Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Επιστολή_Α.Θ.Π.

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

1903. Καθαγιασμὸς Ἁγίου Μύρου ΙΙατριαρχοῦντος κ. Ἰωακεὶμ Γ´. Συμμετεῖχαν οἱ ἀρχιερεῖς: Ἐφέσσου Ἰωακείμ, Νεοκαισαρείας Ἀλέξανδρος, Ἰκονίου Ἀθανάσιος, Σμύρνης Βασίλειος, Ξάνθης Ἰωακείμ, Δυρραχίου Προκόπιος, Βοδενῶν Νικόδημος, Κασσανδρείας Λεόντιος, Λιτίτσης Νικηφόρος, Ἠλιουπόλεως Ταράσιος καὶ Καλλιουπόλεως Ἱερώνυμος. Τὰ δοχεῖα μὲ τὸ Ἅγιο Μύρο εἶναι πήλινα καὶ καλυμμένα μὲ κόκκινο βελοῦδο ποὺ φέρει χρυσὸ σταυρό.
 
Εἶναι γεγονός πὼς ἡ γένεση τοῦ ἀνθρώπου στὸ πρόσωπο τῶν πρωτοπλάστων  συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ἐγκατάσταση του στὸν παραδείσιο χῶρο. Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἐξοικειώθηκε μὲ τὴν πλούσια καὶ πολύχρωμη βλάστηση, μὲ τὰ διάφορα ἄνθη καὶ τὰ ζωηρὰ σὲ χρώματα πέταλα τους, ἀπὸ τότε ποὺ ἔνιωσε τὴν εὐωδία καὶ τὸ μεθυστικὸ ἄρωμα τοῦ φυτικοῦ βασιλείου, καταλήφθηκε ἀπὸ εὐλάβεια ἀπέναντι σὲ αὐτὰ τὰ προϊόντα τῆς φύσης, μιᾶς καὶ αὐτὸς ἐμφανίστηκε μετὰ ἀπὸ μακρὰ χρονικὴ περίοδο, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ὑπόλοιπη δημιουργία ὑπῆρχε χωρὶς αὐτόν. 
 

1928. Καθαγιασμὸς Ἁγίου Μύρου Πατριαρχοῦντος Βασιλείου Γ´. Ἔλαβαν μέρος οἱ ἀρχιερεῖς Νικαίας Βενιαμίν, Δέρκων Φώτιος, Προύσης Νικόδημος, Νεοκαισαρείας Ἀμβρόσιος, Πριγκηπονήσων Θωμάς, Σάρδεων Γερμανός, Σηλυβρίας Εὐγένιος, Ῥοδοπόλεως Κύριλλος, Ἡλιουπόλεως Γεννάδιος, Ἴμβρου Ἰάκωβος, Β. Ἀμερικῆς καὶ Ἀλεουτίδων νήσων Ἀλέξανδρος, Σταυρουπόλεως Ἰωακείμ, Μύρων Πολύκαρπος καὶ Λαοδικείας Δωρόθεος

 
Τότε, καὶ στὴ συνέχεια, ὄχι μόνο δὲν ἀποπειράθηκε νὰ τὰ καταστρέψῃ, ἀλλὰ ἀντίθετα τόλμησε νὰ τὰ προσφέρῃ σὰν ἀναίμακτη θυσία στὸ Δημιουργὸ τοῦ Παντός, προσπάθησε νὰ διακοσμήσῃ μὲ ἄνθη τοὺς πρώτους ναοὺς καὶ κατόρθωσε νὰ ἀναπέμψῃ τὰ θυμιάματα αὐτῶν μέσῳ τῶν βωμῶν καὶ τῶν θυσιαστηρίων, μὲ σκοπὸ νὰ φθάσουν οἱ δεήσεις του μέχρι τὸν οὐρανό.
 
Τὰ πρῶτα πολύχρωμα ἄνθη τοῦ θυσιαστηρίου ἀντικαταστάθηκαν στὴν πορεία τῶν χρόνων ἀπὸ τὰ εὐώδη ξύλα τοῦ κέδρου, τῆς συκιᾶς, τῆς ἀμπέλου, τῆς μυρσίνης καὶ τοῦ θυμοῦ. Αὐτὰ τὰ ξυλώδη βότανα ποὴ στὴ Θεολογικὴ γλῶσσα λέγονται "νηφάλια" ἢ διαφορετικὰ "ὀξυθύμια", πῆραν τὴν ὀνομασία τους ἀπὸ τὶς νηφάλιες θυσίες ποὺ γίνονταν πρὸς τιμὴν τῶν Ὀλυμπίων Θεῶν καὶ ἰδιαίτερα τῆς Ἑκάτης. 
 

