Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΤΟΠΩΝΥΜΙΕΣ

ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΕΣ ΜΕΤΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΤΣΕΓΚΕΛΚΙΟΪ
ΣΤΗ ΡΟΗ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

196 μ.Χ. Ἀρχὴ γνωριμίας μὲ τὸ Βοσπορίτικο χωριὸ ἀπὸ περιγραφὲς τοῦ ἱστορικοῦ Διονυσίου Βυζάντιου μὲ τ᾽ ὄνομα ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΣΚΟΣ.
6ος Αἰῶνας μ.Χ. Ὁ Ἰουστινιανὸς καὶ ἡ Θεοδώρα (527-565) οἰκοδομοῦν τὴ Μονὴ Μετανοίας καὶ ἐπικρατεῖ ἡ ὀνομασία ΤΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ.
6ος    Αἰῶνας μ.Χ. Ὁ Ἰουστῖνος καὶ ἡ Σοφία ἡ Λωβὴ (565-578) ἀνεγείρουν παλάτι καὶ τὸ χωριὸ μετωνομάζεται μὲ αὐτοκρατορικὴ διαταγὴ ΤΑ ΣΟΦΙΑΝΑ.
9ος Αἰῶνας μ.Χ. Ἡ Πέρσο - Ἀραβικὴ κατοχὴ προσάπτει στὸ χωριὸ τὴν Ἀραβόφωνη ὀνομασία ΤΣΕΓΚ.
11ος Αἰῶνας μ.Χ. Λόγῳ τῆς ἀκμῆς ποὺ παρουσιάζει ἡ περίφημη μονὴ Συγκέλλου τὸ χωριὸ παίρνει τ᾽ ὄνομα ΣΥΓΚΕΛΟΥ ΧΩΡΑ.
15ος Αἰῶνας μ.Χ. Ἀμέσως μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης (1453) Τουρκοποιεῖται ἡ ὀνομασία τοῦ χωρίου σὲ ΤΣΕΓΚΕΛΚΙΟΪ.
16ος Αἰῶνας μ.Χ. Ἡ ὀνομασία ΠΡΟΧΘΟΥΣ δὲν ἀφορᾷ τὸ καθαυτὸ χωριὸ ἀλλὰ τὴν παρακείμενη συνοικία τοῦ Κούλελι.
17ος Αἰῶνας μ.Χ. Στὰ ἐκκλησιαστικὰ κατάστιχα τὸ Τσεγκέλκιοϊ φέρεται ὡς Κοινότης ΧΡΥΣΟΚΕΡΑΜΟΥ ποὺ ὅμως ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Χρυσοκεραμιδᾶ.
19ος Αἰῶνας μ.Χ.   Σὲ λαϊκὴ ἔκφραση καὶ χωρὶς ἐπίσημο χαρακτῆρα ἡ ὀνομασία ποὺ δόθηκε στὸ χωριὸ καὶ ποὺ δὲν ἐπικράτησε ἦταν τὸ ΑΓΚΥΡΟΧΩΡΙ.

ΧΙΛΙΑ ΟΚΤΑΚΟΣΙΑ ΕΝΝΕΑ (τὸ 196 μ.Χ.) χρόνια πρὶν ἀπὸ σήμερα (2005) ἀρχίζει νὰ διαγράφεται κάποια ἱστορία γιὰ ἔναν μικρὸ ἀστερίσκο ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ποὺ συμπεριλαμβάνει ὁ γαλαξίας τοῦ Βυζαντίου. Ἡ ἀρχαϊκὴ αὐτὴ ὕπαρξη ποὺ σήμερα φέρει τ᾽ ὄνομα Τσεγκέλκιοϊ ἀναφέρεται στὰ διαδοχικὰ στάδια τῶν αἰώνων μὲ διαφορετικὲς ὀνομασίες τόσες, ὥστε νὰ ἀμφιβάλλει κανεὶς ἂν πρόκειται γιὰ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸ τόπο.

Ὅπως στις ἀνασκαφικὲς ἔρευνες, ἡ ἀξίνη τοῦ ἀρχαιολόγου ἀνευρίσκει συχνὰ στρώματα ἐπάλληλα ἐποχῶν καὶ πολιτισμῶν, ἔτσι καὶ ἡ μελέτη τῶν τοπωνυμιῶν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ σὲ σημαντικὰ συμπεράσματα γιὰ τὰ διάφορα στρώματα κατοίκων ποὺ πάτησαν τὸ συγκεκριμένο ἔδαφος μὲ τὸ ὁποῖο ἀπασχολούμαστε.
 
Πανοραμικὴ ἄποψη τοῦ κόλπου τοῦ Τσεγκέλκιοϊ σὲ πρόσφατη φωτογραφία. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη).
 
Βέβαια τὸ ἔργο τοῦ ἀποχωρισμοῦ καὶ τῆς διάκρισης τοῦ ὑλικοῦ σὲ χρονολογικὲς τοποθετήσεις δὲν εἶναι πάντοτε εὐχερές. Ὅσες φορὲς τὰ ὀνόματα παρέχονται ἀπὸ γραπτὲς παραδόσεις καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ μὲ ἀκρίβεια ὁ χρόνος, τότε τὸ γεγονὸς ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία. Τέτοια γραπτὴ παράδοση εἶναι τὸ μνημειῶδες ἔργο τοῦ Διονυσίου Βυζάντιου ἀπὸ τὸ 196 μ.Χ. ποὺ δίνει στὸ χωριὸ τὴν ὀνομασία Πρῶτος Δίσκος.

Στὴν ἔρευνα ὅμως τῆς ὀνοματολογίας τίθεται καὶ κάποιο πρόβλημα ποὺ πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ. Εἶναι ὁ ὅρος ὀνοματοθεσία ποὺ διακρίνεται α) σὲ μετωνομασία καὶ β) σὲ ἁπλῆ ὀνοματοθεσία. Στὴν περίπτωση τῆς μετωνομασίας τοῦ Τσεγκέλκιοϊ ἔχουμε τὴν ὀνομασία Τὰ Μετανοίας ν᾽ ἀλλάζουν καὶ νὰ γίνονται Τὰ Σοφιανὰ μέσα στὸν 6ο αἰῶνα ἀπὸ δύο αὐτοκράτειρες τὴν Θεοδώρα καὶ τὴν Σοφία.

Βλέπουμε ὅτι ἡ μετωνομασία αὐτὴ ἔρχεται ὡς ἀπόρροια κάποιας θελημένης πράξης, κάποιου ἀνταγωνιστικοῦ μένους ἢ κάποιας ἱστορικῆς συγκυρίας. Σ᾽ αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ κριτήρια τῆς μετωνομασίας ἐντάσσεται καὶ τ᾽ ὄνομα Τζὲνκ ποὺ προβάλλει στὸν 9ο  αἰῶνα, γιὰ νὰ βάλῃ σὲ σκέπεις τοὺς ἀσχολούμενους μὲ τὴν ἱστορία ἂν ἡ ξενικὴ αὐτὴ ἔκφραση σημαίνει τὴν ἐξαφάνιση ἢ τὸν ὁλοσχερῆ ἢ μερικὸ τουλάχιστον ἐκτοπισμὸ τοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ. Τὸ φαινὸμενο αὐτὸ δὲν εἶναι τόσο ἁπλό. Γιὰ νὰ συντελεσθῇ ἡ ἀποβολὴ τοῦ παλαιοῦ ὀνόματος καὶ ἡ ἀντικατάσταση του ἀπὸ ἄλλο καὶ μάλιστα ξενόφερτο, πρέπει νὰ συντρέχουν ὀρισμένοι παράγοντες, ὅπως α) ἡ ὁλικὴ ἢ μερικὴ καταστροφὴ ἢ ἡ ἀποχώρηση τοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ, β) ἡ προσωρινὴ ἐγκατάλειψη κατοικημένων τόπων, στοὺς ὁποίους οἱ ἐγκατεστημένοι νέοι ἔποικοι παρέχουν νέα ὀνομασία καὶ οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν τμηματικὴ ἐπάνοδο τῶν παλαιῶν κατοίκων διατηροῦν τὸ νέο ὄνομα. Αὐτὸ συνέβηκε μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τουρκοποιήθηκε ἡ παλαιὰ Ἑλληνικὴ ὀνομασία σὲ Τσεγκέλκιοϊ τὸν 15ο αἰῶνα.
 

Ὁ Βαθύκολπος τοῦ Τσεγκέλκιοϊ, ποὺ ἔδωσε τὴν ἔμπνευση στὸν
ἱστορικὸ Διονύσιο νὰ δώσῃ τὴν ὀνομασία «Πρῶτος Δίσκος» στὸ χωριό.
(Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη).

Ἔχουμε ὅμως καὶ τὴν προσπάθεια δημιουργίας προαστείου ἢ παρασυνοικισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνισχυμένος ἀπὸ ποικίλους λόγους ἀπορροφᾶ μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου τὸν παλαιὸ παρακμάζοντα συνοικισμὸ καὶ συντελεῖ στὴν ἐξαφάνιση τοῦ παλιοῦ ὀνόματος. Τέτοια περίπτωση συναντᾶμε στὸν 16ο αἰῶνα, ὁπότε ἡ ὀνομασία ΠρόχθοιΒρόχθοι τῆς συνοικίας Κούλελι τοῦ Τσεγκέλκιοϊ ἐγκαταλείπεται ὁριστικά.

Ἄλλη ὀνοματολογικὴ ἐμφάνιση ἔχει ὡς πρότυπο τοὺς Ἁγίους Πατέρες. Εἶναι ἡ Ἀγιωνυμία ποὺ ἄρχισε νὰ διαδίδεται εὐθὺς μετὰ τοὺς πρώτους μετὰ Χριστὸν αἰῶνες. Στὸ Τσεγκέλκιοϊ ἐμφανίζεται τὸν 16ο αἰῶνα καὶ τὸ κάνει γνωστὸ ὡς Χρυσοκέραμος, συνοπτικὴ ὀνομασία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χρυσοκεραμιώτη. Ἀνεπιβεβαίωτες πηγὲς καὶ ἀλληλοσυγκρουόμενες ἀπόψεις προσάπτουν στὸ Τσεγκέλκιοϊ καὶ τὴν ὀνομασία Ἐρμολιαναὶ προερχομένη ἀπὸ τὸν προστάτη Ἅγιο τοῦ χωριοῦ Ἐρμόλαο.

Δὲ θὰ πρέπει νὰ παραγνωρισθῇ ὅμως καὶ ἡ ἐπίδραση ἑνὸς καθαρὰ λαϊκοῦ φαινομένου, τοῦ ὁποίου οἱ γενεσιουργοὶ παράγοντες, συνήθως λανθάνοντες καὶ πολλὲς φο­ρὲς ἀστάθμητοι παρουσιάζουν κάποιο ἐνδιαφέρον. Τέτοιο λαϊκισμὸ ἔχουμε μὲ τὴν ἀνεπίσημη ὀνομασία τοῦ χωριοῦ ὡς Ἀγκυροχώρι καὶ ἀκόμη ὡς Ἀγκουροχώρι, ποὺ φυσικὰ δὲν εὐδοκίμησαν, ἀλλ᾽ οὔτε καὶ ἐπικράτησαν.
 

Τὸ Τσεγκέλκιοϊ ὅπως διαγράφεται ἀπὸ τὰ ὑψώματα τοῦ ὄρους Ἐλαιῶν, σὲ χαρακτικὸ τοῦ 1831.  (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη).

Ἔτσι συνοπτικὰ διαμορφώνονται οἱ τοπωνυμικὲς μεταλλαγὲς τοῦ Τσεγκέλκιοϊ στὴ ροὴ τῶν αἰώνων, μιᾶς καὶ ἀπὸ τὴν καμπὴ τοῦ 2ου  αἰῶνα ἀρχίζει ἡ ὕπαρξή του ποὺ ἀπλώνεται σὲ πυκνότατους κύκλους ἐνδιαφερόντων. Θὰ παρακολουθήσουμε χρονολογικὰ τὴν ἐκπληκτικὴ αὐτὴ παρουσία, θὰ μετασταθμεύσουμε ἀπὸ κύκλο σὲ κύκλο καὶ θὰ ξαναγυρίσουμε σ᾽ ὅλα τὰ χαραγμένα μονοπάτια τῆς ἱστορίας χωρὶς καμιὰ διακοπή.

Τὸ 323 π.Χ. ἐπὶ Λυσιμάχου οἱ Ἐλληνικὲς πόλεις τῆς Θρᾴκης καὶ ἰδιαίτερα αὐτὲς τοῦ Εὔξεινου Πόντου καὶ τοῦ Βοσπόρου ἦταν ὁπωσδήποτε εὐτυχεῖς, τουλάχιστον ὑλικῶς, γιατὶ διακρίνονταν γιὰ τὴν ἐμπορικὴ ἰδιοφυία τῶν κατοίκων τους, ποὺ ἀπεκόμιζαν μέσῳ τοῦ ἐπικερδοῦς ἐμπορίου ποὺ διενεργοῦσαν ἄφθονα μέσα γιὰ μία ἄνετη καὶ ἄκοπη διαβίωση.

Τοῦτο τὸ γεγονὸς ἀκριβῶς ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴ τοῦ διορατικοῦ καὶ δαιμονίου ἐκείνου ἄνδρα, τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὅταν ἀποφάσισε νὰ ἐγείρῃ τὴν Νέαν Βασιλεύουσαν Πόλιν στὶς Ἐλληνικὲς ἢ ἐξελληνισμένες χῶρες. Ἡ πόλις αὐτὴ τῶν Μεγαρέων λόγῳ τῆς θέσης ποὺ κατεῖχε «ἔλαβε θαυμαστὴν ἐπίδοσιν καὶ ἐξαίρετον πολιτικὴν ἀξίαν. Ποῖον σπουδαῖον ρόλον θὰ διεδραμάτιζεν ἡ πόλις αὔτη ἐν τῇ ἱστορίᾳ καὶ αὐτὸς ὁ Πέρσης στρατηγὸς τοῦ Δαρείου ὁ Μεγάβαζος διεῖδε καὶ τῷ 508 π.Χ. ἀπεκάλεσε τυφλοὺς τοὺς Χαλκηδονίους, ὅταν ἔμαθε ὅτι αὐτοὶ 17 ἔτη πρὸ τῶν Μεγαρέων ἐπροτίμησαν τὴν θέσιν, ὅπου ἔκτισαν τὴν Χαλκηδόνα ἀπ᾽ τὴν τοποθεσίαν, ὅπου ὀλίγον βραδύτερον ἐκτίσθη τὸ Βυζάντιον».
 

Τὸ Τσεγκέλκιοϊ καὶ οἱ Πρόχθοι ὅπως φαίνονται ἀπὸ τὸ ὄρος Ἐλαιῶν σὲ χαρακτικὸ τοῦ 1831. (Φωτ/κὸ ἀρχεῖο Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδη).

Ἡ Πόλις αὐτὴ εἶχε πολλὲς περιπέτειες. Πέρσες, Λακεδαιμόνιοι, Ἀθηναῖοι, Μακεδόνες, Γαλᾶτες καὶ Ῥωμαῖοι ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον κυριάρχησαν τοῦτο τὸν τόπο. Ὅλες ὅμως οἱ ἐξωγενεῖς αὐτὲς ἐπιβολὲς δὲν μπόρεσαν νὰ ἐλαττώσουν τὴν ἐνδογενὴ εὐημέρια καὶ εὐπορία τοῦ Βυζαντίου, ποὺ προερχότανε κυρίως ἀπὸ τὰ τελωνειακὰ καὶ ναυτιλιακὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε ἀπὸ τὰ πλοῖα ποὺ διαπερνοῦσαν τὸν Βόσπορο.

Βασιζόμενοι στὶς πληροφορίες οἱ ὁποῖες μᾶς διασώθηκαν ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Διόδωρο, ὅπου οἱ Βυζάντιοι φέρονται νὰ συμπράττουν μὲ τοὺς γείτονες καὶ ὁμαίμονες τοὺς Χαλκηδόνιους μὲ σκοπὸ τὴν ἐπικράτηση τους ἔναντι ἄλλων ἐπιδρομέων, παρατηροῦμε ὅτι τὸ 416 π.Χ. «Βυζάντιοι δὲ καὶ Χαλκηδόνιοι, παραλαβόντες Θρᾷκας, ἐστράτευσαν ἐπὶ τὴν Βιθυνίαν πολλοῖς πλήθεσι, τήν τε χώραν ἐπόρθησαν καὶ πολλὰ τῶν μικρῶν πολισμάτων ἐκπολιορκήσαντες, ἐπετέλεσαν πράξεις ὠμότητι διαφερούσας. Πολλῶν γὰρ αἰχμαλώτων κρατήσαντες ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν καὶ παίδων ἅπαντας ἀπέσφαξαν».

Ἀπ᾽ τὴν ἀναφορὰ στὰ μικρὰ ποολίσματα [χωριὰ] καὶ στὸ πλῆθος τῶν αἰχμαλώτων ποὺ γίνεται ἀπ᾽ τὸν ἱστορικὸ Διόδωρο 612 χρόνια προτοῦ ὁ Διονύσιος Βυζάντιος δώσει ὀνομασίες στὶς Βυθινικὲς καὶ Βοσπορίτικες ἀκτές, παρατηροῦμε ὅτι ὑπῆρξε ζωή, ὀργανωμένη καὶ πολυάριθμη κοινωνία ποὺ προβλημάτιζε τοὺς ἀποικιοκράτες Βυζαντίους, οἱ ὁποῖοι καὶ θέλησαν νὰ τοὺς θέσουν ὑπὸ τὴν κηδεμονία τους, τὸν 5ο π.Χ. αἰῶνα.

Δὲν ἦταν ὅμως, ὅπως φαίνεται, ὁ Βόσπορος ἁπλᾶ κατοικημένος, ἀλλὰ οἱ κάτοικοι εἶχαν ὡς κύρια ἀσχολία τὴν ἁλιεία «ὅτι ἐκέκτειντο πλοῖα» λέει ὁ Στράβων «εἴδομεν ἐκ τῆς μετοικεσίας αὐτῶν εἰς τὴν Μεσημβρίαν τὸ 497 π.Χ. Πλοῖα δὲ ὤφειλον ὡς εἱκὸς νὰ ἔχωσι παντοία, τὰ μὲν χρήσιμα πρὸς ἁλιείαν τῆς πηλαμίδος (παλαμίδα) τὰ δὲ ἀναγκαῖα πρὸς εἴσπραξιν τῆς δεκάτης καὶ τῶν διαγωγείων τοῦ Βοσπόρου καὶ ἄλλα πρὸς ἐπιδέσεις». Ἡ ἀφήγηση αὐτὴ μᾶς προκαλεῖ κατάπληξη ὅσον ἀφορᾶ τὴν ὀργάνωση τῶν κατοίκων τοῦ Βοσπόρου. Ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἐκμεταλλεύονταν τὸν θαλάσσιο πλοῦτο μὲ τὰ πλοῖα ὅπως τὰ περιγράφει ὁ ἱστορικός, ἀλλὰ περισσότερο γιὰ τὴν προνοητικότητα ποὺ εἶχαν νὰ εἰσπράττουν τὴ δεκάτη, δηλαδὴ τὸν φόρο ποὺ ἀντιστοιχοῦσε στὴν ἀξία τοῦ ἑνὸς δεκάτου τῶν ἐμπορευμάτων ἢ τῶν προϊόντων ποὺ μετέφεραν τὰ διερχόμενα τὸν Βόσπορο πλοῖα.

Ἀκόμη ὅμως πιὸ σαφὴς γίνεται ἡ παρουσία τῶν κατοίκων στὸν Βόσπορο τὸ 411 π.Χ. ὅπου ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἀλκιβιάδης «μετ᾽ ἰσχυροῦ στόλου ἐπῆλθεν ἐξ Ἀθηνῶν ὅστις ἐπολιόρκησε μετὰ τοῦ Θηραμένους τὸ Βυζάντιο καὶ διὰ στρατηγήματος εἷλεν αὐτὸ ὡς καὶ ἄλλας πόλεις, ἀποκαταστήσας πλῆρες τὸ κράτος τῶν Ἀθηνῶν ἐπὶ τοῦ Ἑλλησπόντου, τῆς Προποντίδος καὶ τοῦ Βοσπόρου ἄνευ καταργήσεως τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων». Ἐπομένως ὁ Βόσπορος καὶ κατοικημένος ἦταν καὶ ἡ ἐκμετάλλευση τῶν ἀγαθῶν ποὺ παρεῖχε ἡ θάλασσα, ἀπὸ τοὺς Βοσπορίτες εἶχε φθάσει σὲ ἀνεπτυγμένα ἐπίπεδα. Καμία λοιπὸν ἀμφιβολία καὶ κανένα κενὸ δὲν παρουσιάζει σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο ἡ πλούσια Ἑλληνικὴ ἱστορία.
  Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης