀπ᾽ τὴν Προποντίδα καὶ στὸ ὕψωμα δέσποζε τὸ πατρικὸ τοῦ Πρόδρομου Παπάζογλου, ὅπου ἔμενε μὲ τὶς ἀδελφές του Δέσποινα καὶ Εἰρήνη. Ἦταν εὐρύτερα γνωστὸς μὲ τὸ προσωνύμιο «Μποδός» καὶ τὴν κοινοτική του δράση. Σὲ τοῦτο τὸ σπίτι ἔμεινε γιὰ ἀρκετὸ διάστημα καὶ ὁ ἀνεψιὸς του Ἀναστάσης. Στὸ ἰσόγειο εἶχε τὸ τζάκι μὲ τὴν κουκούλα του, ὅπου φεγγίζανε σκιερὰ οἱ γαλανὲς φλογίτσες καὶ οἱ κόκκινες ἀνταύγειες τοῦ ἀναψοκοκκινισμένου κάρβουνου ποὺ ἔκαιγε σὰ φουρνέλο. Ἐδῶ κάποτε ἦταν καὶ τὸ ξύλινο σπίτι τοῦ Ῥωμανίδη.
  
γ) Kasımbatı sokak (Κασίμπατι σοκ).
 
Ἦταν ὁ τελευταῖος δρόμος μετὰ ἀπὸ τὸν ὀποῖο ἄρχιζε τὸ κτῆμα τοῦ Ὀσμάνι ποὺ οὐσιαστικὰ ἀποτελοῦσε τὸ τελευταῖο κατοικημένο τμῆμα τοῦ χωριοῦ, ἀφοῦ ἀπ᾽ ἐκεῖ καὶ πέρα ἄρχιζαν τὰ ὑψώματα τοῦ Τσακάλτεπε καὶ τὰ καταπράσινα ἀπὸ τὰ δένδρα δάση τοῦ χωριοῦ. Ἐκεῖ πλέον ἦταν τὰ ρομαντικὰ μονοπάτια, ὅπου ἔβρισκαν καταφύγιο ὅσοι ἤθελαν τὴν ἠρεμία, ἀλλὰ καὶ ὅσοι εἶχαν τὸ μεράκι νὰ κυνηγοῦν διάφορα εἴδη πουλιῶν. Ἀπ᾽ τὰ μοναδικὰ σπίτια ποὺ συνόρευαν ὅμως μὲ τὰ παρακείμενα σπίτια τῶν πίσω δρόμων τοῦ μαχαλᾶ ἦταν τῆς οἰκογένειας Τσαστόπουλου τοῦ Δημητροῦ καὶ τῆς Ἑλένης μὲ τὰ τέσσερα παιδιά, Γιῶργο, Φαίδων Αἰμίλιο, Ὀρέστη. Τὸ σπίτι αὐτὸ ἀγοράστηκε ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Λαφαζάνιδων δηλαδὴ ἀπ᾽ τ᾽ ἀδέλφια Νίκου, Ἀλέκου, Ἑλένης καὶ Θεοδοσίας.  
 

Παιδοπαρέα στὸν Μαχαλᾶ τὸ 1953. Διακρίνονται: Τζένη Ζάκου, Βασίλης καὶ Γιῶργος Μούτσογλου, Ντόμνα Νικολαΐδου, Γιάννης Κακλαμάνος. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ντόμνας Νικολαΐδη).

 
Πολὺ κοντὰ σ᾽ αὐτὸ ἦταν τὸ πατρικὸ τοῦ Γιάννη Λαυρέντη τοῦ Νέβσεχιρλη ποὺ εἶχε τὸ «Λέβεντ μεζετσισί» τὸ περίφημο ἀλλαντοπωλεῖο στὴν Πόλη καὶ ὅπου παραθέριζε ὁ καθηγητὴς καὶ διευθυντὴς τοῦ Ἰωακειμίου παρθεναγωγείου κ. Ἰατρόπουλος. Σ᾽ ἀπόμερο καὶ ξεκομμένο ἀπὸ τὸν Μαχαλᾶ σημεῖο κοντὰ στὴν Τούμπα πλέον ἦταν τὸ ἀρχοντικὸ τῆς καθηγήτριας πιάνου Κορνηλίας Ἀπέργη, ποὲ ἔμενε μὲ τὴν ἀδελφή της Θηρεσία. Ἦταν καθηγήτρια τῆς σχολῆς στὴ Βλάγκα.  
 
Τὸ παλιὸ οἰκογενειακὸ σπίτι τῆς παιδίατρου Ἐλ. Καρακάσογλου.
(Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).
 
Ἡ περιοχὴ αὐτὴ ποὺ τὴν ὀνόμαζαν οἱ χωριανοὶ «Κούμαρα» φιλοξενοῦσε τὴν περίφημη «μάντρα» τοῦ Πάγκου μὲ τὰ πολλὰ κατσίκια, τ᾽ ἀρνιὰ καὶ τὰ βόδια. Σὲ τοῦτο τὸν χῶρο βρίσκονταν τὰ τρία ὅμοια σπίτια τοῦ Ἀποστολάκη, ποὺ ἦταν μέχρι τὸ 1935 στὴν ἰδιοκτησία του. Σ᾽ ἕνα ἀπ᾽ αὐτὰ ἔμενε ἡ οἰκογένεια τοῦ Δαυΐδ Αὐγουστίδη.
 