1920. Τὸ Μυροφυλάκιο μὲ τοὺς πηλίνους Μεγαρικοὺς πίθους ἢ τὶς ἱερὲς στάμνες καὶ τὰ ἀργυρᾶ ἢ ξοπλισμένα λαγήνια ὅπως ἦταν στὶς ἀρχὲς τοῦ αἰῶνα

 
Οἱ ἀρωματικὲς ὅμως οὐσίες εἴχαν στὴ μυθολογία τὴ δική τους ἑρμηνεία ὅσον ἀφορᾷ τὰ μύρα. Ἡ μυθολογία μᾶς πληροφορεῖ ὅτι στοὺς Ὀλυμπίους Θεοὺς ὀφείλεται ἡ ἀνακάλυψη τῶν μύρων καὶ τὸ τεκμηριώνει γράφοντας ὅτι, ὅταν οἱ θεοὶ ἀποφάσιζαν νὰ τιμήσουν μὲ τὴν παρουσία τους τὸ κατάλυμα κάποιου θνητοῦ, κατὰ τὴν ἀποχώρηση τους, ἄφηναν "ἀμβροσίαν ὀσμήν" ποὺ ἀποτελοῦσε τὸ ἀλάθητο τεκμήριο τῆς θεότητας τους καὶ τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη τῆς εὐωδίας ποὺ εἶχαν τὰ βότανα.
 
Τόσο ἡ Πεντάτευχος καὶ οἱ ψαλμοὶ τοῦ Δαυΐδ, ὄσο καὶ ἡ ἐκκλησιαστική μας ὑμνογραφία ἀναφέρονται πολὺ συχνὰ στὴ λέξη μύρον. 
 

1960. Καθαγιασμὸς Ἁγίου Μύρου Πατριαρχοῦντος κ. Ἀθηναγόρου τοῦ Α´, διακρίνονται οἱ ἀρχιερεῖς:
Χαλδίας Κύριλλος, Ἠλιείας Γερμανός, Δέρκων Ἰάκωβος, Προικονήσου Φιλόθεος, Πριγκηπονήσων Δωρόθεος,
Ἀττικῆς κ. Μεγαρίδος Ἰάκωβος, Εἰρηνουπόλεως Κωνσταντῖνος

 
Ἀκοῦμε πολλὲς φορὲς ν᾽ ἀποδίδονται μελωδικὰ τὰ τροπάρια:
Ὅτε ἡ ἁμαρτωλὸς προσέφερε τὸ Μύρον, Φέρων ἀντὶ Μύρου τὴν δυσώδη κακίαν, Πολύτιμον Μύρον τοῦ μυρῖσαι τὸν Εὐεργέτην, Μετὰ Μύρων προσελθούσαις αἱ περὶ τὴν Μαριάμ, Μύρον σὺν δάκρυσι κενοῦσά σοι ἐβόα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ μὲ τοὺς ἐπιθετικοὺς προσδιορισμοὺς ὅπως:
Θεῖον Μύρον, Μύρον τὸ εὔοσμον, Μύρον ἔντιμον, Μύρον τὸ ἀκένωτον.
 
Πολλὲς εἶναι οἱ ἀναφορὲς τῶν ἀρχαίων ἱστορικῶν στὶς ἀρωματικὲς καὶ φαρμακευτικὲς ἰδιότητες τῶν διαφόρων φυτῶν. Ὁ Διοσκουρίδης γράφει ὅτι οἱ Ἰνδοὶ μεταχειρίζονταν τὸ ξύλο τῆς Ἀλόης, «τὸ ἀγάλλοχον», ὡς θυμίαμα στὶς θρησκευτικές τους τελετὲς καὶ ἀπαριθμεῖ στὸ πεντάτομο βιβλίο του «Περὶ Ἰατρικῆς» τὰ ἔλαια, τὰ ἀρώματα, τὰ βάλσαμα, τὶς ῥητίνες καὶ τὰ μύρα. Ἡ περιγραφὴ γίνεται σὲ χειρόγραφα ἀπὸ τὰ ὁποῖα πιὸ σημαντικὸς εἶναι ὁ ἑλληνικὸς κώδικας ποὺ σῴζεται στὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Λαύρας καὶ ὀνομάζεται «Λαυρεωτικός», καθὼς ἐπίσης καὶ ὁ «Κωνσταντινουπολίτικος» ποὺ ἀντιγράφηκε τὸ 512 μ.Χ. καὶ μεταφέρθηκε τὸ 1562 στὴ Βιέννη. 
 

1960. Ἀναμνηστικὴ φωτογραφία γύρῳ ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Κουβούκλιο μὲ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ τὸ πλῆθος κόσμου στὸν αὐλόγυρο τοῦ Πατρ. Ναοῦ

 
Παρὰ ταῦτα ὁ Μωσαϊκὸς Νόμος ἀπαγόρευσε τὴ χρήσῃ τῶν μύρων στὶς ἱερουργίες παραβλέποντας τὴν ἱστορική τους ἀξία καὶ ἀγνοώντας πὼς μὲ τὴ νάρδο, ποὺ εἶναι εὐρύτερα γνωστὴ ὡς λεβάντα, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία τοῦ Ἰακώβου θὰ ἄλειφαν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, τὸ ὀποῖο θὰ ζητοῦσε καὶ θὰ λάμβανε ἀπὸ τὸν Πιλάτο ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀπ᾽ Ἀριμαθαίας, ὁ εὐσχήμων βουλευτής.
 
Οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ διεκδικοῦν τὴν πατρότητα τῆς ὀνομασίας "Μύρον", στηρίζουν τὶς εἰκασίες τους στὴ λέξη mör καὶ τὸ θεωροῦν ὄχι μόνο σύμβολον προσωπικοῦ σεβασμοῦ ἀλλὰ καὶ θρησκευτικῆς λατρείας τὴν ὁποία μάλιστα ἀνάγουν στὸ πρόσωπο τῶν Τριῶν Μάγων ποὺ στὸν ἐρχομό τους νὰ προσκυνήσουν τὸ Θεῖον Βρέφος, φέρουν δῶρα πολύτιμα: σμύρνα καὶ λίβανον, δεῖγμα λατρείας καὶ χρυσόν, δεῖγμα δύναμης. 
 

Κόσμος ποὺ παρακολουθεῖ διακριτικὰ τὶς ἐργασίες τῶν μυρεψῶν ἔξω ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Κουβούκλιο ποὺ εἶναι κατάλληλα διακοσμημένο.

 
Ὁ Ἕλληνας Ἀρχίλοχος, ὅμως, εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀναφέρει πρῶτος τὴ λέξη μύρον: "Οὐκ ἂν μυροίσι γραῦς οὖς ἠλείφετο". Ἐνῶ στὴν ἐτυμολογική του σημασία τὸ ῥῆμα μύρῳ σημαίνει στάζω, ῥέω. Ἀναφερομένη ἡ λέξη στὰ φυτὰ δηλώνει τὸν εὐώδη χυμὸ ποὺ ἐκρέει ἀπὸ αὐτὰ ἤ ποὺ ἐξάγεται ἀπὸ αὐτὰ μὲ τὴ μέθοδο τοῦ τραυματισμοῦ. Στὴν ἀττικὴ διάλεκτο χρησιμοποιήθηκε ὡς σμύρνα καὶ ταυτίστηκε μὲ τὸν χυμὸ τῆς κομμιοφόρου μύρτου.
 
Εἶναι ἐπομένως εὔκολη ὑπόθεση νὰ ἐξαγάγῃ κανεὶς τὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ ἀρωματικὲς οὐσίες τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς καὶ τοῦ μεσαίωνα ἀποδόθηκαν μὲ τὴ συνοπτικὴ ὀνομασία μύρα, χωρὶς ὅμως αὐτὰ νὰ ἔχουν καμία σχέση μὲ τὸ Ἅγιο Μύρον.
 
Πιὸ κοντὰ καὶ πιὸ συγγενικὰ πρὸς τὶς παραδοσιακὲς ἀπόψεις, εἶναι αὐτὲς ποὺ διατυπώνει ὁ Πλίνιος γιὰ τὴ μυρεψία. Λέει: "ἐγεννήθη εἰς τὰς ἀνθομανεὶς καὶ πολυαλδεὶς τῆς Ἀνατολῆς χώρας, αἴτινες δεχόμεναι ἴσως πρῶται τὰς ἠλιακὰς ἀκτῖνας, ἀπογυμνούσιν οἰνοεῖ αὐτὰς πάσης ζωτικῆς καὶ φυταλμίας δυνάμεως...". 
 

1992. Ὁ Ἄρχων μυρεψὸς καὶ οἱ μυρεψοὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων παρατεταγμένοι μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Οἰκ. Πατριάρχη.

 
Πράγματι ἡ γνώμη αὐτὴ τοῦ σοφοῦ ἱστορικοῦ καὶ μεγάλου φυσιοδίφη ἔρχεται νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἄποψη ὅτι οἱ διάφορες ποικιλίες τῶν ὡραίων φυτῶν τῆς Ἀνατολῆς ὅπως τὸ κιννάμωμον, ἡ καμφορά, τὰ μοσχοκάρυα, οἱ μυροβάλανοι, ἡ βαλσαμίνη, τὸ βαλσαμόδεντρο σήμερα ἀποτελοῦν τὰ βασικὰ συστατικὰ ποὺ ἐμπεριέχονται στὸ ὑπὸ παρασκευὴν Ἅγιο Μύρον.
 
Ἔτσι τὸ Ἅγιο Μύρο ποὺ παρασκευάζεται μὲ βάσῃ τὸ ἔλαιο, τὸ κρασὶ καὶ 55 ἄλλες εὐώδεις καὶ ἀρωματικὲς οὐσίες συμβολίζει τὰ πολυποίκιλα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς στὸ μυστήριο τῆς Βάπτισης.
 
Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Ἁγίου Μύρου στὴ λατρευτικὴ χρήση τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε σε ἀντικατάσταση τοῦ ἀρχικοῦ τρόπου μετάδοσης τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρὸς τοὺς βαπτιζομένους κατὰ τοὺς χρόνους τῶν Ἀποστόλων, τότε ποὺ ἡ μετάδοση τῶν χαρισμάτων γινόταν δι᾽ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν Ἀποστόλων. Συγκεκριμένα ἔγινε γιὰ πρώτη φορὰ στὴ Σαμάρεια ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Φίλιππο ἀπὸ τὸν ὀποῖο βαφτίστηκαν οἱ Σαμαρεῖτες. 
 

1992, Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ Μητρ. Σερρῶν καὶ Νιγρίτης κ. Μάξιμος, ὁ Μητρ. Κώου κ. Αἰμιλιανὸς καὶ ὁ Μητρ. Μηθύμνης κ. Χρυσόστομος ἔντος τοῦ Μυροφυλακίου.

 
Εἶναι αὐτονόητο ὅτι δὲν ἦταν εὔκολο νὰ μεταβαίνει κανεὶς ἐκείνη τὴν ἐποχή, γιὰ νὰ βαπτισθεῖ, στὴ Σαμάρεια, καθὼς ὁ Χριστιανισμὸς ξεπερνοῦσε μὲ ταχύτατους ῥυθμούς, τὰ στενὰ ὅρια τοῦ τόπου ὅπου εἶχε ἐμφανισθεῖ καὶ ἤδη ἐξαπλώνονταν σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς οἰκουμένης.
 
Τότε ἀκριβῶς, τὸν 2ο μ.Χ. αἰῶνα, ἄρχισε ἡ χρησιμοποίηση τοῦ Ἁγίου Μύρου ὡς μυστηριακῆς ὕλης καὶ ἡ κατ᾽ ἀρχὴν μετάδοση τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δι᾽ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν στοὺς βαπτιζομένους ἀντικαταστάθηκε διὰ τῆς χρήσεως τοῦ Ἁγίου Μύρου, ὅπως εἴχαν πράξει καὶ οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Ἰωάννης ὅταν πήγαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴ Σαμάρεια γιὰ τὸν συγκεκριμένο σκοπό. "Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος..."
 
Ὅταν συντελεσθοῦν οἱ ἐπικλήσεις καὶ ἁγιασθεῖ τὸ ὕδωρ διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὁ βαπτιζόμενος γυμνὸς παρίσταται διὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ μυστηρίου. Ἡ γύμνωσις αὐτὴ ἔχει τὴν ἐξήγησή της εἴτε ὡς ἀπομίμηση τοῦ γυμνοῦ πρωτοπλάστου Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο, εἴτε ὡς "σημεῖον τοῦ νῦν καθαρῶς τῷ ἀληθινῷ φωτὶ προσιέναι μηδὲν ἐπιφερομένους". 
 

1992, Ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου " Ἡ Ἐλπὶς ἀπηλπισμένων "στὴν τετραήμερη παραμονή της στὸν αὐλόγυρο τοῦ Πατρ. Ναοῦ κατὰ τὴν ἕψηση τοῦ Ἁγίου Μύρου.

 
Ἔτσι ὁ βαπτιζόμενος ἀλείφεται πρῶτα στὸ μέτωπο γιὰ ν᾽ ἁγιασθεῖ ἡ ἔδρα τῆς διανοίας, ἔπειτα στὰ ματία, στὸ στόμα καὶ τ᾽ αὐτιὰ γιὰ ν᾽ ἁγιασθοῦν τὰ αἰσθητήρια ὄργανα, ἀκολούθως στὸ στέρνο καὶ τοὺς κόλπους γιὰ ν᾽ ἁγιασθεῖ ἡ ἕδρα τῆς ἐπιθυμίας καὶ τέλος στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια, γιὰ ν᾽ ἁγιασθοῦν τὰ ὄργανα τῶν ἐνεργειῶν καὶ τῶν πράξεων, "ἀπ᾽ ἄκρου τριχῶν κορυφῆς ἕως κάτω "διὰ τοῦ "μυστικοῦ ἢ ἐπορκιστικοῦ ἐλαίου τὸν ἐλαίου τῆς ἀγαλλιάσεως καλουμένου, κοινωνὸς γινόμενος τῆς ἀληθινῆς ἐλαίας".
 
Ὅπως ἀναγράφεται στὴν Καινὴ Διαθήκη (Πράξεις 8,14 - 17) ... "Ἀκούσαντες δὲ οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις Ἀπόστολοι ὅτι δέδεκται ἡ Σαμάρεια τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀπέστειλαν πρὸς αὐτοὺς τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περὶ αὐτῶν ἐπιπεπτωκός, μόνον δὲ βαπτισμένοι, ὑπῆρχον εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Τότε ἐπετίθουν τὰς χεῖρας ἐπ᾽ αὐτοὺς ὅπως λάβωσι Πνεῦμα Ἅγιον οὔπω γὰρ ἢν ἐπ᾽ οὐδενὶ αὐτῶν καὶ ἐλάμβανον Πνεῦμα Ἅγιον..".
 
Τὶ εἶναι ὅμως τὸ Χρῖσμα ἢ τὸ Ἅγιον Μύρον; Εἶναι ἡ "βεβαίωση τῆς ὁμολογίας, ἡ σφραγὶς τῶν συνθηκῶν, τὸ χάραγμα ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ σώματος, δι᾽ οὐ ὁ Ὑπέρτατος Κύριος κατασφραγίζει τοὺς ὄντας Ἑαυτοῦ..." τὸ ὁποῖον ὁ οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καθαγιάζει ἐπικαλούμενος τὸν Πατέρα τῶν Φώτων "παρ᾽ οὐ πᾶσα δόσις ἀγαθὴ δίδοται" νὰ καταπέμψῃ τὸ Πανάγιον Αὐτοῦ Πνεῦμα, ὅπως "ποιήσει τὸ μύρον τοῦτο χρῖσμα βασιλικόν, χρῖσμα πνευματικόν, ζωῆς φυλακτήριον, ἁγιαστικὸν ψυχῶν καὶ σωμάτων, τὸ προόδευσαν μὲν ἐν Νόμῳ, ἐκλάμψαν δὲ ἐν Καινῇ Διαθήκῃ ἐν ὢ ἔχρισαν ἱερεῖς τε καὶ ἀρχιερεῖς καὶ πάντας τοὺς διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας ἀναγεννηθέντας...".
 
Ὁ προφήτης Ἠσαΐας στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀναφέρει ὅτι τὰ Χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἑπτά. Ἑπτὰ ὅμως εἶναι καὶ τὰ μυστήρια τῆς ἐκκλησίας μας τὰ ὁποῖα ἐνεργοῦνται διὰ μέσου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὰ εἶναι τὸ Βάπτισμα, ἡ Θεία Κοινωνία, ἡ Χειροτονία, ὁ Γάμος, ἡ Ἐξομολόγηση, τὸ Εὐχέλαιον καὶ τὸ Χρῖσμα.
 
Μέχρι τὸν 4ο μ.χ. αἰῶνα τὸ συναντᾶμε νὰ ἀποκαλεῖται ἔλαιον, ἔλαιον εὐχαριστίας, ἔλαιον χρίσεως, χρῖσμα, Μύρον, θεῖον Μύρον, μέγα Μύρον καὶ σήμερα Ἅγιο Μύρον.
 
Στὴν ἱστορία ἀναφέρεται ὅτι μέχρι τὸν 8ο μ.χ. αἰῶνα τὸ δικαίωμα παρασκευῆς τοῦ Ἁγίου Μύρου τὸ εἴχαν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι χωρὶς νὰ γίνεται διάκριση μεταξὺ ἐπισκόπου καὶ προκαθημένου τῆς εὐρύτερης ἐκκλησιαστικῆς περιφερείας.
 
Μὲ τὸ πέρασμα ὅμως τῶν χρόνων ἡ πράξη αὐτὴ "σχολάζει", μὲ ἀποτέλεσμα τὸ κοινὸ αὐτὸ δικαίωμα τῶν ἐπισκόπων νὰ περιέρχεται σταδιακὰ στοὺς ἐπισκόπους τῶν ἐπισήμων ἐκκλησιῶν, στοὺς Πατριάρχες καὶ τέλος μόνο στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη καὶ τοῦτο γιὰ λόγους διοικητικῆς τάξης καὶ ἑνότητας τῶν ἐκκλησιῶν.
 
Ἐπομένως, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ὡς κέντρο ἐκκλησιαστικὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ παρασκευάζει καὶ καθαγιάζει τὸ Ἅγιο Μύρον καὶ προμηθεύει τὰ λοιπὰ πατριαρχεῖα καὶ τὶς αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες μὲ τὶς ἀναγκαῖες ποσότητες.
 
Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὅμως, μπορεῖ νὰ παραχωρήσῃ τὸ δικαίωμα παρασκευῆς Ἁγίου Μύρου στοὺς προκαθημένους τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν ὅπως συνέβη τὸν 14ο μ.Χ. αἰῶνα, τότε δηλαδή ποὺ χειραφετήθηκε κανονικὰ ἡ ἐκκλησία τῆς Μεγάλης Ῥωσίας, ἡ ὁποία ἔλαβε ἄδεια καὶ παρασκεύασε τὸ δικό της Ἅγιο Μύρον γιὰ δική της χρήση.
 
Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ τὸ 1882, στὴν ἀρχὴ χωρὶς ἄδεια καὶ στὴ συνέχεια μὲ κάποια ἀνοχὴ ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο, μὲ τὰ πατριαρχεῖα τῆς Ῥουμανίας καὶ τῆς Σερβίας μὲ ἐπίκεντρο τὶς ἐκκλησίες Βουκουρεστίου καὶ Βελιγραδίου.
 
Οἱ κοσμήτορες μυρεψοί, πιστοὶ στὰ ἱερὰ κείμενα καὶ τὰ πατερικὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ μὲ κάποιες ὑποχρεωτικὲς ἀλλαγὲς καὶ προσθαφαιρέσεις στὶς ἱστορικὲς συνταγές, παρασκευάζουν καὶ ψήνουν τὸ Μύρον τὸ ὀποῖο καθαγιάζεται καὶ ὡς Ἅγιον Μύρον πλέον χρησιμοποιεῖται:
α) Στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος ὡς "χρῖσμα" ἐκφράζοντας τὸ ὀρατὸ σημεῖο μετάδοσης τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς βαπτιζόμενους.
β) Ὡς τρόπος παραδοχῆς εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν τῶν ἑτεροδόξων καὶ πεπτωκότων.
γ) Στὴν καθιέρωση τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ κατὰ τὰ ἐγκαίνια, καθὼς καὶ στὴν καθιέρωση τῶν ἀντιμηνσίων.
δ) Στὴν καθιέρωση ἱερῶν ἀντικειμένων καὶ εἰκόνων.
ε) Στὴν στέψη Ὀρθοδόξων Βασιλέων καὶ Αὐτοκρατόρων καὶ
στ) Στην ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων.

 Ἰωσὴφ Κωνσταντινίδης