δ) Çeşme sokak (Τσεσμὲ σοκ).
 
Ὁ λιγότερο ἀπότομα ἀνηφορικὸς δρόμος ποὺ ξεκινᾶ ἀπ᾽ τὴν πλατεία φέρει τὸ ὄνομα τῆς βρύσης. Ἐδῶ γωνιακὰ καὶ στὴ συμβολὴ δύο δρόμων βρίσκεται τ᾽ ἀρχοντικὸ τοῦ Ἀβραὰμ Καρακόσογλου, τοῦ ὁποίου ἡ κόρη, ἡ κ. Ἑλένη εἶναι διακεκριμένη παιδίατρος τῆς Κων/πολης. Στ᾽ ἀριστερά τοῦ δρόμου ὑπῆρχαν ἐρείπια παλιῶν οἰκοδομῶν ποὺ εἶναι ἄγνωστο σὲ ποιὲς οἰκογένειες ἀνῆκαν. Λέγεται ὅτι ἦταν κάποτε τὸ κονάκι κάποιου Ἄγά, ποὺ ἦταν ἀμίλητος κὶ ἀγριωπὸς μὲ πολλοὺς δούλους καὶ χαντούμιδες στὴ δούλεψη του. 
 
Τὸ οἰκογενειακὸ σπίτι τοῦ Παντ. Ζάκου.
(Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).
 
Ὑπῆρχε ὅμως τὸ σπίτι, ὅπου ἔμενε ὁ Γιάννης ὁ ράφτης, ὁ Τσάκος μὲ τὶς κόρες του Μάλαμα καὶ Ὄλγα. Δεξιὰ ἦταν τὸ ξεροπήγαδο. Ἕνα μεγάλο πηγάδι ποὺ στὸν καιρό του ἐξυπηρετοῦσε ἀφάνταστα καὶ ἔλυνε τὸ πρόβλημα τοῦ νεροῦ εἰδικὰ γιὰ τὸ πότισμα τῶν κήπων τῆς γειτονιᾶς. Δίπλα ἦταν τ᾽ ἀρχοντικὸ τοῦ Νικόλα Χατζὴ τὸ ὀποῖο ἀνῆκε κάποτε στὸν Κῶτσο Βεζυρτζόγλου, δίπλα του τ᾽ ἀρχοντικὸ τοῦ Γιώργου τοῦ Βουλγαράκη γνωστοῦ μὲ τ᾽ ὄνομα «κάλφας» καὶ ἀμέσως μετὰ γωνιακὸ μὲ  τὸν δρόμο Λοκματζὶ Κιασὶφ τὸ πατρικὸ τῶν Κακλαμάνων μὲ τὰ τρία τους παιδιὰ τὸν Πέτρο, τὸν Γιάννη, τὸν ἰατρὸ ἐνδοκρινολόγο καὶ τὸν Τζίκο. Τὴν ἀπέναντι γωνία κάλυπτε τὸ πατρικὸ τοῦ πολύτεκνου Παντελῆ Ζάκου καὶ τῆς Χριστίνας, ἕξι παιδιὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ Λάζαρος (ὀπτικός), ἡ Φρόσω, ἡ Φώφη καὶ ἡ «πρόσφατα ἀποβιώσασα» Τζένη ζοῦν στὴν Ἀθήνα, ἐνῷ ἡ Μαρίκα καὶ ὁ ἐπίτροπος τοῦ Ἀγ. Γεωργίου Βίκτωρ συνέχιζαν νὰ βρίσκονται στὸ Τσεγκέλκιοϊ ἐνῷ λίγο παραπέρα ἦταν τὸ σπίτι τοῦ Κώστα Μουχτζῆ.  
 

Τὰ σπίτια τῆς Σταυριανῆς Τζιβανίδη καὶ Νίκου
Πουλίδη στὸν Γιενὶ - μαχαλᾶ. (Φωτ/φία Δημ. Παλαβίδη).

 
Μὲ τὴν μεσολάβηση ἑνὸς κήπου ἀκολουθεῖ τὸ σπίτι τῆς Σταυριανῆς Τζιβανίδη καὶ τῆς κόρης της Κατίνας. Ἐφαπτόμενο σ᾽ αὐτὸ ἦταν τὸ σπίτι τοῦ Νίκου Πουλίδη μὲ τὰ παιδιὰ Γιάννη καὶ Ῥοῦλα ὅπου ἔμεναν κατὰ καιροὺς ἡ Μαριάνθη καὶ ὁ Γιάννης Μπίσκος μὲ τὰ παιδιά τους τὸν Βαγγέλη, τὸν Τοτό, τὴν Λουκία καὶ τὴν Ἀμαλία καθὼς καὶ τὰ ξαδέλφια τους Λάζαρο καὶ Ἰωσὴφ Χρυσανθίδη. Στὸ τέρμα τοῦ δρόμου βρισκότανε τὸ σπίτι τῆς «παπαδιᾶς», στὸ ὀποῖο κατοικοῦσαν ὁ Βασίλης ὁ Σαπουλίδης, ὁ ψωμᾶς μὲ τὰ παιδιά του Δήμητρα, Μαρίκα καὶ Σωτήρη. 

ΔΕΙΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ...